Πριν συζητήσουμε τις αγορές καλό είναι να δούμε τα στοιχεία. Η Ελλάδα σύμφωνα με αυτά του Μαρτίου από την Eurostat  συγκαταλέγεται ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης με τις υψηλότερες δαπάνες στον χώρο της άμυνας για το 2018.

Κατάταξη που βρίσκει πρώτη τη Λετονία η οποία δαπανά ποσοστό 2,1% επί του ΑΕΠ και την χώρα μας με την Εσθονία να ακολουθούν σε απόσταση αναπνοής με ποσοστό 2% έστω και αν σχεδόν το 70%, δαπανάται για το μισθολογικό κόστος των ενόπλων δυνάμεων. Και εδώ είναι ένα θέμα που ελάχιστα αναδεικνύεται. Σύμφωνα με στοιχεία του ΝΑΤΟ η Ελλάδα από όσα ξοδεύει για την Άμυνα ( 4,624 δισ. δολάρια το 2019) μόλις το 12,5% πηγαίνει σε εξοπλισμούς. Αντίθετα η Τουρκία στον τομέα αυτό έπιασε τον στόχο (του ΝΑΤΟ) διαθέτοντας για στρατιωτικούς εξοπλισμούς το 38,6% των συνολικών δαπανών της για την άμυνα (18 δισ. δολάρια).  Η Ελλάδα διαθέτει 105.000 άτομα στρατιωτικό προσωπικό και η Τουρκία 435.000, ενώ η χώρα μας δαπανά το 69,56% του αμυντικού της προϋπολογισμού για το προσωπικό και η Τουρκία το 46,75%.

Το θερμό φετινό καλοκαίρι στην Ανατολική Μεσόγειο, το καλοκαίρι, των NAFTEX, του «Oruc Reis» και της επακούμβησης,  γιατί κάπως έτσι θα το θυμόμαστε αν δεν γίνει και κάτι χειρότερο μέχρι τις 3 Νοεμβρίου και τις αμερικανικές εκλογές, θα μας κοστίσει μεσοπρόθεσμα σε εξοπλισμούς τουλάχιστον 10 δισεκατομμύρια ευρώ τα επόμενα περίπου 5 χρόνια.

Και η μερίδα του λέοντος από αυτά τα 10 δισ θα διοχετευτεί  κατά πως φαίνεται στην γαλλική αμυντική βιομηχανία.  Ήδη υπάρχει συμφωνία για αγορά 18 μαχητικών αεροσκαφών Rafale τα οποία οι Γάλλοι πωλούν σε άλλες χώρες (π.χ Ινδία, Αίγυπτος) περίπου 250 εκατομμύρια δολάρια το ένα. Άρα η αγορά μόνο των Rafale θα ξεπεράσει τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια χωρίς να υπολογίσουμε αναβαθμίσεις άλλων συστημάτων ή αγορές φρεγατών κλπ

Την Παρασκευή 4/9 ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας έφερε στην Βουλή αύξηση κατά 600 εκατομμύρια ευρώ των πιστώσεων  για εξοπλιστικές (και προσφυγικές) δαπάνες  φέτος, ενώ δήλωσε πως «οι δαπάνες για την αμυντική θωράκιση της χώρας θα αυξηθούν και τα επόμενα χρόνια».

Σε αυτό εδώ το κείμενο δεν θα αναλύσουμε τα αμυντικά συστήματα. Πολυπαραγοντικό ζήτημα. Άλλος ισχυρίζεται ότι σε μια κλειστή θάλασσα όπως το Αιγαίο, δεν χρειάζονται πανάκριβα σκάφη επιφάνειας αλλά έξυπνοι πύραυλοι,  άλλος θέτει ζητήματα ομοιοτυπίας συντήρησης ή συμβατότητας των οπλικών συστημάτων με το υπάρχον υλικό της χώρας. Μπορεί και να έχουν δίκιο.

Φρεγάτα [email protected]

Θα σταθούμε σε άλλες παραμέτρους. Πολιτικές κι οικονομικές. Ας δούμε την ιστορία που πολλές φορές είναι εξόχως διδακτική.  Στην λεγόμενη «Αγορά του Αιώνα» πίσω στο μακρινό 1984 η κυβέρνηση Παπανδρέου αποφάσισε την αγορά 40 αμερικανικών F16 ΚΑΙ 40 γαλλικών Mirage 2000 ακολουθώντας πολιτικά την τακτική των «δύο πηγών» παρά την διαφορετική εισήγηση του τότε Ανώτατου αεροπορικού συμβουλίου.  Χρήσιμο είναι λοιπόν σήμερα, σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον βέβαια να μην ταυτιστούμε πλήρως ως κράτος client μίας και μόνης μεγάλης δύναμης τα επόμενα χρόνια.

F16

Το κυριότερο όμως είναι πόσα από αυτά τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ θα περάσουν και μέσα από την ελληνική οικονομία. Θα υπάρξει υποέργο για την ελληνική αμυντική βιομηχανία; Θα δοθούν συμβόλαια για επιμέρους συστήματα που θα συμβάλλουν στην αύξηση του ελληνικού ακαθάριστου εθνικού προϊόντος; Θα γίνει αυτό που αμελήθηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις; Εκατοντάδες θέσεις εργασίας, δηλαδή που μπορούν και πρέπει να δημιουργηθούν εντός Ελλάδος από «αυτά τα 10 δισ».

Μείζον ζήτημα που δεν πρέπει να αφεθεί στην διακριτική ευχέρεια των Γάλλων ή των όποιων συμβαλλομένων αλλά  να απαιτηθεί από την ελληνική κυβέρνηση. Για παρεμφερείς λόγους αντίστοιχη ελληνική συμμετοχή πρέπει να εξασφαλισθεί και σε ένα άλλο κρίσιμο επίπεδο. Στη σειρά ιδιωτικοποιήσεων που ετοιμάζεται να προωθήσει η κυβέρνηση:

  • Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ)
  • ΛΑΡΚΟ
  • Ναυπηγεία Σκαρμαγκά και δη στρατιωτικό τους σκέλος
  • Ελληνική βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ)

Είναι ζήτημα ποιοτικής ενίσχυσης της ελληνικής οικονομίας αλλά και δημιουργία σοβαρών υποδομών μέσα από επενδύσεις που θα έχουν και ελληνική αναφορά για λόγους (μεταξύ άλλων) και εθνικής ασφάλειας.