Ο θρύλος λέει ότι η Τζόαν Μπάεζ καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού της μαζί με τον άντρα της, τον αντιπολεμικό ακτιβιστή Ντέιβιντ Χάρις, ένα απόγευμα του Νοέμβρη του 1974, όταν χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού της.

Το σήκωσε και στη γραμμή ήταν ο Μπομπ Ντίλαν, με τον οποίον είχε πια χωρίσει 8 – 9 χρόνια. Μίλησαν λίγο, άγνωστο για τι, κι έπειτα η Μπάεζ έκατσε κι έγραψε το πιο τρυφερό, μελαγχολικό και χωρίς συμπλέγματα τραγούδι που έχει ποτέ γραφτεί για έναν πεθαμένο μεγάλο έρωτα.

Έχω κάνει πολλές φορές εικόνα στο μυαλό μου τη στιγμή.
Την Μπάεζ να κάθεται στο σαλόνι με τον Χάρις, το τηλέφωνο να χτυπά, τη Μπάεζ να το σηκώνει, να πηγαίνει σε ένα δωμάτιο μέσα κι έπειτα από λίγη ώρα -πάντα λίγη τη σκέφτομαι- να γυρίζει μετά πίσω. Τον Χάρις να ρωτά αδιάφορα «ποιος ήταν», χωρίς στ’ αλήθεια να τον ενδιαφέρει, την Μπάεζ να απαντά «ο Ντίλαν», τον Χάρις να λέει «α, και τι ήθελε» και την Μπάεζ να λέει «τίποτα, απλά πήρε».

Έπειτα να κρύβεται στο μέσα δωμάτιο, να σκαλίζει τους στίχους αυτού εδώ του τραγουδιού, και να προσθέτει μετά τη μουσική -και τα δύο δυσανάλογα αριστουργηματικά για μια γυναίκα που σπάνια έγραφε η ίδια, σχεδόν πάντα δάνειζε αυτή την αδιανόητα βελούδινη φωνή της στα τραχιά λόγια των άλλων.

Δεν δουλεύω ποτέ στο μυαλό μου τι ειπώθηκε στο τηλέφωνο, σίγουρα όχι κάτι αξιοσημείωτο. Ο Ντίλαν είναι αρκετά μαλάκας ως τύπος, σχεδόν τόσο όσο μεγάλος ποιητής, και σχεδόν ψυχαναγκαστικά αποφασισμένος να παραμένει έγκλειστος στον δικό του κόσμο, χωρίς σημαντικούς συμβιβασμούς με τον περιβάλλοντα χώρο.


Με τον αντιπολεμικό ακτιβιστή και σύζυγό της, Ντέιβιντ Χάρις, σε συνέντευξη τύπου

Πιθανότατα την έπιασε μονότερμα και της έλεγε διάφορα ακατάληπτα πράγματα που τον απασχολούσαν, χωρίς να αναρωτηθεί σε ποια στιγμή της βρίσκει ή να τη ρωτήσει τι κάνει. Έχει σημασία να έχει γίνει έτσι, ώστε η Μπάεζ να μπορέσει να αντικρίσει με όλη αυτή την αρμονία το παρελθόν της, να το σβήσει στη μαρμίτα της, και να γράψει αυτό το γεμάτο συγκατάβαση τραγούδι, για αυτόν τον χαρισματικό και ανυπόφορο τύπο που της είχε φερθεί αλλοπρόσαλλά άσκημα και να του αφιερώσει όλη την τρυφερότητα του κόσμου, μια τρυφερότητα που έχει ξεπεράσει τον θυμό, τη ματαίωση, την προσδοκία και έχει σταθεί στο ύψος της αγάπης των θνητών για τη ζωή: τη ζωή που έμεινε πίσω και της ζωής που έρχεται. Έτσι οι θνητοί ξεγελάμε λίγο τον θάνατο, ζούμε κάτω από τη μύτη του 2, 3, 4, πολλές ζωές, πριν μας πάρει είδηση.

Εύχομαι σε κάθε άνθρωπο να μπορεί να φλογίζεται τόσο πολύ με το ματαιωμένο παρελθόν του, να του αναγνωρίζει τη λάμψη του κι ας έσβησε ή ας έλαμψε λίγο πιο πέρα από εκεί που την ήθελε και να μπορεί να λέει στο τέλος της ημέρας «ήμουν εκεί και άφησα ένα μικρό κομμάτι μου να χαζεύει την αιωνιότητα», με τον ίδιο τρόπο που ο Οιδίποδας τυφλός και γέρος κρίνει ότι «όλα είναι καλά».

Τότε μπορεί ελεύθερος να περάσει στην επόμενη κι έπειτα στην επόμενη ζωή και δεν υπάρχει πιο σπουδαίος αγώνας από αυτόν της θνητής φύσης που συνεχίζει χωρίς να συκοφαντεί τον εαυτό της και τα πάθη της.

Όταν έγραψε αυτό το τραγούδι η Μπάεζ ήταν – δεν ήταν 34 ετών και είχε μπροστά της ακόμα πέντε ζωές.
Σήμερα έγινε 80, κι ακόμα όταν περνά από τα γραφεία της καμπάνιας του Τραμπ υψώνει το μεσαίο της δάκτυλο.
Και ποτέ της δεν άκουσε ένα τραγούδι πιο όμορφο για τη ζωή που πέρασε, με τα ανεπιτήδευτα φαινόμενα και τις δικές τους μαντόνες, και τις στιγμές που θα μπορούσαν δύο άνθρωποι να πεθάνουν εκεί πέρα, από αυτό που έγραψε η ίδια.
Εύχομαι να ζούμε πολλές ζωές και να τις θυμόμαστε έτσι ακριβώς. Και στη Τζόαν χρόνια πολλά.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην προσωπική σελίδα του δημοσιογράφου στο Facebook)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις