427 χρόνια από τη γέννηση της Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι: Η Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι κατάφερε να αναγνωριστεί ως μία από τις σπουδαιότερες γυναίκες ζωγράφους της μπαρόκ και να κυριαρχήσει σε έναν καθαρά ανδροκρατούμενο χώρο για τα δεδομένα της εποχής. Χρησιμοποίησε τα πινέλα της για να μιλήσει για την γυναικεία σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση, θύμα της οποίας είχε υπάρξει και η ίδια.

Ο δημοφιλέστερος πίνακας της ζωγράφου με τίτλο «Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη» αποτέλεσε μια προσωπική μαρτυρία για ένα συνταρακτικό γεγονός της ζωής της. Η ίδια αναγκάστηκε να παντρευτεί τον βιαστή της, ο οποίος, αν και δικάστηκε, αφέθηκε ελεύθερος με τις ευλογίες του Πάπα. Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν πως ο διάσημος πίνακας «Δαβίδ και Γολιάθ» είναι έργο της Τζεντιλέσκι, ενώ μέχρι πρότινος αποδιδόταν σε έναν άνδρα ζωγράφο, μαθητή του ζωγράφου πατέρα της.

Το 1611 συνέβη κάτι που θα άλλαζε για πάντα την ίδια, τη ζωή και το έργο της. Ο στενός συνεργάτης του πατέρα της και δάσκαλος της στην προοπτική, Αγκοστίνο Τάσι την βίασε. Ο 30χρονος ζωγράφος, της υποσχέθηκε ότι θα την παντρευτεί, ωστόσο αυτό δεν έγινε, και εννέα μήνες μετά, ο πατέρας της Αρτεμισίας, πήγε στα δικαστήρια τον συνεργάτη του για αθέτηση της υπόσχεσης. Ο  Τάσι ύστερα από επτά μήνες που διήρκεσε η δίκη, αφέθηκε ελεύθερος. Τον προστάτευε όπως θα γίνει γνωστό αργότερα ο Πάπας Ιννοκέντιος, καθώς συνεργαζόταν με τον Οράτσιο σε τοιχογραφίες στο παπικό Παλάτσο Κιρινάλε.

Σε 400 ετών έγγραφο που διασώζεται μέχρι σήμερα, έχουν αποτυπωθεί τα πρακτικά της δίκης εκείνης. Η Αρτεμισία μιλά με θάρρος. Με λέξεις που ραπίζουν το ιταλικό πατριαρχικό σύστημα. Με λέξεις που και σήμερα θα μπορούσαν να σταθούν επάξια σε μία δίκη.

Η Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι από κατήγορος βρέθηκε να λογοδοτεί στο δικαστήριο σαν να ήταν αυτή κατηγορούμενη. Υποβλήθηκε σε αναγκαστική γυναικολογική εξέταση ενώπιον του δικαστηρίου, για να αποδειχθεί η ειλικρίνεια της καταγγελίας της. Ο δικαστής είχε προτείνει έναν ακόμη τρόπο βασανισμού, ο οποίος και εφαρμόστηκε. Γύρω από τα δάχτυλά της τοποθετήθηκαν συσκευές σύνθλιψης, που τραβούσαν τα δάχτυλα δυνατά. Σε ένα γραπτό ντοκουμέντο 400 ετών που έχει διασωθεί από τη δίκη, η Αρτεμίζια εκείνη την ώρα κοίταξε τον βιαστή της και του είπε «Αυτοί οι σφιγκτήρες είναι το δαχτυλίδι γάμου που μου υποσχέθηκες«

Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης δίκης, οι περισσότεροι μάρτυρες περιέγραφαν τη ζωγράφο ως μια φιλήσυχη και παθιασμένη με τη ζωγραφική κοπέλα. Ο Αγκοστίνο Τάσσι, αντιθέτως, περιγράφηκε ως ένας βίαιος χαρακτήρας και μάλιστα πολλοί ήταν εκείνοι που κατέθεσαν πως είχε σκοτώσει την προηγούμενη γυναίκα του, χωρίς όμως να αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Η αθώωση με παρέμβαση του Πάπα Παρά και τις καταθέσεις, το δικαστήριο αποφάσισε την αθώωσή του. Ήταν κάτι αναμενόμενο, αφού ο 30χρονος ζωγράφος είχε την εύνοια του Πάπα της Ρώμης, κάτι που τον έκανε «άτρωτο» από τέτοιες υποθέσεις. Ο Πάπας δήλωσε μετά τη δίκη «Ο Τάσσι είναι ο μόνος ζωγράφος που δεν με απογοητεύει. Όλοι οι υπόλοιποι ζωγράφοι προσποιούνται πως είναι άνθρωποι με τιμή, αλλά με απογοητεύουν συχνά«. Μετά το τέλος της δίκης, η ζωγράφος ταξίδεψε στη Φλωρεντία και κατάφερε να κάνει μια καινούρια αρχή και να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Πολύ γρήγορα έγινε μία από τις πιο γνωστές ζωγράφους της Ευρώπης και οι πίνακές της γοήτευσαν μέχρι τους Μεδίκους και τον Κάρολο Α’ της Αγγλίας.

Ήταν μια από τις σπουδαιότερες ζωγράφους του μπαρόκ -αυτό της το αναγνώριζαν όλοι- και οπαδός του Καραβάτζιο, ο οποίος ολοφάνερα έχει επηρεάσει το έργο της. Η ίδια τον είχε συναντήσει πολλές φορές. Ήταν φίλος του πατέρα της και επισκεπτόταν το σπίτι της αρκετά συχνά. Μετά από την περιπέτεια, του βιασμού και της δίκης, η Αρτεμισία παντρεύτηκε έναν άλλο ζωγράφο τον Πιεραντόνιο Στιαττέζι και εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία. Η προσωπική της ζωή μπορεί αν ήταν βαρετή, -ο μεγαλύτερός της κατά πολλά χρόνια ζωγράφος, ήταν επιλογή του πατέρα της- η επαγγελματική της όμως καριέρα γνώριζε άνθιση. Εκείνη την έποχή, έγινε ζωγράφος της Αυλής, ευνοούμενη των Μεδίκων και το 1614 έγινε η πρώτη γυναίκα μέλος της Accademia delle Arti del Disegno.

 

Στη Φλωρεντία γνώρισε τον Γαλιλαίο, αλλά και τον Φραντσέσκο Μαρία ντι Νικολό Μαρίνγκι, ο οποίος έγινε εραστής και υποστηρικτής της. Έκανε το δικό της εργαστήριο και είχε τους προσωπικούς βοηθούς της. Όλα σχεδόν τα έργα της έχουν γυναίκες πρωταγωνίστριες -με προτίμηση στις βιβλικές μορφές- που τις διακρίνει το θάρρος, η αποφασιστικότητα και η ισχυρή προσωπικότητα και όχι οι γυναικείες ιδιότητες της ευαισθησίας και της αδυναμίας. Τα έξοδα ωστόσο ήταν δυσβάσταχτα. Το 1620 επέστρεψε στην Ρώμη λόγω χρεών και το 1630 εγκαταστάθηκε στη Νάπολη, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της, εκτός από ένα μικρό διάστημα όπου πήγε στην Αγγλία για να συνεργαστεί και πάλι με τον πατέρα της ο οποίος είχε γίνει ζωγράφος του Καρόλου Α΄ το 1638.

Ο Οράτσιο πέθανε έναν χρόνο αργότερα και η Αρτεμισία επέστρεψε στη Νάπολη. Πέθανε το 1653.