Το αφιέρωμα περιγράφει την μοναδική φύση της περιοχής, με τα κυπαρίσσια, τις υπέροχες παραλίες, τις ελιές και το μοναδικό φως της Πελοποννήσου και το σπίτι σε χρώμα μελιού, που ανήκε στον Πάτρικ Λι Φέρμορ και την σύζυγό του, Τζόαν. Αναφέρει πως το σπίτι σχεδιάστηκε και χτίστηκε την δεκαετία του 60, με πέτρα που μετέφεραν από τον Ταϋγετο. Εδώ έζησε με την σύζυγό του, υποδεχόμενος φίλους και καλλιτέχνες διεθνούς εμβέλειας, ο Φέρμορ, ως τα τελευταία χρόνια του. Ο ίδιος ήθελε το σπίτι αυτό, να γίνει ένα καταφύγιο για τους συγγραφείς, ένα μέρος που θα μπορούσαν να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στο έργο τους – και αυτό το είχε πετύχει. Μετά τον θάνατό του, η οικία Φέρμορ πέρασε στο Μουσείο Μπενάκη, με την άδεια να ενοικιάζεται τους καλοκαιρινούς μήνες.

Το άρθρο γράφει πως το σπίτι, είναι τόσο διάσημο όσο και ο ίδιος ο Φέρμορ και ότι το άνοιγμα του για τους καλοκαιρινούς μήνες, μετά την άρση των μέτρων κατά της πανδημίας, έχει προκαλέσει ενθουσιασμό.  Θα υποδεχτεί τους πρώτους επισκέπτες του την 1η Ιουλίου, ημερομηνία στην οποία οι ελληνικές αρχές θα επιτρέψουν την λειτουργία των τουριστικών καταλυμάτων.  “Γνώριζα από φωτογραφίες πως το σπίτι είναι όμορφο, αλλά δεν ήμουν προετοιμασμένος για τον τρόπο που ανοίγεται στην θάλασσα και τον ουρανό” λέει ο δημοσιογράφος των FT. Τονίζει πως το σπίτι φιλοξενεί σημαντικά έργα τέχνης, από φίλους του ζευγαριού μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας.

Διαβάστε το άρθρο των Financial Times

Ποιος ήταν ο Πάτρικ Λι Φέρμορ

Ο σερ Πάτρικ “Πάντι” Μάικλ Λη Φέρμορ, (11 Φεβρουαρίου 1915 – 10 Ιουνίου 2011) θεωρείτο ως ένας “από τους μεγαλύτερους εν ζωή Βρετανούς περιηγητές” ενώ περιγράφτηκε κάποτε από το BBC ως “κράμα ανάμεσα σε Ιντιάνα Τζόουνς, Τζέιμς Μποντ και Γράχαμ Γκριν“. Γεννήθηκε στο Λονδίνο και ήταν γιος του Λιούις Λη Φέρμορ διακεκριμένου γεωλόγου και της Μούριελ Αϊλήν. Λίγο μετά τη γέννησή του η μητέρα του έφυγε, προκειμένου να συναντήσει τον πατέρα του στις Ινδίες, αφήνοντάς τον πίσω στην Αγγλία με μια άλλη οικογένεια.

Ως παιδί ο Λη Φέρμορ είχε προβλήματα με τη δομή και τους περιορισμούς της ακαδημαϊκής πειθαρχίας. Για αυτό τον έστειλαν σε σχολείο για “δύσκολα παιδιά“. Αργότερα αποβλήθηκε από το Κινγκς Σκουλ, του Καντέρμπουρι. Συνέχισε την μόρφωσή του, διαβάζοντας κείμενα στην Ελληνική και τα Λατινικά, έργα του Σαίξπηρ και ιστορία, με απώτερο στόχο τη Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ. Στην ηλικία των 18, αποφάσισε να ταξιδέψει στην Ευρώπη, από το Χουκ της Ολλανδίας έως την Κωνσταντινούπολη.

Ξεκίνησε στις 8 Δεκεμβρίου 1933, λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία, με λίγα ρούχα, το Βιβλίο Αγγλικών Στίχων της Οξφόρδης και ένα τόμο των Ωδών του Οράτιου. Κοιμόταν όπου εύρισκε, είτε σε αχυρώνες και καλύβες βοσκών, είτε σε σπίτια της αριστοκρατίας της Κεντρικής Ευρώπης, ακόμη και σε μοναστήρια. Δύο από τα περιηγητικά του έργα, Η εποχή της Δωρεάς (1977) και το Ανάμεσα στα Δάση και τα Νερά (1986), περιγράφουν με λεπτομέρειες το ταξίδι του.

Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη την 1η Ιανουαρίου 1935, και συνέχισε το ταξίδι του κατά μήκος της ελληνικής χερσονήσου. Τον Μάρτιο, ενεπλάκη με την εκστρατεία των βασιλικών δυνάμεων στη Μακεδονία ενάντια στη δημοκρατική εξέγερση του 1935. Στην Αθήνα, συνάντησε την Μπαλάσα Καντακουζηνού (Bălaşa Cantacuzino), Ρουμάνα ευγενή, την οποία και ερωτεύτηκε. Έζησαν σε έναν παλαιό νερόμυλο, έξω από την πόλη, που έβλεπε προς τον Πόρο. Εκείνος έγραφε και εκείνη ζωγράφιζε. Αργότερα μετακόμισαν στο Μπάλενι , τον οίκο της οικογένειας των Καντακουζηνών στη Μολδαβία, έως το ξέσπασμα του Πολέμου.

Με το ξέσπασμα του πολέμου ο Φέρμορ κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά, αλλά εξαιτίας της γνώσης που είχε ήδη για τον ελλαδικό χώρο, απεστάλη στο Σώμα Γενικών Καθηκόντων (General Service Corps) και έγινε στρατιωτικός σύνδεσμος στην Αλβανία. Πολέμησε στην Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, επέστρεψε στην Κρήτη τρεις φορές, τη μία με αλεξίπτωτο. Ανήκε σε μια ολιγάριθμη ομάδα αξιωματικών που είχε ως στόχο της της οργάνωση της αντίστασης του νησιού στη γερμανική κατοχή. Μεταμφιεσμένος ως βοσκός με το ψευδώνυμο Μιχάλης ή Filedem (Φιλεντέμ), έζησε περισσότερα από δύο χρόνια στα βουνά. Με τον Γουίλιαμ Στάνλεϊ Μος ως υπαρχηγό, Ο Λη Φέρμορ οδήγησε την ομάδα που απήγαγε το 1944 τον γερμανό διοικητή Χάινριχ Κράιπε, κοντά στις Αρχάνες.

Παντρεύτηκε το 1968 την Τζόαν Ελίζαμπεθ Ράινερ, που τον συνόδεψε σε πολλά από τα ταξίδια του μέχρι το θάνατό της στην Καρδαμύλη τον Ιούνιο του 2003 στην ηλικία των 91. Ζούσαν ένα τμήμα του χρόνου στο σπίτι τους, σε έναν ελαιώνα στην Καρδαμύλη της Μάνης (για την οποία συνέγραψε ομότιτλο βιβλίο, που μετέφρασε στα ελληνικά ο προσωπικός του φίλος, πρώην Πρωθυπουργός Τζαννής Τζαννετάκης) και το υπόλοιπο στο Γουορτσέστερσαιρ. Το 2004 ο Πάτρικ Λη Φέρμορ χρίστηκε ιππότης. Το 2007 ανέφερε πως αποφάσισε να χρησιμοποιήσει γραφομηχανή, έχοντας γράψει όλα τα βιβλία του έως τότε χειρόγραφα. Σε πολλά από τα έργα του ύμνησε τα ελληνικά τοπία με λυρικό τρόπο, ενώ ειδικά στο βιβλίο του με τίτλο “Ρούμελη” αποτύπωσε τις δύο, κατά την άποψή του, φαινομενικά αντίθετες μεταξύ τους πλευρές του Έλληνα, αυτή του “ανθρωπάκου” και εκείνην του ευγενή και φιλόξενου οικοδεσπότη.

Με πληροφορίες από FT και Wikipedia 

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις