«Επιτέλους αποδόθηκε δικαιοσύνη για την οικογένεια του Παύλου Φύσσα» είπε ο σκηνοθέτης μιλώντας στην ΕΡΤ. Προσθέτοντας ότι «η αληθινή  Ελλάδα είναι αυτοί που κατέβηκαν στο δρόμο. Είναι η οικογένεια του Παύλου που θα υποφέρει σε όλη της τη ζωή εξαιτίας των ναζιστών. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να είναι παραδειγματική γιατί λένε ότι είμαστε η χώρα της δημοκρατίας».

Συμπλήρωσε δε λέγοντας «… όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό το ναζιστικό σύστημα που υπήρξε στην Ελλάδα έφερε στη Βουλή ανθρώπους που χαιρετούν ακόμη τον  Χίτλερ. Με ιδέες τόσο ξεπερασμένες και τόσο τρομακτικές. Και πρέπει να συνεχιστεί μία παιδεία γιατί δεν γνωρίζουν οι νέοι τι ήταν ο ναζισμός».

Πρόσθεσε δε ότι η εκλογή της Χρυσής Αυγής ήταν ένα σοκ στην Ευρώπη, γιατί «στη χώρα της δημοκρατίας βάλαμε στη Βουλή ναζιστές».

«Επιπλέον πρέπει να διδαχθεί η ιστορία μας επί Κατοχής. Ήταν τελείως αρνητική. Να διδαχθεί η Αντίσταση που έγινε. Δεν φαίνεται ότι έχει διδαχθεί για αυτούς τους ανθρώπους. Έχουμε πολλή δουλειά γιατί η γενική κατάσταση είναι πολύ αρνητική. Και οι λύσεις προτείνουν στην κοινωνία μας, που δεν ξέρει καλά το παρελθόν, οι άνθρωποι, νομίζουν ότι είναι καλές λύσεις. Είδαμε στο παρελθόν που έφτασαν αυτές τις κλήσεις της άκρας δεξιάς και του ναζισμού».

Η ταινία «Ζ»

Με αφορμή τη δήλωσή του αλλά και τη δίκη αξίζει να θυμηθούμε μία ταινία σταθμός στην καριέρα του σκηνοθέτη (πηγή:artic.gr) Στην ταινία «Ζ», ο Γαβράς μεστά και αποτελεσματικά ασκεί πολιτική κριτική στην μεταπολεμική πολιτική ηγεσία της Ελλάδος, στην οποία κυριαρχούσε ο φόβος, η ανασφάλεια και ένα «προστατευόμενο» παρακράτος ακραίων οργανώσεων με φασιστική μήτρα.

Ζ: δηλαδή «Ζει». Αυτό το σύνθημα αντηχούσε στις δημοκρατικές κινητοποιήσεις μετά την δολοφονία του φιλειρηνιστή, αγωνιστή Γρηγορίου Λαμπράκη από το παρακράτος το 1963. Αυτό το σύνθημα ενέπνευσε και τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό να γράψει το ομώνυμο βιβλίο του.

Ένα «φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος», όπως το ονόμασε ο ίδιος. Πάνω σε αυτό το έργο βασίστηκε ο Κώστας Γαβράς για να γυρίσει την σπουδαία ταινία «Ζ» το 1969. Γυρίστηκε στην Γαλλία και στην Αλγερία και αποτελεί ένα εκ των σημαντικότερων και διαχρονικότερων πολιτικών θρίλερ του παγκόσμιου σινεμά. Αλλά κι ένα «κατηγορώ» για τα δεινά που βίωνε η Ελλάδα την περίοδο που γυρίστηκε.

Το «Ζ» με μια ματιά…

Αν και ουδέποτε γίνεται σαφής αναφορά σε ονόματα και τοποθεσίες, το «Ζ» αφηγείται την δολοφονία του βουλευτή, αγωνιστή της ειρήνης, γιατρού και μαραθωνοδρόμου Γρηγορίου Λαμπράκη (τον ρόλο ερμηνεύει ο Yves Montand) από το περιθωριακό παρακράτος της ακροδεξιάς με την ανοχή επιφανών στελεχών του στρατού. Επίκεντρο της δράσης του δεύτερου μέρους της ταινίας, είναι η έρευνα ενός αμερόληπτου εισαγγελέα (στο ρόλο του Σαρτζετάκη ο Jean Louis Trindignand) πάνω στις συνθήκες υπό τις οποίες ο βουλευτής έχασε την ζωή του.

Παράλληλα διαμορφώνει μια αφοπλιστικά κωμική προσέγγιση για την στρατιωτική ηγεσία, τους υπουργούς και τους παρακρατικούς. Θα έλεγε κανείς πως αυτοί οι «ήρωες» φαντάζουν γελοίοι, αμόρφωτοι και απελπιστικά αφελείς. Αυτή η επιλογή κρίνεται αφενός οξυδερκές μέσο πολιτικής κριτικής, αλλά και σαφώς ειρωνική. Παρότι η ταινία αφηγείται γεγονότα προγενέστερα της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ο Γαβράς ευφυώς εξισώνει «ποιοτικά» την περίοδο δολοφονίας του Λαμπράκη με το αυταρχικό καθεστώς που επιβλήθηκε στην χώρα από το πραξικόπημα του 1967.

O Γαβράς με αφετηρία το γεγονός της δολοφονίας ξεδιπλώνει την κύρια πλοκή της ταινίας του, η οποία δεν είναι άλλη από την διερεύνηση των ενόχων και των ηθικών αυτουργών της δολοφονίας Λαμπράκη.

Η σκηνοθετική του οπτική σε αυτό τον τομέα κρίνεται αναμφισβήτητα πρωτοποριακή. Όχι μόνο διότι αξιοποιεί καινοτόμες για την εποχή τεχνικές (απότομες λήψεις, έντονο μοντάζ), αλλά κυρίως επειδή χτίζει με δεξιοτεχνική μεθοδικότητα και στέρεα αφήγηση την πορεία της ταινίας του προς το επικό και (εν μέρει) λυτρωτικό φινάλε.

Στο «Ζ» η αγωνία και το σασπένς ως κομμάτια του πολιτικού θρίλερ συνενώνονται αρμονικά με την ποιητική αύρα και την υπαρξιακή μελαγχολία των ηρώων (αριστουργηματική ερμηνεία της Ειρήνης Παπά ως πενθούσα σύζυγος). Συγκλονιστική είναι και η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.
Επιστέγασμα αυτού του συγκινητικού «παντρέματος» αποτελεί φυσικά η καλλιτεχνική-πολιτική «άποψη» του Γαβρά πάνω στα γεγονότα.