Στις προκλήσεις που «απαιτούν δράση σήμερα», τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας και τη δύσκολη συγκυρία της πανδημίας αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ομιλία του μέσω video στην 75η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

Ο πρωθυπουργός ξεκίνησε την ομιλία του αναφερόμενος στην πανδημία του κορονοϊού, λέγοντας συγκεκριμένα πως: «Από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, ο κόσμος μας έχει αλλάξει δραματικά. Η πανδημία Covid-19 έχει εγείρει ερωτήματα αναφορικά με την παγκοσμιοποίηση, τα οποία έως τώρα αποτελούσαν μόνο αντικείμενο μελετών διαχείρισης κινδύνου. Ερωτήματα τα οποία δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσουμε, πόσο μάλλον να απαντήσουμε. Πώς ζούμε. Πώς εργαζόμαστε. Πώς αλληλοεπιδρούμε ο ένας με τον άλλον».

Ενώ πρόσθεσε ότι: «Ζωές χάθηκαν λόγω της ασθένειας. Ζωές καταστράφηκαν λόγω των οικονομικών συνεπειών. Ζωές ανατράπηκαν από τον αντίκτυπο των αλλαγών στην κοινωνία. Η πανδημία έχει μάλιστα οδηγήσει σε μια νέα κανονικότητα, όπου πλέον δεν αγκαλιαζόμαστε και δεν κάνουμε χειραψίες».

Όσον αφορά την προκλητική στάση της Τουρκίας, ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι «Στη Γενική Συνέλευση πέρυσι, είχα επισημάνει την πρόθεσή μου να τείνω χείρα φιλίας και συνεργασίας στον Πρόεδρο Eρντογάν. Μίλησα ακόμη και για την προθυμία μου να ενεργήσει η Ελλάδα ως γέφυρα που θα βοηθήσει την Τουρκία να προσεγγίσει την Ευρώπη. Δυστυχώς, παρά το ότι η Ελλάδα έθεσε την εμπιστοσύνη, τον διάλογο και την κατανόηση στο επίκεντρο μιας εξωτερικής πολιτικής βασισμένης σε αξίες, η Τουρκία απάντησε με κλιμάκωση, προκλήσεις, παραπληροφόρηση και επιθετικότητα. Ενώ η Ελλάδα επέλεξε τον δρόμο του διαλόγου με καλή πίστη, η Τουρκία επέλεξε τον δρόμο της αδιαλλαξίας».

Ενώ συμπλήρωσε: «Χωρίς αμφιβολία οι ενέργειες της Τουρκίας υπονομεύουν το Διεθνές Δίκαιο και απειλούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και όλων των κρατών μελών της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστησε απολύτως σαφές ότι οι μονομερείς ενέργειες δεν θα μένουν αναπάντητες, όταν απειλούν κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών. Ωστόσο, παρά τα πρόσφατα γεγονότα, παραμένω αισιόδοξος. Όλοι αντιλαμβάνονται ότι αυτή η συνεχής κλιμάκωση της έντασης δεν μπορεί να συνεχιστεί. Και αρνούμαι να πιστέψω ότι η συνεργασία μεταξύ κοντινών γειτόνων δεν είναι εφικτή. Δείτε την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΑΕ. Και οι δύο χώρες είναι φίλοι της Ελλάδας, τώρα είναι φίλοι και μεταξύ τους. Χρόνια καχυποψίας και έχθρας έχουν αντικατασταθεί από ένα πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης. Ας συναντηθούμε λοιπόν, ας μιλήσουμε και ας αναζητήσουμε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Ας δώσουμε μια ευκαιρία στη διπλωματία. Εάν, τελικά, εξακολουθούμε να μην μπορούμε να συμφωνήσουμε, τότε θα πρέπει να εμπιστευτούμε τη σοφία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης».

Τέλος, αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, τόνισε πως: «Η έναρξη διερευνητικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών μας, η οποία ανακοινώθηκε πριν από δύο ημέρες, αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Εάν ο πρόεδρος Ερντογάν πιστεύει πραγματικά ότι τα Ηνωμένα Έθνη αποτελούν φάρο ελπίδας και προπύργιο παγκόσμιας συνεργασίας, τότε θα τον παρότρυνα να ενεργήσει σύμφωνα με τις αξίες τους».

Να σημειωθεί ότι ο πρωθυπουργός δεν έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο κυπριακό.

Αναφερόμενος στη φωτιά στη Μόρια ο πρωθυπουργός δήλωσε: «Η τρομερή πυρκαγιά στον καταυλισμό της Μόριας, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ανέδειξε την τεράστια πρόκληση που δημιουργεί η μαζική μετανάστευση, ιδίως στα νότια σύνορα της Ευρώπης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της αυτό το ζήτημα».

«Λάβαμε ανεκτίμητη υποστήριξη από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, αλλά πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Ενώ οι αριθμοί των μεταναστών στη χώρα μας μειώνονται, το Λιμενικό Σώμα μας εξακολουθεί να σώζει χιλιάδες απελπισμένους άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα νερά της Μεσογείου κάθε χρόνο. Πρόκειται για μια συλλογική αποτυχία της διεθνούς κοινότητας και πρέπει όλοι να αναλάβουμε από κοινού την ευθύνη για την αποτυχία αυτή. Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε περισσότερα από κοινού, ώστε να αντιμετωπίσουμε τα γενεσιουργά αίτια της μετανάστευσης, δηλαδή τη φτώχεια, τη στέρηση, την οικονομική αβεβαιότητα, την εκμετάλλευση, τη βία και τον πόλεμο. Αν δεν αντιμετωπίσουμε αυτές τις ανισότητες, το πρόβλημα δεν θα επιλυθεί ποτέ πλήρως».

Κλείνοντας, είπε: «Σε άλλα 75 χρόνια, όταν τα παιδιά των παιδιών μας θα μιλούν εδώ στα Ηνωμένα Έθνη, πιστεύω ότι θα περιγράφουν έναν καλύτερο κόσμο. Έναν κόσμο όπου η κβαντική τεχνολογία θα έχει φέρει επανάσταση στη φροντίδα της υγείας και στην ανθρώπινη βιολογία. Έναν κόσμο όπου τα ορυκτά καύσιμα θα αποτελούν απλώς ανάμνηση του παρελθόντος. Έναν κόσμο όπου η ισότητα, οι ευκαιρίες και η ηθική καθοδηγούν τους ηγέτες μας. Έχουμε την πρώτη ύλη στη διάθεσή μας σήμερα. Αξιοποιούμε περισσότερη συλλογική νοημοσύνη και γνώση από οποτεδήποτε άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία. Πρέπει όμως να αναδείξουμε τις αξίες και τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να αξιοποιήσουμε σωστά αυτόν τον πλούτο, για να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο. Εξάλλου, έχουμε μόνο έναν! Έχω την πεποίθηση ότι μπορούμε να το πετύχουμε αυτό».