Οι συζητήσεις αναφορικά με το ποιος ενσάρκωσε καλύτερα τον Τζέιμς Μποντ δεν σταματάνε ποτέ. Από τον Σον Κόνερι μέχρι τον Ντάνιελ Κρέγκ, οι συγκρίσεις είναι αμέτρητες. Ωστόσο, δίχως καμία αμφιβολία ο θρυλικός Ρότζερ Μουρ υπήρξε μια εμβληματική παρουσία στο σινεμά και την τηλεόραση – και όχι μόνο ως πράκτορας 007, στις κινηματογραφικές περιπέτειες του κατασκόπου που εμπνεύστηκε ο συγγραφέας Ιαν Φλέμινγκ.

Ο γεννημένος του 1977 στο Λονδίνο, και άκρως γοητευτικός Βρετανός ηθοποιός πήρε την πρωτοβουλία να εργαστεί στο χώρο του animation, αν και αρχικά ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 να δουλεύει σε έναν χώρο που θα μπορούσε να σημειώσει εξίσου μεγάλη επιτυχία. Στο μόντελινγκ. Ώσπου υπέγραψε επταετές συμβόλαιο με το στούντιο της MGM.

Βέβαια, η μεγάλη επιτυχία δεν σημειώθηκε από τις πρώιμες ταινίες. Ωστόσο, έκανε ένα «πικ» αναγνωρισιμότητας και επιτυχίας στις ρομαντικές περιπέτειες εποχής του «Ιβανόη», στο γουέστερν «Maverick» και, κυρίως, στα cult σίριαλ «Ο Αγιος» (1962-1969), όπου υποδυόταν έναν ακαταμάχητο απατεώνα, και «Οι Αντίζηλοι» (1971-1972), όπου συμπρωταγωνιστούσε με τον Τόνι Κέρτις.

Η επιτυχία των δύο τελευταίων θα του εξασφάλιζε και το πέρασμα στο Χόλιγουντ και στον διασημότερο κινηματογραφικό πράκτορα όλων των εποχών. Αν και ο ρόλος του 007 είχε προταθεί και νωρίτερα στον Μουρ, οι τηλεοπτικές υποχρεώσεις του (και τα αντίστοιχα συμβόλαιά του) δεν του είχαν επιτρέψει να δεχτεί.

Αυτό θα άλλαζε, ωστόσο, μετά την οριστική αποχώρηση του Σον Κόνερι από τις περιπέτειες του Τζέιμς Μποντ (και τη μοναδική εμφάνιση του Τζορτζ Λέιζενμπι ως 007, στο «On Her Majesty’s Secret Service» του 1969), οπότε και ο Μουρ θα τους διαδεχόταν κάνοντας την παρθενική του εμφάνιση στο ρόλο με το «Live and Let Die» του 1973.

Η δική του προσέγγιση πάνω στον διάσημο κατάσκοπο θα ήταν κι εκείνη που έπαιρνε λιγότερο στα σοβαρά τον εαυτό της, αντιμετωπίζοντας έναν ούτως ή άλλως larger than life χαρακτήρα με χιούμορ, κομψότητα και βρετανικό φλέγμα, σε μια περίοδο που ευνοούσε ομολογουμένως μια πιο καρτουνίστικη απεικόνιση και ευπρόσδεκτες camp αποχρώσεις, όπως αποδεικνύουν, άλλωστε, ταινίες όπως το «A View to a Kill» (1985), που θα τον έβρισκε δίπλα στην Γκρέις Τζόουνς. Παράλληλα, οι ταινίες του Μουρ απογείωσαν εισπρακτικά το κατασκοπικό franchise.

Δεν ήταν, όμως, μονάχα το ταλέντο, το πνευματώδες χιούμορ, η αυτοσαρκαστική διάθεση και η εκλεπτυσμένη εμφάνιση που έκαναν τον Ρότζερ Μουρ τόσο αγαπητό στο κοινό και τους συνεργάτες του, αλλά και η έμφυτη ευγένεια και σεμνότητά του: Οταν τον ρώτησαν για το ποιους ηθοποιούς θεωρούσε καλύτερους Μποντ, ο Μουρ τοποθέτησε τον εαυτό του στην τέταρτη θέση, μετά τον Σον Κόνερι, τον Ντάνιελ Κρεγκ και τον Τζορτζ Λέιζενμπι .

«Κατά τη διάρκεια των πρώτων μου χρόνων ως ηθοποιός, μου έλεγαν ότι για να πετύχεις χρειάζεσαι προσωπικότητα, ταλέντο και τύχη σε ίσες δόσεις. Το αμφισβητώ αυτό. Για μένα ήταν 99% τύχη. Δεν χρησιμεύει σε τίποτα το να έχεις ταλέντο, αν δεν βρεθείς στο κατάλληλο μέρος τη σωστή στιγμή».

Ο Μουρ θα πρωταγωνιστούσε σε επτά συνολικά ταινίες Τζέιμς Μποντ (οι υπόλοιπες ήταν το «The Man with the Golden Gun» του 1974, το «The Spy Who Loved Me» του 1977, το «Moonraker» του 1979, το «For Your Eyes Only» του 1981 και το «Octopussy» του 1983) μέσα σε διάστημα 13 ετών, κάτι που τον καθιστά τον πιο παραγωγικό ηθοποιό που υποδύθηκε ποτέ τον 007.

Θα αποσυρόταν τελικά από τον ρόλο το 1985, σε ηλικία 58 ετών, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον Τίμοθι Ντάλτον, και ταυτόχρονα από το σινεμά γενικότερα, μέχρι και το 1990, οπότε και θα άρχιζε πάλι να εμφανίζεται σποραδικά σε μικρούς ρόλους.

Το 2003 χρίστηκε Ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ, ενώ για πολλά χρόνια υπήρξε Πρέσβης Καλής Θέλησης για τη UNICEF. Όπως φρόντισε να γνωστοποιήσει η οικογένειά του, το 2017, ο Ρότζερ Μουρ πέθανε στην Ελβετία, έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο.

Δείτε παρακάτω το τρέιλερ για το «The Man Who Haunted Himself» (1970) του Μπέιζιλ Ντίρντεν, το οποίο -αν και όχι τόσο γνωστό- ο ίδιος ο Μουρ θεωρούσε την καλύτερη ταινία της καριέρας του.