Λέοναρντ Κοέν “Η Φλόγα”:  Γράφει ο γιος του στον πρόλογο: “Ο τόμος αυτός περιέχει τα τελευταία ποιητικά πονήματα του πατέρα μου. Μακάρι να είχε δει την ολοκλήρωσή του – όχι γιατί θα ήταν καλύτερο το βιβλίο αν το είχε φροντίσει ο ίδιος, πιο ολοκληρωμένο και πιο γενναιόδωρο και πιο άρτια σχηματισμένο, ή επειδή θα έμοιαζε περισσότερο σ’ αυτόν και στη μορφή που είχε στο μυαλό του γι’ αυτή την προσφορά στους αναγνώστες του, αλλά επειδή ήταν αυτό που τον κρατούσε ζωντανό, ήταν ο μοναδικός του σκοπός και η ανάσα του η μοναδική στο τέλος. Στη δύσκολη περίοδο που συνέθετε το βιβλίο, έστελνε mail που έλεγαν «Μην Ενοχλείτε, Παρακαλώ» στους ελάχιστους από μας που περνούσαμε να τον δούμε. Ανανέωσε τη δέσμευσή του στον αυστηρό διαλογισμό ώστε να εστιάσει τον νου του στην ποίηση παρά τους οξύτατους πόνους από τα συμπιεστικά κατάγματα σπονδύλων και την εξασθένηση του σώματός του. Συχνά μου σχολίαζε ότι, μέσα από όλες τις στρατηγικές της τέχνης και του ζην που είχε μετέλθει στη διάρκεια του πλούσιου και πολύπτυχου βίου του, ευχόταν να είχε εμμείνει πιο σταθερά στην αναγνώριση ότι το να γράφει ήταν η μοναδική του παρηγοριά, ο πιο αληθινός σκοπός του”.

“Ο πατέρας μου, προτού γίνει οτιδήποτε άλλο, ήταν ποιητής. Θεωρούσε τούτο το λειτούργημα, όπως παρατηρεί στα σημειωματάριά του, κάτι σαν «αποστολή από τον Θ-ό [G-d]». (Η παύλα, που δείχνει την ευλάβειά του στο θείο όνομα, την απροθυμία του να γράψει το ιερό όνομα ακόμα και στα αγγλικά, είναι παλιό εβραϊκό έθιμο και μια ακόμα μαρτυρία για την πίστη που είχε συνδυάσει με την ελευθερία του.) «Η θρησκεία, οι δάσκαλοι, οι γυναίκες, οι ουσίες, ο δρόμος, η φήμη, τα χρήματα… τίποτα δεν με εξυψώνει και δεν μου προσφέρει ανακούφιση από την οδύνη όσο το να μαυρίζω σελίδες, να γράφω». Αυτή η δήλωση πρόθεσης ήταν συνάμα δήλωση μεταμέλειας: πρόσφερε τον λογοτεχνικό καθαγιασμό του ως μιαν εξήγηση για ό,τι αισθανόταν πώς ήταν ανεπαρκής: πατρότητα, αποτυχημένες σχέσεις, πλημμελέστατη προσοχή στα οικονομικά του και στην υγεία του. Θυμάμαι ένα από τα λιγότερο γνωστά τραγούδια του (και ένα από τα αγαπημένα μου): «Πήγα τόσο μακριά για την ομορφιά, άφησα τόσο πολλά πίσω μου». Αλλά όχι τόσο πολύ μακριά, ως φαίνεται: πίστευε τελικά ότι δεν είχε αφήσει τόσο πολλά πίσω του. Και τούτο το βιβλίο έμελλε να είναι ή ύστατη προσφορά του, και το ήξερε. […] (Από τον πρόλογο του Adam Cohen)

Γεννημένος το 1934 στο Μόντρεαλ, ο Λέοναρντ Κοέν, που πέθανε σε ηλικία 82 ετών στο Λος Άντζελες, είχε την δική του μοναδική παρουσία επί πολλές δεκαετίες στο μουσικό στερέωμα, γράφοντας στίχους και τραγούδια τα οποία αγαπήθηκαν από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ξεκίνησε από την ποίηση, με τις ποιητικές συλλογές «Let Us Compare Mythologies» (1956), «’The Spice-Box of Earth» (1961) και «Flowers for Hitler» (1964), και στην ποίηση επέστρεψε με τη «Φλόγα», το βιβλίο που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του σε επιμέλεια του γιου του. Όπως σημειώνουν οι επιμελητές της αγγλόφωνης έκδοσης Robot Fage και Alexandra Pleshoyano, περιλαμβάνει ποιήματα και στίχους που εκπροσωπούν φάσεις του έργου του αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1970 και φτάνοντας μέχρι και την εποχή λίγο πριν από τον θάνατό του. Τι ακριβώς, όμως, περιλαμβάνει αυτός ο τόμος; Καταρχάς, 63 ποιήματα, που ο Κοέν είχε ξεχωρίσει προσεκτικά από έναν πολύχρονο όγκο της αδημοσίευτης δουλειάς του, μια επιλογή από τα ανέκδοτα σημειωματάριά του και σκόρπιες σημειώσεις ή σκίτσα που είχε κάνει ή είχαν κάνει με τον ίδιο.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις