Η κυβέρνηση βλέπει τώρα ότι ο μεγάλος κίνδυνος, εν μέσω της κρίσης, είναι να βρεθούν χωρίς ρευστότητα δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις, που είναι στα χαρτιά προβληματικές, αλλά δεν παύουν να απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων και, αν οδηγηθούν σε λουκέτο, θα προκληθεί σοβαρός «τραυματισμός» της οικονομίας και του κοινωνικού ιστού. Ως εκ τούτου επιχειρεί να ανοίξει τη στρόφιγγα της κρατικής ενίσχυσης και σε προβληματικές επιχειρήσεις εκτός των ΔΕΚΟ, μέσω των προγραμμάτων στήριξης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, καθώς οι προβληματικές εταιρείες παγίως εξαιρούνται λόγω των κοινοτικών κανονισμών από όλα τα προγράμματα κρατικής στήριξης.

Όπως δήλωσε στη Βουλή ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνις Γεωργιάδης, η κυβέρνηση έχει ζητήσει από την Κομισιόν να επιτρέψει κατ’ εξαίρεση την παροχή κρατικών ενισχύσεων σε προβληματικές επιχειρήσεις  προκειμένου αυτές να ενταχθούν στο δεύτερο κύκλο του προγράμματος για τα εγγυημένα δάνειά όπου το Δημόσιο θα παράσχει εγγυήσεις 1 δισ. για τη χορήγηση δανείων ύψους 3,5 δισ.

Αναφορικά με τις προβληματικές επιχειρήσεις και την ένταξή τους σε ενισχύσεις, ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε, πως «έχουμε κάνει αίτηση στις ευρωπαϊκές αρχές να υπάρξει για την περίοδο αυτή μια εξαίρεση επί του Κανονισμού και οι τράπεζες να χρηματοδοτήσουν μία επιχείρηση που κατά τον Κανονισμό θα ήταν προβληματική, αλλά, στην πραγματικότητα, παραμένει αξιόχρεη» και εξέφρασε την ελπίδα πως «θα πάρουμε την έγκριση της Ευρώπης» και τις επόμενες «10 ημέρες να έχουμε μια επίσημη απάντηση από τις ευρωπαϊκές αρχές. Εάν αυτό συμβεί, ενδεχομένως, να μπορούμε να αλλάξουμε την πρόσκληση του εγγυοδοτικού εργαλείου, σε αυτό το σημείο, για το δεύτερο δισεκατομμύριο».

Σε αντίστοιχες δηλώσεις του στη Βουλή, ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Γιάννης Τσακίρης δήλωσε: «Στις 12 Ιουνίου 2020 δηλαδή, πριν από λίγες μέρες και με πίεση της Ελλάδας και μερικών άλλων κρατών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι εξετάζει την αναμόρφωση του προσωρινού αυτού πλαισίου αναφορικά με την προβληματικότητα των μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή των επιχειρήσεων ως πενήντα εργαζομένους», ανέφερε ο υπουργός. Προτείνει η Κομισιόν – δεν έχει υιοθετηθεί – μικρές εταιρείες ως πενήντα εργαζομένους να βγουν από την πρόβλεψη της προβληματικότητας». Η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε να διευρυνθεί αυτός ο ορισμός, ώστε να επιτραπεί η κρατική ενίσχυση και σε μεγαλύτερες προβληματικές επιχειρήσεις: «Πάνω σε αυτήν την πρόταση της Κομισιόν ζητήσαμε αυτό το όριο να αυξηθεί στα 250 άτομα», είπε.

Και πρόσθεσε: «Ωστόσο δεν μένουμε εκεί. Ήδη επεξεργαζόμαστε ένα πλαίσιο για αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων κατά τα πρότυπα της Αυστρίας μέσω τραπεζικού δανεισμού».

Ειδικότερα, αναφερόμενος στα προγράμματα στήριξης της ρευστότητας των επιχειρήσεων που έχει ενεργοποιήσει η κυβέρνηση, ο κ. Τσακίρης τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι:

  • «Στις 3 Ιουνίου 2020 τέθηκε σε εφαρμογή το Ταμείο Εγγυοδοσίας Επιχειρήσεων COVID-19 μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας,αρχικής χρηματοδότησης 1 δισ. με δυνατότητα, όπως έχουμε πάρει έγκριση και από την Κομισιόν, να φτάσει στα 2,25 δισεκατομμύρια ευρώ.
  • Η δράση καλύπτει το σύνολο των επιχειρήσεων και μέσω της δράσης αυτής οι τράπεζες χορηγούν νέα δάνεια, εγγυημένα κατά 80% του ποσού του δανείου, ενώ η εγγύηση αυτή σε επίπεδο χαρτοφυλακίου τράπεζας φτάνει στο 40% του όγκου των επιχειρηματικών δανείων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και 30% για τα χαρτοφυλάκια δανείων μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ το κράτος επιδοτεί και την προμήθεια εγγύησης.
  • Η μόχλευση που δημιουργείται οδηγεί σε δανειακά κεφάλαια συνολικού ύψους 7 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι τράπεζες έχουν δεσμευτεί για πιστωτική επέκταση, νέα δάνεια, για το 2020 ύψους 15 έως 16 δισεκατομμυρίων ευρώ. Με βάση τα στοιχεία της 21ης Ιουνίου έχουν υποβληθεί συνολικά 80.000 αιτήσεις συνολικού προϋπολογισμού 19 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Η ΕΕ αποκλείει τις προβληματικές επιχειρήσεις

Η έκτακτη στήριξη προς τον ιδιωτικό τομέα που επιτρέπει το προσωρινό πλαίσιο της Ε.Ε. για τις κρατικές ενισχύσεις, το οποίο τέθηκε σε ισχύ τον Μάρτιο, δεν περιλαμβάνει επιχειρήσεις που «ήταν ήδη προβληματικές […] την 31η Δεκεμβρίου 2019», σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. (20/3). Σύμφωνα με το προσωρινό πλαίσιο, οι επιδοτήσεις και άλλες μορφές στήριξης δεν πρέπει να ξεπερνούν τις 800.000 ευρώ ανά εταιρεία (100.000 ευρώ για εταιρεία του αγροτικού τομέα, 120.000 ευρώ για αλιευτικές επιχειρήσεις ή ιχθυοκαλλιέργειες). Η καταληκτική ημερομηνία για τη χορήγησή τους είναι η 31η/12/2020.

Σχετικά με τις δημόσιες εγγυήσεις προς τις επιχειρήσεις για τη διευκόλυνση του δανεισμού τους, θα είναι διάρκειας έως έξι ετών και δεν θα ξεπερνούν το 90% της αξίας του δανείου – ή το 35% σε περίπτωση που το κράτος παρέχει εγγύηση πρώτης ζημίας έναντι των τραπεζών. Η εγγύηση «μπορεί να σχετίζεται τόσο με δάνεια για επενδύσεις όσο και με δάνεια για κεφάλαια κίνησης».
Το ίδιο το δάνειο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του διπλάσιου του μισθολογικού κόστους που καταβάλλει ετησίως η εταιρεία ή το 25% του συνολικού κύκλου εργασιών της το 2019. Για εταιρείες που ιδρύθηκαν εντός του 2019, μπορεί να ισούται με το «κατ’ εκτίμηση ετήσιο μισθολογικό κόστος για τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας». Το ποσό του δανείου μπορεί να αυξηθεί για να καλύψει ανάγκες ρευστότητας για τους επόμενους 18 μήνες για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και 12 μήνες για μεγάλες.

Σχετικά με την προσωρινή αναβολή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, σημειώνεται ότι δεν μπορεί να επεκταθεί πέρα από την 31η Δεκεμβρίου του 2022.

Αναγνωρίζουν το πρόβλημα και οι τραπεζίτες

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Γεώργιος Χαντζηνικολάου, αναγνώρισε το πρόβλημα, μιλώντας στη Βουλή. Τόνισε ότι, «αν και τα ποσά ρευστότητας που διοχετεύονται στην οικονομία είναι μεγάλα, οι παραπάνω περιορισμοί (σ.σ.: για τη χρηματοδότηση προβληματικών επιχειρήσεων) συνεπάγονται ότι η χρηματοδότηση και ο τραπεζικός δανεισμός, δεν θα φθάσει στα πιστοληπτικά ασθενέστερα στρώματα της οικονομίας. Το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση. Καλό θα ήταν να δοθούν κρατικές εγγυήσεις σε αυτές τις μονάδες (επιχειρήσεις και καταναλωτές), όπως έχει γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντιλαμβανόμαστε όμως τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της χώρας μας».

Ενδεικτικό αυτού του προβλήματος είναι ότι για το πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ ΙΙ, μέσω του οποίου μπορούν να χορηγηθούν δάνεια έως 2 δισ. ευρώ με επιδότηση του επιτοκίου για δύο χρόνια από το κράτος, υποβλήθηκαν συνολικά 98.000 αιτήσεις, αλλά έγιναν δεκτές μόνο οι 10.000, σύμφωνα με τα στοιχεία των τραπεζών. Για το πρόγραμμα των εγγυημένων δανείων της Αναπτυξιακής Τράπεζας, έχουν ζητηθεί δάνεια άνω των 19 δισ. ευρώ, αλλά το πρόγραμμα, ακόμη και αν όλες οι αιτούσες επιχειρήσεις ήταν αξιόχρεες, δεν μπορεί να διαθέσει περισσότερα από 7 δισ. ευρώ, συνεπώς οι περισσότερες αιτήσεις θα απορριφθούν.

Εξηγώντας το πρόβλημα με το χαρακτηρισμό των επιχειρήσεων ως «προβληματικών» και απαντώντας στις επικρίσεις που δέχονται οι τράπεζες από τις επιχειρήσεις, ο κ. Χαντζηνικολάου είπε: «Εκφράζουν δυσαρέσκεια οι επιχειρήσεις που αποκλείονται, ότι δεν είναι επιλέξιμες, είτε γιατί έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είτε γιατί έχουν αρρύθμιστες φορολογικές, ή ασφαλιστικές εισφορές, είτε γιατί έχουν ξεπεράσει το πλαφόν των κρατικών επιχορηγήσεων. Με άλλα λόγια, γιατί ανήκουν σε μία κατηγορία, που με δανειοδοτικούς κανόνες, είναι προβληματικές. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι κανόνες και οι συνθήκες χορήγησης αυτών των δανείων δεν έχουν καθορισθεί από τις τράπεζες, ή από την Κυβέρνηση. Επειδή η προέλευση των ενισχύσεων είναι ευρωπαϊκή, οι κανόνες και οι συνθήκες των δανείων έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και είναι οι ίδιοι και για την Ελλάδα, όπως και για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Και προϋπόθεση για όλα αυτά τα προγράμματα είναι οι επιχειρήσεις να ήταν ενήμερες και βιώσιμες στο τέλος του 2019. Αυτό αποκλείει αυτόματα τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια».