Η φετινή 20η Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα του Πρόσφυγα, σε μια χρονιά όπου ο αριθμός των εκτοπισμένων συνανθρώπων μας παγκοσμίως ξεπερνά τα 60 εκατομμύρια, συμπίπτει και με την εξέλιξη πολλών τραγικών ιστοριών στα σύνορα της Ελλάδας. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Μάζεψαν τα πράγματα τους και κουβάλησαν το βιός του σε ένα σακίδιο. Όσο γίνεται… Αντιμετώπισαν διακινητές και χρυσοπλήρωσαν το ταξίδι της σωτηρίας. Έφτασαν στη χώρα μας με κακουχίες. Στόχος τους πλέον να στήσουν ξανά τη ζωή τους και να ονειρευτούν ξανά.

Ο Cedrick από το Κονγκό

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κονγκο. Ζούσε με την οικογένεια του, τη γυναίκα του και τα δίδυμα αγόρια τους. Το 2017 η οικογένεια του βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πολιτικής διαμάχης. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη του. Η απόφαση ήταν δύσκολη. Ήταν όμως μονόδρομος. Δεν ήταν πια ασφαλής. Ξεκίνησε ολομόναχος το ταξίδι, χωρίς όμως να χάνει την ελπίδα του. Αυτή ήταν η κινητήριος του δύναμη. Ήθελε να νιώσει ασφάλεια και ελευθερία. Να ξεφύγει από τους κινδύνους  και να μη ρισκάρει τη ζωή του ίδιου και της οικογένειας του.

Με δυσκολίες και κακουχίες, έφτασε τον Νοέμβριο του 2018 στο λιμάνι της Λέσβου. Στη Μόρια έμεινε περίπου 3 εβδομάδες. Μετά μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Μένει σε οργανωμένη δομή, μέσω του προγράμματος Filoxenia του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης και παρακολουθεί συστηματικά μαθήματα. Μαθαίνει ελληνικά και αγγλικά.

«Θέλω να κερδίσω όσο περισσότερα μπορώ από τις δραστηριότητες που μου προσφέρονται και ο στόχος μου είναι να μπορέσω να τα συνδυάσω με τα ενδιαφέροντά μου. Το μεγαλύτερό μου πάθος είναι η γλυπτική, ειδικά με ξύλο και μέταλλο. Μου αρέσουν πολύ επίσης και η κεραμική, η γλυπτική και η ζωγραφική».

Ξεκίνησε να ασχολείται για να περνάει την ώρα του. Πλέον έχει εξελιχθεί και νιώθει ότι η τέχνη του έχει νόημα.

«Θέλω να περάσω κάποια μηνύματα μέσα από τις δημιουργίες μου: μηνύματα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τους ζωντανούς οργανισμούς, τα ζώα και τη φύση. Αυτό είναι το ταλέντο και το πάθος μου. Και θέλω να συνεχίσω να το εξασκώ. Ειδικά στην Αθήνα, όπου υπάρχουν πολλές επιλογές και ευκαιρίες για ‘μενα».

Η ιστορία της Zahra

H Ζahra είναι 23 ετών και κατάγεται από την πόλη Mazar-e-Sharif, στα βόρεια του Αφγανιστάν. Έχει έναν γιο 3 χρονών, τον Banyamin. Eγκατέλειψε την πατρίδα της μαζί με τον σύζυγο της. Έφυγαν αναζητώντας μια καλύτερη και κυρίως μία ασφαλέστερη ζωή για το παιδί τους. Όνειρο της ήταν να σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία και να γίνει καθηγήτρια. Οι βομβιστικές επιθέσεις δίπλα στο πανεπιστήμιο της, που ήταν συνεχείς, δεν της επέτρεψαν να το ολοκληρώσει. Κατάφερε να παρακολουθήσει μαθήματα μόνο για έναν χρόνο. Σταμάτησε γιατί φοβόταν για τη ζωή της.

Έζησε για δέκα μήνες στη Μόρια. Την περίοδο αυτή τη χαρακτηρίζει εφιαλτική. «Υπήρξε άνθρωπος που μου έταζε πως θα με στείλει εκτός Μόριας, εκτός Λέσβου, εκτός Ελλάδος και θα μου σταθεί στο ξεκίνημα της νέας ζωής μου. Κατάλαβα πως δεν θα συνέβαινε. Έσπασα. Και, σύντομα, μάζεψα τα κομμάτια μου και ξαναστάθηκα στα πόδια μου, διαπιστώνοντας πως, πλέον, πρέπει να είμαι επιφυλακτική και ότι χρειάζεται να προειδοποιήσω και άλλους ώστε να μην πέσουν στην παγίδα. Το να είσαι μετανάστης, από μόνο του είναι κατάσταση επίπονη. Πόσω μάλλον να σου υπόσχονται και να φτάνεις να απογοητεύεσαι όταν δεν παίρνουν σάρκα και οστά οι υποσχέσεις».

«Τώρα που έγινα η ίδια μαμά θέλω να δώσω όλα εκείνα που δεν χάρηκα εγώ, στον γιο μου. Κι εγώ κι ο άντρας μου λέμε ‘όχι’ στην προοπτική δεύτερου παιδιού ούτως ώστε να μπορέσουμε να δώσουμε στον μικρό τα πάντα και παράλληλα να εξελιχθούμε οι ίδιοι». Το μέλλον δεν ξέρω πού θα με βρει, αν και για τώρα, έχω αυτά που θέλω. Το ασφαλές περιβάλλον αυτής της δομής του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ), το κοντέινερ στο οποίο ζούμε, την καθημερινή στήριξη των ανθρώπων του ΔΟΜ». Πλέον ελπίζει ξανά.

Η ιστορία του Nwanyen Marcel Kunped

Είναι 40 ετών και κατάγεται από το Καμερούν. Πτυχιούχος Οικονομικής Ιστορίας και Διοίκησης Επιχειρήσεων είχε για χρόνια καλές δουλειές σε μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας του. Στο Καμερούν πάντα υπήρχαν προβλήματα  μεταξύ γαλλόφωνων και αγγλόφωνων. Το Καμερούν μοιράστηκε μεταξύ Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας το 1919, αφότου έληξε ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, και η περιοχή εντάχθηκε στην Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν οι κάτοικοι του αγγλόφωνου Καμερούν ένιωθαν όλο και μεγαλύτερη καταπίεση πολιτισμικά από τους γαλλόφωνους.

Ξεκίνησαν διώξεις. Εκείνη την περίοδο, οι γαλλόφωνοι τον φυλάκισαν λόγω καταγωγής. Από το 2015 μέχρι το 2017 ήταν κρατούμενος. Απελευθερώθηκε  χάρη στην απόφαση ενός αγγλόφωνου στρατηγού, ο οποίος παρατήρησε το λευκό ποινικό μητρώο του και πήρε την απόφαση για την αποφυλάκιση του. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Αποφυλακίστηκε με μία προυπόθεση, να εξαφανιστεί από την χώρα γιατί αλλιώς θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του στρατηγού, που τον απελευθέρωσε.

Διέτρεχε κίνδυνο άμεσης καταδίωξης. Ο στρατηγός τον βοήθησε να φτάσει στα σύνορα Καμερούν- Νιγηρίας. Στην Ελλάδα έφτασε τα Χριστούγεννα του 2017. Πρώτος σταθμός υπήρξε η Λέσβος.  Στη Μόρια έμεινε για ένα χρόνο. Οι συνθήκες ήταν άθλιες. Αργότερα μεταφέρθηκε στην Ασπροβάλτα και λίγο αργότερα σε δομή φιλοξενίας προσφύγων.

«Στην Ελλάδα ήρθα μόνος και παραμένω μόνος». Έχει χάσει τα ίχνη από τα τρία αδέρφια του ενώ η αρραβωνιαστικιά του παραμένει στο Καμερούν, κρυμμένη.

«Η πιο ευτυχισμένη μέρα της νέας μου ζωής θα έλεγα πως ήταν τον περασμένο Μάιο, όταν μου ανακοινώθηκε πως η Ελλάδα μου χορήγησε άσυλο, αναγνωρίζοντάς με ως πρόσφυγα. Δεν κάνω καμία σκέψη για το μέλλον. Το μόνο που θα προσπαθήσω και θέλω να πετύχω είναι να ξαναγίνω ο χρήσιμος άνθρωπος που θυμάμαι να είμαι. Να εργάζομαι και να παράγω όπως έκανα πάντα».

O Καρίμ από το Ιράν

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και πήγε πανεπιστήμιο στο Ιράν. Είναι Αφγανός του Ιράν, κάτι που δημιούργησε προβλήματα στη ζωή του στην Τεχεράνη. Πάλεψε σκληρά και κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο. Στο Ιράν έκανε και το Master του στα Οικονομικά. Αισθανόταν όμως ότι βρίσκεται στο περιθώριο εξαιτίας της καταγωγής του. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ήταν υποχρεωμένος να επιστρέφει στην Καμπούλ για την ανανέωση του διαβατηρίου μου -το οποίο είχε εκδώσει στο Αφγανιστάν με μεγάλη υπερηφάνεια για την ταυτότητά του- ώστε να μπορεί να παραμένει εγγεγραμμένος στις πανεπιστημιακές λίστες.

Μετά το τελευταίο του ταξίδι στο Αφγανιστάν το 2018, επέστρεψε μεν στην Τεχεράνη. Ήταν αποφασισμένος να μείνει στο Ιράν με κάθε κόστος. Η κατάσταση όμως είχε φτάσει στο απροχώρητο.  «Ένιωθα καταπιεσμένος, ανασφαλής και πάντα στο περιθώριο».

Έτσι πέρασε στην Τουρκία, όπου και πήγε αμέσως στα κεντρικά τού ΟΗΕ, στην Άγκυρα, και έκανε αίτηση για άσυλο. Ο ΟΗΕ τον έστειλε στο Σαγγάριο. Δεν ήθελε όμως να παγιδευτεί στην Τουρκία και έτσι πέρασε στην Ελλάδα. Πρώτος σταθμός ήταν η Σάμος. Εκεί έμεινε πέντε μήνες. Αργότερα μεταφέρθηκε στα Βρασνά, κάτι που οφείλει στον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης.

«Αν και πολλοί άλλοι άνθρωποι στη θέση μου ονειρεύονται να πάνε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εγώ είμαι χαρούμενος στην Ελλάδα και θα ήθελα να παραμείνω εδώ. Θέλω να φτάσω στο σημείο να χαίρομαι τις ίδιες ελευθερίες με τους ντόπιους, να εξελίξω τις σπουδές μου ακόμα παραπέρα και να βρω μια δουλειά που θα αρμόζει στο επίπεδο των σπουδών μου. Αν και η μητρική μου είναι τα Nτάρι, έχω ήδη αρχίσει την εκμάθηση ελληνικών, στα οποία και είμαι αυτοδίδακτος. Χάρη σε ένα βιβλίο, κάθομαι μόνος μου και μαθαίνω τη γλώσσα και χαίρομαι ιδιαίτερα που μέχρι στιγμής τα καταφέρνω».

Η ιστορία του Khaled

«Το όνομά μου είναι Khaled. Είμαι 38 ετών, από το Αφγανιστάν. Ήρθα στην Ελλάδα ως πρόσφυγας το 2002, όταν ήμουν 17 χρονών, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες από τότε. Όταν πρωτοήρθα, κοιμόμουν στο δρόμο, δεν είχα κανέναν να με βοηθήσει. Τότε δεν υπήρχε κάποια ΜΚΟ ή κοινωνικές υπηρεσίες που να παρέχουν βοήθεια. Ωστόσο, προσπάθησα πολύ σκληρά, κατάφερα να γίνω διερμηνέας / πολιτισμικός διαμεσολαβητής και να φτιάξω τη ζωή μου από την αρχή στην Ελλάδα. Για αρκετό καιρό εργαζόμουν σε μια ΜΚΟ σε ένα πρόγραμμα στήριξης προσφύγων και αργότερα, τους τελευταίους 7 μήνες, εργάζομαι ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής του «Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες», στην Ασφαλή Ζώνη στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας του Ελαιώνα, όπου τα ασυνόδευτα παιδιά μεταναστών και προσφύγων διαμένουν προσωρινά. Ταυτόχρονα, πηγαίνω στο σχολείο και παρακολουθώ μαθήματα ελληνικών, ενώ περιμένουμε με τη γυναίκα μου το πρώτο μας παιδί. Η καθημερινότητα μας στην Ασφαλή Ζώνη της δομής στον Ελαιώνα είναι γεμάτη προκλήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, είναι γεμάτη χαρούμενες και έντονες συναισθηματικά στιγμές. Όταν τα παιδιά πρωτοήρθαν εδώ, ήταν ψυχικά και σωματικά εξαντλημένα, χωρίς καμία ελπίδα και στόχους. Ήταν, επίσης, πολύ επιφυλακτικά απέναντί μου. Ήμουν απλώς υπάλληλος γι ‘αυτούς, όχι ένας άνθρωπος που πραγματικά ήθελε να τους βοηθήσει. Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε, η στάση των παιδιών άλλαζε, τόσο απέναντί μου, όσο και απέναντι στην ίδια τη ζωή. Άρχισαν να πηγαίνουν στο σχολείο, να μαθαίνουν ελληνικά και αγγλικά, καθώς και να συμμετέχουν σε πολλές άλλες εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Σταδιακά άρχισαν να γίνονται πιο αισιόδοξα, θέτοντας νέους στόχους για τη ζωή. Ήθελαν να σπουδάσουν και να εργαστούν, να αρχίσουν μια νέα ζωή.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μένα, να βλέπω τα παιδιά να αλλάζουν και να γίνονται ολοένα και πιο αισιόδοξα. Μετά από 7 μήνες, κατάφερα να χτίσω μια ισχυρή και ουσιαστική σχέση μαζί τους. Έρχονται το πρωί και μου λένε «Καλημέρα, πώς είσαι;». Μαγειρεύουν φαλάφελ και σάντουιτς και μου τα φέρνουν. Όταν τους απαντώ, «Σας ευχαριστώ, δεν πεινάω», η απάντησή τους είναι «τα φτιάξαμε για σένα». Αυτό μου δίνει τη δύναμη να συνεχίζω την προσπάθεια και το έργο μου σε καθημερινή βάση. Όσον αφορά στη σχέση μας με τα παιδιά, δεν είμαστε μόνο διερμηνείς, είμαστε πολιτιστικοί μεσολαβητές, είμαστε μία οικογένεια, φροντίζουμε ο ένας τον άλλον. Αν δεν επιδιώξουμε να γνωρίσουμε πραγματικά τα παιδιά, την ιστορία τους, τις δυσκολίες που έχουν περάσει, δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε. Πρέπει να είμαστε εκεί γι’ αυτά. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια όμορφη στιγμή της ζωή μου στη δομή. Μια μέρα, ένα μικρό αγόρι ήρθε και μου έφερε ένα λουλούδι. Ήμουν έκπληκτος, αναρωτιόμουν  ποιο μπορεί να ήταν  το νόημα της χειρονομίας, τι μπορεί να σκεφτόταν το αγόρι. Έβγαλα φωτογραφία το λουλούδι για να θυμάμαι εκείνη την ημέρα. Όλες αυτές οι μικρές στιγμές είναι τόσο δυνατές, δίνοντάς μου κουράγιο να συνεχίσω. Η σκέψη και μόνο ότι μπορώ να ότι μπορούμε να επηρεάσουμε θετικά τη συμπεριφορά αυτών των παιδιών είναι η καλύτερη ανταμοιβή για τη δουλειά μας. Ιδιαιτέρως για μένα, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να τους δώσω την αγάπη και τη φροντίδα, που κι εγώ στερήθηκα  το 2002».

*Η συνέντευξη δόθηκε στους φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού, μέλη του του Εργαστηρίου “Ηγεσίας και Συναισθηματικής Νοημοσύνης”) στο πλαίσιο του προγράμματος “The #RefugeeProject”, σε συνεργασία με τον ΔΟΜ Ελλάδας.

Η ιστορία του Σαάντ

O Σαάντ είναι 24 ετών και κατάγεται από το Ιράκ. Έχει 11 αδέρφια. Οι γονείς του είναι ηλικιωμένοι. Όλοι ζουν πολύ δύσκολα σε έναν προσφυγικό καταυλισμό κοντά στο Dahook. Στην Ελλάδα ήρθε τον Ιούλιο του 2018. Από τότε μένει στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων στις Σέρρες.

Πάντα ονειρευόταν να ταξιδεύει στην Ευρώπη. Οι συνθήκες στο Ιράκ δεν του επέτρεπαν να ελπίζει. Κατάφερε να μάθει αγγλικά στους καταυλισμούς προσφύγων που έζησε. Πλέον νιώθει ικανός να μεταφράζει και να υποστηρίζει και άλλους ανθρώπους.  και να υποστηρίξω και άλλους ανθρώπους.

Στις Σέρρες είναι σχεδόν καθημερινά σε τοπικό νοσοκομείο, όπου παρέχει υπηρεσίες μετάφρασης εθελοντικά στους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Κάθε φορά που μια οικογένεια ζητά τη βοήθειά του, δεν την αρνείται ποτέ. Βλέπω τον πατέρα και τη μητέρα του στα πρόσωπά τους.

«Το όνειρό μου είναι να μπορώ να βρω δουλειά και να υποστηρίξω την οικογένειά μου και τους γονείς μου στα γεράματά τους. Όταν έχω ελεύθερο χρόνο και αισθάνομαι λυπημένος, ακούω μουσική ή παίζω κιθάρα στους εθελοντές της δομής. Αγαπώ τη μουσική! Η μουσική με κάνει ευτυχισμένο, δίνοντάς μου ενέργεια για να συνεχίσω. Ο στόχος μου είναι να γίνω DJ και να δουλέψω σε ένα περιβάλλον με πολλή μουσική».

Η οικογένεια του Χασάν 

Ο Χασάν, 26 ετών, ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του τον Απρίλιο του 2018. Είναι παντρεμένος με τη Ρόκας, 29 ετών  και έχουν δύο παιδιά, τον Νούρι, τριών ετών και τη Σίλια, ενός έτους.

Έμεναν στο Αφρίν το οποίο και εγκατέλειψαν λόγω του πολέμου.Ο Χασάν αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του, καθώς έπρεπε να βοηθήσει οικονομικά τον πατέρα του, τη μητέρα του και τις τέσσερις αδελφές του. Σπούδαζε Αγγλική λογοτεχνία και η γυναίκα του Οικονομικά.

Σήμερα μένουν στο ανοιχτό κέντρο φιλοξενίας στις Θερμοπύλες, όπου ο παραδίδει μαθήματα Αγγλικών σε άλλους αραβόφωνους, ενώ παράλληλα παρακολουθεί και μαθήματα ελληνικών.

Σιντάντ, 9 ετών, από το Ιράκ

«Το όνομά μου είναι Σιντάντ και είμαι 9 ετών. Γεννήθηκα στο Σιντζάρ, στο Ιράκ. Ήρθα με την οικογένειά μου στην Ελλάδα και μένω στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων στη Δράμα εδώ και δύο μήνες.

Μου αρέσει πολύ που πηγαίνω στο σχολείο και το αγαπημένο μου μάθημα είναι τα αγγλικά. Αλλά θέλω να συνεχίσω να μαθαίνω και ελληνικά, μου αρέσει πολύ η ελληνική γλώσσα. Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω διερμηνέας!

Δεν έχω ακόμη Έλληνες φίλους αλλά πηγαίνουμε κάθε μέρα μαζί στο σχολείο και στο διάλειμμα παίζουμε μπάλα».

Ο Νετσιρβάν από τη Συρία

«Αν δεν υπήρχε ο πόλεμος στη Συρία, θα γύριζα στη χώρα μου. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε επειδή η κατάσταση γινόταν χειρότερη. Μέσω του Ιράκ και της Τουρκίας φτάσαμε στα ελληνικά σύνορα και τώρα μένουμε στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας για πρόσφυγες και μετανάστες στην Καβάλα.

Παρόλο που σπούδασα οικονομικά, εργάστηκα σε ΜΚΟ σε καμπς προσφύγων στο Ιράκ και τη Συρία. Η διοργάνωση δραστηριοτήτων ήταν από τις αγαπημένες μου ασχολίες. Τα παιδιά πρόσφυγες έχουν εκτεθεί επανειλημμένα σε τραυματικές εμπειρίες και χρειάζονται ιδιαίτερη υποστήριξη λόγω της ευαλωτότητάς τους. Η προστασία παιδιών είναι πραγματικά χρήσιμη καθώς βοηθά τα παιδιά να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους.

Η ζωή μου τώρα είναι πιο ωραία, πιο ήσυχη. Παρακολουθώ τα μαθήματα αγγλικών και ελληνικών ώστε να βελτιώσω τις γλώσσες που μιλάω. Και παίζω στην ομάδα ποδοσφαίρου που φτιάξαμε! Έχουμε παίξει μερικές φορές και με τους ντόπιους. Ήταν καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε Έλληνες. Είναι θαυμάσιο που ερχόμαστε κοντά και μαθαίνουμε οι μεν από τους δε και τέτοιες δραστηριότητες συμβάλλουν πολύ προς αυτή την κατεύθυνση».

Ο Ναζίρ και οι κόρες του, Ζάχρα και Ζέινα

«Βρίσκομαι εδώ στην Ελλάδα με έξι από τα παιδιά μου, ενώ η γυναίκα μου είναι στην Ελβετία με τη μία μας κόρη. Είναι πολύ ωραία στην Ελλάδα, αλλά σχεδιάζουμε να φύγουμε με οικογενειακή επανένωση, περιμένουμε τα χαρτιά μας με μεγάλη ανυπομονησία.

Φύγαμε από το Αφγανιστάν, περάσαμε στο Ιράν, από εκεί στην Τουρκία και μετά στη Λέσβο. Μείναμε στο νησί οκτώ μήνες και έπειτα ήρθαμε στην Καβάλα. Η ζωή εδώ είναι πολύ καλύτερη, έχουμε το δικό μας χώρο, τα παιδιά μου πηγαίνουν στο σχολείο.

Οι κόρες μου, η Ζάχρα 16 ετών και η Ζέινα 17 ετών, πηγαίνουν στο λύκειο. Η Ζάχρα θέλει να γίνει οδοντίατρος και η Ζέινα δεν είναι σίγουρη ακόμη, αλλά τις αρέσουν πολύ τα οικονομικά. Θέλω να μάθουν καλά να χρησιμοποιούν υπολογιστές, είναι πολύ σημαντικό για το μέλλον τους.

Η ζωή στην Καβάλα, και η σχέση μας με τους Έλληνες είναι πάρα πολύ καλή. Πηγαίνουμε βόλτα στην πόλη, αγοράζουμε αυτά που χρειαζόμαστε, βλέπουμε τον κόσμο, και μιλάμε μαζί τους. Είναι πολύ καλοί άνθρωποι, αγαπούν τους ξένους».

Oι συνεντεύξεις και οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις