Κυβέρνηση τράπεζες: Η απόφαση αυτή που ελήφθη εν μέσω των ειδικών συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί με την πανδημία, έρχεται ως «συνέχεια» ενός από τα πρώτα νομοθετήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, το οποίο προβλέπει ότι για να συνεχιστεί η διερεύνηση των εκκρεμών υποθέσεων απιστίας πρέπει πλέον να υποβληθεί έγκληση από τον δικαιούμενο, δηλαδή από την ίδια την τράπεζα. Μάλιστα ο νέος αυτός νόμος έδινε το δικαίωμα στις τράπεζες να υποβάλλουν την έγκληση τους εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του. Διαφορετικά οι δικογραφίες θα έμπαιναν στο αρχείο.

Τώρα λοιπόν, με τη συγκεκριμένη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που εκδόθηκε την Δευτέρα 13 Απριλίου 2020,  εξαιρούνται οι υποθέσεις αυτές από όλες τις υπόλοιπες για τις οποίες ισχύουν οι αναστολές προθεσμίας δήλωσης συνέχισης δίκης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση οι τράπεζες θα έπρεπε να εξηγήσουν στον κόσμο γιατί δεν κυνήγησαν τα επίορκα στελέχη τους.

Πιο αναλυτικά, βάσει του άρθρου 11 της ΠΝΠ από 11/03/2020 δόθηκε η εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης να αποφασίζουν για την αναστολή δικονομικών προθεσμιών. Δυνάμει αυτής εκδόθηκαν τρεις ΚΥΑ με τις οποίες προβλέφθηκε η αναστολή των νόμιμων και δικονομικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. Οι εν λόγω ΚΥΑ κάλυπταν την περίοδο από 13/03/2020 έως και 27/04/2020. Η πρόβλεψη αυτή κρίθηκε αναγκαία λόγω του σχεδόν πλήρους περιορισμού λειτουργιών των δικαστηρίων και των γραμματειών τους.

Με το άρθρο 46 όμως Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και συγκεκριμένα της ΠΝΠ 13/04/2020, προβλέφθηκε ρητά ότι η αναστολή της προθεσμίας αυτής που δόθηκε με τις ΚΥΑ «δεν καταλαμβάνει την προθεσμία δηλώσεων επιθυμίας προόδου εκκρεμών ποινικών διαδικασιών, που είχαν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως, με αντικείμενο πράξεις που διώκονταν αυτεπαγγέλτως, για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση».

Η πρόβλεψη αυτή αίρει ρητά την αναστολή που χορηγήθηκε δυνάμει των παραπάνω ΚΥΑ και, συνεπώς, στην πράξη καταλήγει να αίρει αναδρομικά την αναστολή για όλο το διάστημα από την πρώτη μέρα που επιβλήθηκε νομοθετικά μέχρι σήμερα. Και αφορά μάλιστα ακριβώς την περίοδο που οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν τέτοιες δηλώσεις αφενός δεν μπορούσαν να τις υποβάλουν λόγω του περιορισμού των εργασιών των δικαστηρίων και θεωρούσαν κιόλας ότι η μη υποβολή τους δεν θα είχε κανένα νομικό αποτέλεσμα, λόγω της ρητής νομοθετικής πρόβλεψης.

Μια από τις πλέον προβεβλημένες περιπτώσεις λοιπόν που αφορά η εν λόγω πρόβλεψη είναι αυτή των διώξεων υποθέσεων απιστίας των τραπεζικών στελεχών. Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση με το νόμο 4637/2019 και συγκεκριμένα με το άρθρο 6 παρ. 2 και το άρθρο 12 ν. 4637/2019 αφενός μεν έθεσε ως προϋπόθεση της δίωξης πράξεων απιστίας των τραπεζικών στελεχών ακόμη και σε κακουργηματικές υποθέσεις την υποβολή έγκλησης από τα ίδια τα διοικητικά όργανα των τραπεζών και αφετέρου δε προέβλεψε ότι «εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις απιστίας για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα νόμο ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση, δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου ότι επιθυμεί την πρόοδό τους».

Ο χρόνος δημοσίευσης του ως άνω νόμου ήταν η 18/11/2019. Το 4μηνο αυτό έληγε την 18/03/2020. Ο χρόνος έναρξης της αναστολής των προθεσμιών ξεκινούσε στις 13 Μαρτίου 2020. Η  επίμαχη Πράξη Νομοθετικού Περεχομένου που εκδόθηκε την Δευτέρα 13 Απριλίου 2020, ήρε αναδρομικά την εν λόγω αναστολή, αφήνοντας να «τρέξει» κανονικά το μέρος της προθεσμίας που απέμενε από την 13/03/2020 και μετά, εγκλωβίζοντας όσους ήθελαν, αλλά ακόμη δεν είχαν υποβάλλει τις σχετικές δηλώσεις, σε μια εξαναγκαστική απώλεια δικονομικών δικαιωμάτων τους.