Όταν ένας άνθρωπος ζωντανός υποχρεώνεται -ως λύση ανάγκης- να κοιμηθεί πάνω ή πλάι σε τάφο, να βρίσκει ασφαλές κατάλυμα μέσα σε νεκροταφείο, η εικόνα είναι εύγλωττη: Ουρλιαχτό, μια στεντόρεια κραυγή προς πάσα κατεύθυνση, κυρίως προς το δυτικό πολιτισμό, διότι εντός του πλαισίου του συμβαίνουν αυτά. Μιλάμε για ζωντανούς νεκρούς, που υπενθυμίζουν ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά…

Και οι εικόνες αυτές δεν προέρχονται από κάποια ευφάνταστη σειρά, που αποτυπώνει στην υπερβολή της κάποια καταστροφή, κάποια δυστυχία βαθιά. Μιλάμε για εικόνα σε ενεστώτα χρόνο στην ελληνική επικράτεια. Μιλάμε για γροθιά στο στομάχι με όρους παρόντος.

Οι συνθήκες διαβίωσης στη Μόρια ήταν ήδη ντροπιαστικές για κάθε άνθρωπο, ωστόσο μετά τη φωτιά η κατάσταση παροξύνθηκε: Άνθρωποι κάθε ηλικίας, πολλοί εξ αυτών με προβλήματα υγείας, πέρασαν τη νύχτα στο δρόμο, καθώς δεν υπήρχε άλλο μέρος να φιλοξενηθούν. Στο δρόμο κυριολεκτικά. Κι όχι μόνο αυτό- πολλοί μπήκαν μέσα σε κοιμητήριο και ξαπόστασαν πλάι ή και πάνω στους τάφους. Ζωντανοί νεκροί…

Η Μόρια (όπως επίσης η Σάμος, η Χίος, κλπ) είναι η βαθιά μαύρη τρύπα όπου η Ευρώπη έθαψε την ανεπάρκεια της στη διαχείριση του προσφυγικού. Οι ελληνικές κυβερνήσεις -είτε του ΣΥΡΙΖΑ είτε της ΝΔ- αποδείχθηκαν ανήμπορες να αντιμετωπίσουν ένα φαινόμενο που τις υπερβαίνει εκ των πραγμάτων. Και συνέδραμαν -σιωπηλώς- στο «θάψιμο» του προβλήματος. Όσο η Μόρια είναι χαμένη από τα βλέμματα (πλην των ντόπιων), μοιάζει και ξεχασμένη- φαινομενικά, έστω. Τεχνηέντως σίγουρα. Ένα «απόστημα» που κρύφτηκε πίσω από κάποιο δάκτυλο, απλώς για να μην φαίνεται, μα φαίνεται η σκιά του…

Και οι άνθρωποι εκεί φαντάσματα που περιφέρονται ασκόπως, αναζητώντας τη μοίρα τους. Η φωτιά -ανεξαρτήτως του ποιος ήταν ο εμπρηστής- δρα ως σκληρή υπενθύμιση: Η Μόρια δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, είναι εκεί κι εντός της (εντός της Ελλάδας, εντός της Ευρώπης) εξελίσσεται ένα δράμα με ζωντανούς νεκρούς.

Φωτογραφία: Daphne Tolis