Το γνωστό, πλέον, κουνούπι τίγρης (Aedes albopictus) που ήρθε από την Ασία και μοιάζει να έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ετοιμάζεται για νέες εξορμήσεις και αυτό το καλοκαίρι και δεν σκέφτεται να μας εγκαταλείψει συντόμως. Όλοι έχουν επιστρατεύσει διάφορους τρόπους «εξόντωσης», πολλές φορές με υλικά μέσα από τη φύση. Παρά τις επαναλαμβανόμενες επαλείψεις, η προστασία παραμένει ως επί το πλείστον περιορισμένη.

«Το κύριο πρόβλημα των υφιστάμενων φυτικών εντομοαπωθητικών είναι ότι εξατμίζονται ταχέως λόγω της υψηλής πτητικότητάς τους», εξηγεί στην «Καθημερινή» ο δρ Σπύρος Ζωγράφος, διευθυντής Ερευνας στο τμήμα Βιολογίας και Χημείας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, που ως επικεφαλής της ερευνητικής κοινοπραξίας QFytoTera φιλοδοξεί από κοινού με το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, το Πανεπιστήμιο Πατρών (τμήμα Φαρμακευτικής) και τη φαρμακευτική εταιρεία Qualia να μας προσφέρει τα επόμενα χρόνια, αξιοποιώντας τις μεθόδους της αντίστροφης χημικής οικολογίας, ολοκληρωμένη προστασία με καινοτόμα φυτικά εντομοαπωθητικά made in Greece.

«Ως επιστήμονες ερχόμαστε τα τελευταία χρόνια αντιμέτωποι με ένα διττό πρόβλημα», αναφέρει ο δρ Ζωγράφος. «Τα χημικά εντομοκτόνα, παρά τις επιπτώσεις τους στο οικοσύστημα, είναι αποτελεσματικά, αλλά πολλά έντομα έχουν πλέον αναπτύξει ανθεκτικότητα σε αυτά· τα δε φυτικά εντομοαπωθητικά, αν και φιλικά προς το περιβάλλον και τον άνθρωπο, έχουν μικρή αποτελεσματικότητα και διάρκεια δράσης».

Ταυτόχρονα ήρθαν στο προσκήνιο ασθένειες που μεταδίδονται από έντομα-διαβιβαστές ακόμα και στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης. Στόχος, λοιπόν, της ερευνητικής ομάδας τέθηκε εξαρχής η ανακάλυψη κάποιου νέου εντομοαπωθητικού φυτού από την ελληνική χλωρίδα που να έχει επαρκή απόδοση, ώστε να είναι δυνατή και συμφέρουσα η εκχύλιση και η μεταποίησή του σε καλλυντικό. Το ερευνητικό πρόγραμμα, που χρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ε.Ε., ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2018 και ήδη οι επικεφαλής είναι σε θέση να ανακοινώσουν καλά νέα.

«Ξεκινήσαμε μελετώντας γνωστά για την εντομοαπωθητική δράση τους φυτά, όπως η ρίγανη και η λεβάντα, και αναζητώντας γνωστές μας χημικές ενώσεις», περιγράφει ο δρ Ζωγράφος, ο οποίος μαζί με τους συνεργάτες του ανέλυσαν δεκάδες δείγματα από εκχυλίσματα αρωματικών φυτών έως ότου καταλήξουν στην οικογένεια των αστεροειδών, Asteraceae, τα οποία έως σήμερα χρησιμοποιούνταν από τους ειδήμονες κυρίως στην επούλωση πληγών. «Αναλύσαμε δείγμα που λάβαμε από την Αγγλία και άλλο που ήρθε απευθείας από τον Ολυμπο», θυμάται. «Η σύστασή τους, λόγω του μικροκλίματος, ήταν εντελώς διαφορετική». Το εν λόγω φυτό, ένα είδος μαργαρίτας που φύεται στις περιοχές του Πηλίου και του Ολύμπου, συγκεντρώνει όλα τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων και ευχάριστη μυρωδιά.

Oι επιστήμονες πειραματίστηκαν με δεκάδες δείγματα από εκχυλίσματα αρωματικών φυτών, τα οποία δοκίμαζαν σε έναν κλωβό που περιείχε 100 κουνούπια τίγρεις, έως ότου καταλήξουν στην οικογένεια των αστεροειδών.

Τα πειράματα

Μετά τα πρώτα ελπιδοφόρα νέα από το Ίδρυμα Ερευνών, τη σκυτάλη παίρνει το Μπενάκειο, που καλείται να ελέγξει την αποτελεσματικότητα του εν λόγω εκχυλίσματος. «Σε έναν κλωβό έχουμε 100 κουνούπια τίγρεις και ένα γυμνό χέρι στο οποίο τοποθετείται διηθητικό χαρτί εμποτισμένο με το εκάστοτε αιθέριο έλαιο», περιγράφει στην «Κ» ο δρ Αντώνης Μιχαηλάκης, διευθυντής ερευνητής στο τμήμα Εντομολογίας και Ζωολογίας στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο. «Με το πρωτόκολλο αυτό μπορούμε να διαπιστώσουμε, εύκολα και γρήγορα, αν το υπό εξέταση έλαιο δρα απωθητικά για το κουνούπι ή όχι».

Θεωρητικά, αν απωθηθεί ο τίγρης –που είναι αρκετά επιθετικό κουνούπι και δρα στη διάρκεια της ημέρας–, το ίδιο θα συμβεί και με το κοινό κουνούπι Culex, που θεωρείται λιγότερο επιθετικό είδος και «δραστηριοποιείται» τη νύχτα. Αναλύοντας τα αποτελέσματα των βιοδοκιμών, ο δρ Μιχαηλάκης είχε την ευκαιρία πολλάκις να διαψεύσει βαθιά ριζωμένους μύθους σχετικά με την εντομοαπωθητική δράση φυτών. «Επικρατεί ευρέως η άποψη ότι ο ευκάλυπτος διώχνει τα κουνούπια, ωστόσο αυτό δεν συνέβη στη διάρκεια των βιοδοκιμών μας», επισημαίνει ο ίδιος. «Το είδος που έχουμε στην Ελλάδα δεν ενοχλεί καθόλου τα κουνούπια, ο ευκάλυπτος που περιλαμβάνεται ως συστατικό σε πολλά σκευάσματα είναι ένα είδος με καταγωγή από την Αυστραλία». Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, όπως τονίζει ο δρ Ζωγράφος, «η παραγωγή στην Αυστραλία έχει ατονήσει και οι χώρες που παράγουν και εξάγουν μαζικά τον Eucalyptus citriodora είναι η Κίνα και η Βραζιλία». Τα οφέλη από την καλλιέργειά του είναι πολλαπλά: Χιλιάδες οικογένειες στη Βραζιλία ασχολούνται με το φυτό και βιοπορίζονται από αυτό, ενώ το ίδιο το δένδρο προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση.

Η αντίδραση του… τίγρη στο εκχύλισμα του αστεροειδούς ήταν τέτοια που οι επιστήμονες στο Μπενάκειο χαμογέλασαν πλατιά. Επόμενος στόχος της ερευνητικής κοινοπραξίας είναι η εξασφάλιση μεγάλης διάρκειας στην επίδρασή του, κάτι που θα επιτευχθεί χάρη στις προηγμένες τεχνικές της Νανοτεχνολογίας. «Ιδανικά θέλουμε να μπορεί κάποιος να επαλείφεται πριν κοιμηθεί και να προστατεύεται καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας», καταλήγει ο δρ Μιχαηλάκης. Το επόμενο ζητούμενο, βέβαια, είναι η εξεύρεση της ασφαλούς δοσολογίας, που αποτελεί το αντικείμενο έρευνας της Φαρμακευτικής Πατρών, καθώς η φυτική προέλευση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ένα εκχύλισμα σε μεγάλη ποσότητα να προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες στον άνθρωπο. «Ουσιαστικά θέλουμε να αξιοποιήσουμε το εν λόγω εκχύλισμα σε συνδυασμό με ήδη γνωστά συστατικά, με απώτερο στόχο να πατενταριστεί», σημειώνει ο δρ Ζωγράφος, που ευελπιστεί ότι η έρευνά τους θα έχει σημαντικό αντίκτυπο και στην ελληνική οικονομία.

Η ζήτηση για εντομοαπωθητικά και δη φυτικής προέλευσης είναι παγκοσμίως πολύ μεγάλη, καθώς λόγω της κλιματικής αλλαγής και της αύξησης της θερμοκρασίας τα κουνούπια κυκλοφορούν ανενόχλητα χειμώνα καλοκαίρι. «Θα ακολουθήσουμε τις κατευθύνσεις των επιστημόνων για να εξασφαλίσουμε μια ισχυρή πατέντα και μετά θα αποφασίσουμε αν θα προχωρήσουμε στην παραγωγή δικού μας προϊόντος ή αν θα αναπτύξουμε μονάδα παραγωγής, η οποία θα πουλάει εν συνεχεία την πρώτη ύλη σε φαρμακευτικές εταιρείες- κολοσσούς», απαντάει στην «Κ» ο κ. Φώτης Σακελλαρίδης από τη Qualia. Εξυπακούεται ότι η καλλιέργεια του φυτού και η εκχύλιση θα γίνονται στην Ελλάδα. «Απαξ και έχουμε καλά κλινικά αποτελέσματα και μηδέν “προσγειώσεις”, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε τον φάκελο για την έγκριση του προϊόντος, που θα διαρκέσει περί τους 18 μήνες».

Πηγή: Καθημερινή