«Ο μεγάλος περίπατος της Αθήνας»: Όταν ένα πρόβλημα πολεοδομικό ανατίθεται σε μια ομάδα συγκοινωνιολόγων, το αντιμετωπίσουν αποκλειστικά ή κυρίως σαν κυκλοφοριακό πρόβλημα. Αυτομάτως αφαιρείται από τη διαδικασία της μελέτης ένα ζωτικό και αναγκαίο κομμάτι του σχεδιαστικού discourse. Πολύ πιθανόν λοιπόν μα προκύψουν συνέπειες που δεν έχουν προβλεφθεί. Παρουσιάζουμε την οπτική του αρχιτέκτονα Νίκου Ρώσση.

Xτες το απόγευμα εμφανίστηκε ως κεραυνός εν αιθρία η -με ευρεία πλειοψηφία- απόφαση έκτακτης (όπως συνάγεται από τα δημοσιεύματα) συνεδρίασης του Δ.Σ. της πόλης για μια μεγάλης κλίμακας πρόθεση «πεζοδρόμησης του κέντρου», με τον ευφάνταστο τίτλο «Ο μεγάλος περίπατος της Αθήνας».


Η δημοσίευση συνοδεύεται από φτωχής ποιότητας φωτορεαλιστικές απεικονίσεις, ενδεικτικές από τον βαθμό επιμέλειάς τους και τα απεικονιζόμενα, αυτού του «κάπως έτσι» που φαντάζονται οι συντάκτες ως προς την υλοποίηση της πρότασης.
Η όλη προσέγγιση φαίνεται να έχει εστιάσει αποκλειστικά στις κυκλοφοριακές επιπτώσεις του εγχειρήματος καθώς τα στοιχεία που αναφέρονται κάνουν λόγο κυρίως γι αυτές και σε επόμενο βαθμό για το πλήθος των «χιλιάδων τ.μ.» που «αποδίδονται στον κάτοικο» ως χρυσά φλουριά μάλλον.

Η μελέτη έχει συνταχθεί από συγκοινωνιολόγο πολ. μηχ. και καθηγητή στο αντικείμενό του στο ΕΜΠ, ενώ δεν γίνεται πουθενά αναφορά σε πολεοδομική ή άλλου είδους αρχιτεκτονική μελέτη, νέα ή προηγούμενη.
Απ’ αυτό που προκύπτει από την ανακοίνωση, δεν πρόκειται για την τελική εφαρμογή, αλλά για μια πιλοτική με πρόχειρα μέσα, με σκοπό τη δοκιμή κυρίως σε κυκλοφοριακό επίπεδο, ώστε να καταγραφούν τα κατά τόπους προβλήματα και να ληφθούν υπόψη κατά τον τελικό σχεδιασμό.
(Σημειώνεται πως κάτι αντίστοιχο είχε γίνει σε σημαντικά μικρότερη κλίμακα όμως, σε συγκεκριμένους δρόμους πέριξ της Αιόλου και κατέληξε σε υλοποίηση της πεζοδρόμησης πρόσφατα).

Μέχρι εδώ λοιπόν έχουμε:

  • Μια σαφώς πολιτικής τακτικής αιφνίδια ανακοίνωση μελέτης και όχι πρόθεσης επεξεργασίας ενός εγχειρήματος.
  • Το αντικείμενό αφορά όχι ένα τυχαίο κτίριο ιδιοκτησίας του Δήμου, αλλά τον πυρήνα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής και δραστηριότητας της πόλης σε όλα τα επίπεδα, τον δημόσιο χώρο του ιστορικού κέντρου της.
  • Η κλίμακά της αναπτύσσεται στο σύνολο του κέντρου της πόλης και όχι σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του.
  • Η μελέτη είναι σχεδόν αποκλειστικά κυκλοφοριακών επιπτώσεων ως αποτέλεσμα προτιθέμενων πεζοδρομήσεων σε συγκεκριμένα σημεία, χωρίς περαιτέρω αναφορά στους επιθυμητούς από αυτή την κίνηση στόχους ή το σκεπτικό που οδήγησε στις συγκεκριμένες επιλογές.

Παράλληλα, γνωρίζουμε πως ιστορικά για την προσέγγιση των ζητημάτων του κέντρου της πόλης έχει υπάρξει ένας αριθμός προσεγγίσεων, αναλύσεων και μελετών κατά την τελευταία τουλάχιστον τεσσαρακονταετία, άλλες σε εντελώς θεωρητικό επίπεδο ή επίπεδο προθέσεων και άλλες σε σημαντικά πιο προχωρημένο βαθμό. Η τελευταία σημαντική της δεύτερης κατηγορίας (ένα σχεδόν βήμα πριν την υλοποίηση) ήταν το εγχείρημα του Re-think, που αφορούσε «μόνο» την επέμβαση στον κομβικό άξονα της Πανεπιστημίου και τις σημαντικότερες παρυφές του.

Γι αυτό το «μόνο» είχαν τρέξει παράλληλα δύο ερευνητικά προγράμματα στις σχολές αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών του ΕΜΠ και ένας διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός με μεγάλη συμμετοχή και δημοσιότητα, καθώς και πλήθος θέσεων και αντιθέσεων επί της επικείμενης υλοποίησής του.

Όμως, η όποια κίνηση επέμβασης στο σύνολο του δημόσιου χώρου του ιστορικού κέντρου μιας πόλης 2500 ετών και 5εκ. κατοίκων που ταυτόχρονα είναι η πρωτεύουσα μιας χώρας με μια από τις σημαντικότερες βιομηχανίες της τον τουρισμό, σίγουρα δεν είναι το ευκολότερο προς επίλυση πρόβλημα στον κόσμο, μάλλον το αντίθετο.

Κι αυτό γιατί κανείς πρέπει να συγκεράσει τους οικονομικούς παράγοντες (δηλαδή την ενίσχυση της κίνησης και της εμπορικής δραστηριότητας του επί δεκαετία σε καταστολή κτιριακού δυναμικού της περιοχής, τόσο με εγχώριο ανακυκλοφορούν όσο και με φρέσκο από το εξωτερικό χρήμα), με τους κοινωνικούς που έχουν να κάνουν με την καθημερινή ζωή, την εργασία, τη μετακίνηση και την αναψυχή των κατοίκων της.

Το πρόβλημα είναι πως συνήθως, όπως και στην παραπάνω πρόταση, οι προτεραιότητες τίθενται με την ίδια σειρά, κάτι που δείχνει ως πρόθεση να γίνεται και στο παρόν εγχείρημα. Κι αυτό γιατί η πρόθεση πεζοδρόμησης και απόδοσης χώρου στον κάτοικο – πεζό ως πρωταρχική σύλληψη δείχνει (και είναι) σωστή, αλλά όχι στεγνά από μόνη της και όχι χωρίς την εξασφάλιση ενός πλήθους δεσμεύσεων και προϋποθέσεων που πηγάζουν πρωτίστως από τα θεμελιώδη ερωτήματα (το λεγόμενο «brief» των κλαρινο-‘20s) του «τι», «για ποιον», «πού» και «πώς».

Έτσι, η πρόθεση «πεζοδρόμησης του κέντρου της Αθήνας» ενώ φαινομενικά απαντάει σε όλα τα παραπάνω, πρακτικά έχει ως αφετηρία το τελευταίο, με τα επόμενα να στριμώχνονται πρόχειρα και με το δεύτερο να μένει εντελώς μετέωρο προς διευκρίνιση κλείνοντας το μάτι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση που μάλλον δε μιλάει τη γλώσσα του τόπου, παρά λίγες αν και αγαπημένες λέξεις όπως «tzatziki», «mousaka» και «malaka».

Είναι κατανοητό πως για μια τέτοιας κλίμακας και πλήθους βαθμών ελευθερίας κίνηση θα πρέπει να ληφθούν κάποιες πρωταρχικές αποφάσεις, ώστε το εγχείρημα να μην καταλήξει όπως και πολλά προηγούμενα στο ράφι, αλλά όχι προτού παρουσιαστεί η βασική πρόθεση, ληφθούν υπόψη (υιοθετούμενες ή απορριπτόμενες αιτιολογημένα) μελέτες που έχουν γίνει στο παρελθόν πάνω στο ίδιο θέμα και τεθούν τα ερωτήματα του κάθε σταδίου στους αρμόδιους για την επεξεργασία και απάντησή τους.
Kαι όλα αυτά να γίνουν σύμφωνα με τη θεσμοθετημένη διαδικασία όπως συμβαίνει στις ευνομούμενες πολιτείες στις οποίες, όπως δηλώνουμε, επιθυμούμε να κατατασσόμαστε.