Τασσώ Καββαδία: Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία ηθοποιός που το κοινό ταυτίζει τον άνθρωπο με τον ρόλο του. Ο Δ. Σταρένιος θα μείνει για πάντα στη μνήμη ως δωσίλογος της Κατοχής χάρη στην ατάκα του «Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας», ο Φούντας θα κρατά πάντα μαχαίρι και θα φωνάζει «Φύγε Στέλλα», και η Τασσώ Καββαδία θα είναι πάντα μία δολοπλόκα πεθερά, άσπλαχνη αδερφή ή ανελέητη δεσμοφύλακας αναμορφωτηρίου, που συνήθιζε να κάνει κόλαση τις ζωές των νεαρών ενζενί του ελληνικού σινεμά.

«Όλα άρχισαν όταν πρωτόπαιξα στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη ¨Το κυριακάτικο ξύπνημα» τη νευρωτική σύζυγο του παπά. Άρεσε τόσο που στη συνέχεια ο ρόλος της κακιάς μού δόθηκε σε πολλές ταινίες που ακολούθησαν. Μου έκανε καλό, δεν με περιόρισε. Τον ήξερα καλά αυτόν τον ρόλο, τον πληρωνόμουνα και τον έπαιζα. Έπαιξα και άλλους ρόλους και την ωραία κυρία… Και τι έγινε; Σιγά, κανείς δεν τους θυμάται. Οι ρόλοι της κακιάς ήταν αυτοί που με καθιέρωσαν». Κι όμως, η Τασσώ Καββαδία, έναν γλυκύτατο, καλό και ευγενικό άνθρωπο εκτός οθόνης, που όλοι είχαν να πουν έναν καλό λόγο για κείνη.

Γεννιέται στις 10 Ιανουαρίου 1921 στην Πάτρα και ανήκε σε οικογένεια της αστικής τάξης, καθώς ο πατέρας της διατηρούσε συνεταιρικά μια μικρή βιομηχανία. Κάποια στιγμή η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα, όπου και πέρασε άνετα και ξένοιαστα παιδικά χρόνια. Το κορίτσι τελειώνει λοιπόν το Γυμνάσιο και έχει όνειρο να σπουδάσει υποκριτική, αλλά συναντά την κάθετη  άρνηση από την οικογένειά της.

Ο πατέρας της όχι μόνο της απαγόρευσε οποιαδήποτε σκέψη για πανεπιστήμιο, αλλά έσπευσε να την παντρέψει κιόλας το 1942 με έναν βιομήχανο, τον Αντώνη Σαλαπάτα, με τον οποίο έκανε γρήγορα-γρήγορα τρία παιδιά, ως κορίτσι της καλής κοινωνίας. Ωστόσο, εφτά χρόνια αργότερα η νεαρή Τασσώ παίρνει τη δύσκολη -και κόντρα σε όλους- απόφαση να χωρίσει και να κυνηγήσει το όνειρό της! Είχε κάνει το θέλημα των γονιών της, ήταν τώρα ώρα να ακολουθήσει τη δική της επιθυμία.

«Εκείνα τα χρόνια με τον πρώτο σύζυγό μου ήταν πολύ δημιουργικά για μένα. Σπούδασα πιάνο, έμαθα τη γραφή των τυφλών και έγραφα βιβλία γι’ αυτούς, ήμουν νοσοκόμα και ανήκα στο τμήμα ψυχαγωγίας του Ερυθρού Σταυρού -γιατί τότε ήταν ο πόλεμος του ’40- κι ένα σωρό άλλα πράγματα, παράλληλα με τις υποχρεώσεις μου ως μητέρα. Εξέπεμπα όμως σε άλλο μήκος κύματος από εκείνον και διαλύσαμε τον γάμο μας».

Ελεύθερη πια, βρήκε την ευκαιρία να ολοκληρώσει τις σπουδές της στο πιάνο και πήγε μετά στο Παρίσι για μαθήματα ζωγραφικής, σχεδίου μόδας, διακοσμητικής και έντυπης εικονογράφησης. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αποφασίζει να συνεχίσει την περίοδο μαθητείας της και θα βρεθεί στο πλευρό του Τσαρούχη να σπουδάζει σκηνογραφία και ενδυματολογία. Το μικρόβιο της υποκριτικής δεν την είχε εγκαταλείψει καθόλου και με την προτροπή του Τσαρούχη γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, η οποία συστεγαζόταν με τη σχολή του μεγάλου μας ζωγράφου.

Στη μεγάλη αγκαλιά του Καρόλου Κουν η Καββαδία θα βρει την κλίση της, αν και η εποχή είναι δύσκολη για την ίδια: «Όταν πήγα στη Σχολή του Κουν, ήμουν είκοσι επτά χρόνων και τους είπα ότι είμαι μεγάλη, αλλά μου απάντησαν ότι δεν υπάρχει ηλικία στην τέχνη. Κοντά στον Κουν έμεινα επτά χρόνια, τρία στη Σχολή και τέσσερα στο Θέατρο Τέχνης της Σταδίου, που τότε στήθηκε. Έπαιξα πολλούς και διαφορετικούς ρόλους με μοναδική πληρωμή ένα φλιτζάνι καφέ και ένα πακέτο τσιγάρα»!

Το θεατρικό της ντεμπούτο θα γίνει το 1954 στην παράσταση «Μικρή μας πόλη» του Θεάτρου Τέχνης και η Καββαδία θα γνωρίσει έκτοτε πάμπολλες επιτυχίες στο σανίδι, συνεργαζόμενη με τα ιερά τέρατα του ελληνικού θεάτρου, αλλά και όλους τους γνωστούς θιάσους. Στο Τέχνης θα παραμείνει μέχρι το 1958 ερμηνεύοντας έργα μεγάλων ξένων δραματουργών και μετά θα παίξει πρακτικά τα πάντα στη σπουδαία θεατρική της καριέρα, τα πάντα εκτός από αρχαία τραγωδία.

«Δεν έπαιξα αρχαία τραγωδία γιατί τη σέβομαι πάρα πολύ, είναι κάτι μουσειακό για μένα. Ποτέ δεν μου έγινε πρόταση. Δεν μου αρέσει το μουσειακό θέατρο, μου αρέσει το καθημερινό θέατρο»… Το ντεμπούτο της Καββαδία στο σινεμά θα λάβει χώρα την ίδια χρονιά με την εμφάνισή της στο θεατρικό σανίδι: η χρονιά του 1954 της ανήκει, καθώς την ίδια εποχή θα παίξει στο «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Μιχάλη Κακογιάννη και η μεγάλη μέγαιρα του ελληνικού σινεμά είχε μόλις γεννηθεί!

«Ήμουν αυστηρή, όχι κακιά, αλλά σωστή για τα δεδομένα της εποχής. Δεν είχα άδικο να αντιπαθώ την Τζένη Καρέζη που τα ’φτιαξε με τον Κούρκουλο, ο οποίος ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη μου, ή με τον Μάνο Κατράκη που η κομμώτρια Λάσκαρη τον απατούσε και του έτρωγε τα λεφτά». Η κινηματογραφική τυποποίηση της Καββαδία ήδη από τον πρώτο της ρόλο δεν άρεσε βέβαια καθόλου στον μεγάλο δάσκαλό της Κάρολο Κουν, που ένιωθε ότι το ποιοτικό ύφος της σχολής του δεν συμβάδιζε με το εμπορικό σινεμά. «Καυγαδίζαμε συνέχεια και θυμάμαι πόσο μαρτύρησα μαζί του όταν έμαθε ότι θα παίξω στη δεύτερη ταινία μου, τη “Στέλλα”».

Η Τασσώ συνεργάστηκε κατόπιν με τη Φίνος Φιλμ. Δίπλα στον γεννήτορα του ελληνικού σινεμά Φίνο θα γνωρίσει δόξα και φήμη ως η απόλυτη στρίγγλα της μεγάλης οθόνης. Η καριέρα της στη Φίνος θα ξεκινήσει το 1960 με την ταινία «Το Κλωτσοσκούφι», όπου ερμήνευσε τη στριμμένη αδελφή του Αλέκου Αλεξανδράκη, και θα απογειωθεί με τις ερμηνείες της στη «Μια τρελή τρελή σαραντάρα», όπου υποδύεται τη σοβαρή αδελφή της Ρένας Βλαχοπούλου, και στην «Αμαρτία της ομορφιάς», όπου μας χαρίζει ρεσιτάλ ερμηνείας ως αυταρχική μάνα.

Το 1971 ο Γιάννης Δαλιανίδης και ο Φίνος αποφασίζουν να γυρίσουν μια ταινία εμπνευσμένη από την μόδα της εποχής που ήταν τα καλλιστεία, αλλά και από τον «μύθο» των Ελλήνων εφοπλιστών που ήταν στη μεγάλη τους ακμή. Τίτλος της «Η αμαρτία της ομορφιάς». Ήταν η χρονιά που ο Φίνος ανακάλυψε μια νέα ηθοποιό, την Μπέτυ Λιβανού, στην οποία εμπιστεύθηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μαζί της στην ταινία ο Νίκος Γαλανός, που ήταν ο ζεν πρεμιέ της εποχής. Όπως λένε τα στοιχεία της Finos Film, η Τασσώ Καββαδία, αν και είχε αποφασίσει να μην ξαναπαίξει το ρόλο της κακιάς που συνήθιζε να ερμηνεύει μέχρι τότε, δέχτηκε να γίνει κακιά πεθερά εισπράττοντας την τριπλάσια αμοιβή από αυτή που συνήθως έπαιρνε.

Το μοναδικό της ταλέντο αλλά και η αρχοντική της παρουσία ήταν κομμένα και ραμμένα για τον ρόλο της ψηλομύτας και εκδικητικής, σε μια ευτυχή παντρειά κατά την οποία το ελληνικό σινεμά βρήκε τη μεγάλη του καρατερίστα. Η κινηματογραφική ακμή της Καββαδία κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια και η ίδια συμμετείχε σε 70 κοντά ταινίες, υποδυόμενη αρχοντικές και κακές γυναίκες. «Στην πρώτη μου ταινία έπαιξα μια άρρωστη γυναίκα που έχει χάσει το παιδί της και επειδή ζηλεύει τον άντρα της του κάνει τη ζωή πατίνι. Τους άρεσα πως έπαιζα αυτόν τον ρόλο και από τότε άρχισαν να μου προτείνουν ανάλογες ηρωίδες.

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που έκανε τους σκηνοθέτες να μου προτείνουν να παίζω όλες τις στρίγκλες. Ο Κακογιάννης μου είπε κάποτε ότι έχω κάτι στο βλέμμα μου που καρφώνει τον άλλον. Δεν θα ξεχάσω στα γυρίσματα της ‘‘Στέλλας’’ που η Μελίνα αναρωτιόταν πώς θα μου δώσει εκείνο το χαστούκι. ‘‘Μη σε νοιάζει’’, της απάντησε ο Κακογιάννης, ‘‘την ώρα που θα παίζετε, η Τασσώ θα σε κοιτάζει με τέτοιο βλέμμα που θα σε κάνει να της δώσεις τέσσερα χαστούκια’’. Ένα άλλο γεγονός που με έκανε να παίζω τελικά την κακιά του σινεμά ήταν ότι δεν με ένοιαζε να παίζω την άσχημη. Στην προσωπική μου ζωή είμαι εντελώς διαφορετική και οι νύφες μου λένε ότι είμαι καλή πεθερά»

Η πολυτάλαντη Καββαδία έκανε πολλά πράγματα ταυτόχρονα με το θέατρο και το μεγάλο πανί. Εργάστηκε ως κειμενογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός, ως δημοσιογράφος στο ελεύθερο και καλλιτεχνικό ρεπορτάζ, ενώ λίγο μετά το 1965 ξεκίνησε συνεργασία με εκδοτική εταιρία μεταφράζοντας πληθώρα λογοτεχνικών βιβλίων και περισσότερα από 20 θεατρικά! Με τη δημοσιογραφία ασχολήθηκε μάλιστα από το 1955 ως το 1969 σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά.

Στο ραδιόφωνο έγραφε, επί σειρά ετών, την εκπομπή της «Σύγχρονης γυναίκας», ενώ αργότερα ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις πολλών αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπως τα έργα του Ζεράρ Ντε Βιλιέ. Από το 1954 ως το 1967 υπήρξε συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας τόσο ως ερμηνεύτρια όσο και ως δημιουργός, σε ειδικές αφιερωματικές εκπομπές αλλά και θεατρικά έργα. Η Καββαδία εμφανίστηκε εκτεταμένα και στην τηλεόραση, αρχίζοντας το 1971 στη σειρά «Ο σπαγκοραμμένος»…

Το 1965 παντρεύτηκε με τον δημοσιογράφο Βασίλη Καζαντζή, αν και ο πρόωρος θάνατός του θα την αναγκάσει να περάσει τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής της μόνη. Κάτι όμως που δεν την ενοχλούσε, γιατί όπως δήλωνε: «Έχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και ξέρω πως ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος του». Τέτοια ήταν η τυποποίησή της στον ρόλο της κακιάς που η Καββαδία ένιωθε την οργή του κόσμου για την κινηματογραφική της εικόνα και θεωρούσε πολλές φορές πως το κοινό ήταν έτοιμο να της επιτεθεί!

«Ένιωθες πως θα με σκίσουν αν με δουν μπροστά τους», είπε σε συνέντευξή της, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οι οργισμένες αντιδράσεις του κόσμου τρόμαζαν τον σύζυγό της. Κάτι που ήταν τρομερά άδικο για τον πράο και καλοσυνάτο αυτό άνθρωπο που δεν ερχόταν ποτέ σε ρήξη και τριβές με τους συναδέλφους και τους προϊσταμένους της, φέρνοντας σε πέρας όλες τις αρμοδιότητές της χωρίς εντάσεις και ίντριγκες και παραμένοντας μια από τις καλύτερες επαγγελματίες του χώρου. Κι όμως, όταν έπεφτε η κλακέτα, η Καββαδία μεταμορφωνόταν από καλή κόρη, μητέρα, σύζυγος και συνεργάτης σε μοχθηρή και αδίστακτη γυναίκα!

Τα τελευταία χρόνια τα πέρασε κλινήρης στο σπίτι της στο Φάληρο, καθώς την ταλαιπωρούσαν πολλά προβλήματα υγείας. Η γλυκύτατη κακιά του μεγάλου πανιού ήταν πάντα μια μεγάλη αγωνίστρια της ζωής και έφυγε από τον κόσμο στις 18 Δεκεμβρίου 2010. «Δεν πιστεύω ότι τελειώνει η ζωή όταν γεράσεις. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις. Πιστεύω ότι πρέπει να κάνεις όνειρα για το αύριο».