Ραγδαίες είναι οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα τις τελευταίες ώρες, μετά τον θάνατο του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, που σόκαρε την παγκόσμια κοινότητα. Τις τελευταίες ώρες, ο Λεοπόλδο Λούκε, ο γιατρός του, κατηγορείται για εγκληματική αμέλεια εις βάρος του, με έρευνες να τον καθιστούν ύποπτο, ιδιαίτερα μετά την συνομιλία του με τα επείγοντα, η οποία και διέρρευσε.

Ο Ντιέγκο Μαραντόνα και ο γιατρός του, Λεοπόλδο Λούκε μετά την τελευταία του επέμβαση

Ο Αργεντινός νευροχειρούργος, ο οποίος και ανέλαβε την επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο Μαραντόνα τον Νοέμβριο, προέβη σε δηλώσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας και για πρώτη φορά περιέγραψε τις συνθήκες της σχέσης του με τον Αργεντινό πρώην αστέρα του ποδοσφαίρου:

«Ο Ντιέγκο με πετούσε έξω από το σπίτι του πολλές φορές και μετά με καλούσε. Η σχέση μου μαζί του, ήταν σχέση πατέρα-γιου. Αν δεν ήμουν εγώ, ο Ντιέγκο δεν θα έκανε το παραμικρό για την υγεία του. Ας λένε τις ηλιθιότητες που λένε, πιο πολύ κακό κάνουν στον Ντιέγκο. Εκείνη την ημέρα λοιπόν, του καυγά, πήγα ως συνήθως να τον δω και έγινε ό,τι έγινε. Όταν αρρώστησε, τους πέταξε όλους έξω από το σπίτι και είπε: “Δεν θέλω να είναι εδώ κανείς”. Ποιος θα μπορούσε μόνο να είναι εκεί; Εγώ.

Πήγα και μου είπε: “Λούκε, άσε με μόνο”. Δεν ήθελε ούτε τις κόρες του να δει. Εκείνη την ημέρα με έβγαλε έξω κι εμένα. Εγώ επέμενα γιατί ήξερα ότι χρειάζεται βοήθεια. Ο Ντιέγκο σιχαινόταν τους γιατρούς, σιχαινόταν τους ψυχολόγους. Με εμένα ήταν διαφορετικά γιατί εγώ ήμουν γνήσιος. Είχε πολλά προβλήματα προτού με γνωρίσει».

Ωστόσο, δημοσιεύματα της Αργεντινής θέλουν τον Λεοπόλδο Λούκε να έχει λογομαχήσει έντονα στις 19 Νοεμβρίου με τον ασθενή του, ενώ η ”Ole” έχει καταγράψει πως έχουν παρθεί δείγματα του σώματος του Μαραντόνα, με σκοπό να διαπιστωθεί η ακριβής ώρα θανάτου και η ενδεχόμενη αμέλεια ως προς την τήρηση του πρωτοκόλλου από το νοσηλευτικό προσωπικό στην αλλαγή της βάρδιας.

Ο νευροχειρούργος απάντησε σχετικά με τις έρευνες που έχουν ξεκινήσει εις βάρος του, υπογραμμίζοντας πως:

«Ήρθε η αστυνομία με τρόπο που κανείς δεν περιμένει. Με τη σύζυγό του και την οικογένειά μου ανοίξαμε τις πόρτες και τους δώσαμε ό,τι πληροφορίες ήθελαν. Ανοίξαμε τα κινητά μας τηλέφωνα, όλα. Πήραν ό,τι ζήτησαν. Είναι δουλειά τους, ακολουθούν νόμιμες διαδικασίες τις οποίες δεν θα κριτικάρω. Ξέρω τι έκανα, ξέρω πώς το έκανα. Τι έκανα με τον Ντιέγκο και για τον Ντιέγκο μέχρι την τελευταία στιγμή. Είμαι απολύτως σίγουρος πως έκανα το καλύτερο για τον Ντιέγκο, το καλύτερο που θα μπορούσε να γίνει».

Παράλληλα, για τα όσα συνέβησαν μεταξύ της επέμβασης και της ημέρας θανάτου του ”Ντιεγκίτο”, τόνισε:

«Το μόνο που καταφέραμε ήταν να βάλουμε δίπλα του μια νοσοκόμα, θέλαμε τη συναίνεσή του. Είχε νευροχειρουργική απαλλαγή. Τα υπόλοιπα είναι προτάσεις κι ο ασθενής απλά χρειάζεται να το θέλει. Εγώ ήμουν αυτός που τον πήγα στην κλινική, που μπήκα στο δωμάτιό του και τον πήγα στο νοσοκομείο. Έπρεπε να πείσει τον εαυτό του να βελτιωθεί. Πώς πείθεις κάποιον έτσι; Ο ρόλος μου ήταν να μπορώ να κάνω τον Ντιέγκο να καταλάβει τα πράγματα. Δεν μπορούσε να διακομιστεί σε νευροψυχιατρικό νοσοκομείο, επειδή δεν υπήρχε ιατρικό κριτήριο και ένα κέντρο αποκατάστασης απαιτεί τη θέληση του Ντιέγκο. Αλλά ο Ντιέγκο θα μπορούσε να… διαλύσει τα πάντα και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα», ενώ κατέληξε προσθέτοντας:

«Δεν έγινε ιατρικό λάθος από κανέναν. Ο Ντιέγκο υπέστη καρδιακή προσβολή. Ένας ασθενής με τα χαρακτηριστικά του, αυτός είναι ο πιο συνήθης λόγος για να πεθάνει. Κάθε προσπάθεια έγινε για να μειωθεί αυτή η πιθανότητα. Η κλινική έκανε ό,τι καλύτερο γινόταν. Τον κράτησα στην κλινική όσο περισσότερο μπορούσα. Και αυτό που πετύχαμε μαζί ήταν να πείσουμε τον Ντιέγκο να του βάλουμε δίπλα του ανθρώπους. Ο Ντιέγκο ήθελε κακή ζωή. Προσπάθησα να είμαι δίπλα του. Του έλειπαν πολύ οι γονείς του».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις