Ανήσυχοι εμφανίζονται οι επαγγελματίες της υγείας σχετικά με την πορεία του κορονοϊού στη χώρα μας. Τα κρούσματα είναι πλέον καθημερινά διψήφια, την Τετάρτη κατεγράφησαν 27 νέα, ενώ πλέον οι λοιμωξιολόγοι εισηγούνται η χρήση μάσκας να γίνει υποχρεωτική ακόμα και στους κλειστούς χώρους. Την ίδια ώρα ανησυχητικά είναι τα ευρήματα δημοσκόπησης για την τήρηση των μέτρων.

Ο καθηγητής της Πολιτικής της Υγείας, Ηλίας Μόσιαλος πήρε θέση υπέρ της υποχρεωτικότητας της μάσκας σε κλειστούς χώρους. Ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στο εξωτερικό για θέματα κορονοϊού, έγραψε στο προσωπικό του προφίλ στο facebook τα εξής: «Η χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους πρέπει να είναι υποχρεωτική». Με αυτή του τη θέση ο κ. Μόσιαλος συντάχθηκε στο πλευρό μιας σειράς λοιμωξιολόγων που εδώ και μέρες εκπέμπουν αυτό το μήνυμα προς την κυβέρνηση αναφορικά με τις μάσκες. Στο Μέγαρο Μαξίμου την Τετάρτη, πραγματοποιήθηκε έκτακτη σύσκεψη για τα μέτρα χωρίς ωστόσο να ληφθεί απόφαση για τις μάσκες.

Οι λοιμωξιολόγοι αναφέρουν ακόμα και όπου η χρήση μάσκας είναι υποχρεωτική αρκετοί που φορούν μάσκα δεν την τοποθετούν σωστά. Πολλοί την τοποθετούν στο πηγούνι, λόγω ζέστης. Όπως είναι αυτονόητο, η λάθος χρήση της μάσκας δεν έχει κανένα αποτέλεσμα προστασίας.

Παρόμοια είναι και η θέση του λοιμωξιολόγου, Μάριο Λαζανά ο οποίος σημείωσε πως η χρήση μάσκας πρέπει να γίνει υποχρεωτική σε όλους τους κλειστούς χώρους παρά το γεγονός ότι μέχρι τώρα υπήρχε σύσταση ή αυστηρή σύσταση, σημειώνοντας ότι για τον Έλληνα δε σημαίνει τίποτα: «Υποχρέωση σημαίνει ότι αν σε βρει χωρίς μάσκα μπορεί να έχεις και πρόστιμο. Μάσκες από τους επισκέπτες, μάσκες από τους πωλητές. Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω πώς πηγαίνεις σε έναν φούρνο και ψωνίζεις και δεν φορούν μάσκες οι πωλητές. Ακόμα και στις επιχειρήσεις, στους χώρους εργασίας, θα έπρεπε οι εργαζόμενοι να φορούν μάσκα».

Ο καθηγητής Παθολογίας και Λοιμωξιολογίας, Αθανάσιος Σκουτέλης, μίλησε στο OPEN TV και έκανε λόγο για τη χαλάρωση των μέτρων: «Από τότε που άρχισε το lockdown συζητούσαμε όλοι πότε θα αρθούν τα μέτρα. Και είχαμε επανειλημμένα πει ότι τα μέτρα θα αρχίσουν να αίρονται σταδιακά, με την προοπτική, αν τυχόν η άρση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των κρουσμάτων, να επαναφέρονται. Αυτό το on – off, που γίνεται πάντοτε και γινόταν και είχε σχεδιαστεί εξαρχής. Τώρα είμαστε στη φάση λοιπόν που πιθανόν να χρειαστεί να επαναφέρουμε τα περιοριστικά μέτρα ή να εντατικοποιήσουμε μερικά μέτρα τα οποία είχαν χαλαρώσει. Μην ξεχνάτε ότι το μόνο που έχει μέχρι στιγμής αποδώσει αποδεδειγμένα είναι η τήρηση των αποστάσεων. Όλα τα άλλα είναι για να τα συζητάμε: εμβόλια, θεραπείες κλπ. Άρα, λοιπόν, εκεί πρέπει να εστιάσουμε, στις αποστάσεις οι οποίες δεν τηρούνται και δευτερευόντως στη χρήση μάσκας, το πλύσιμο των χεριών και όλα τα άλλα».

Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ η προληπτική χρήση της μάσκας έκανε 9 στους 10 πολίτες να μην τη φορούν. Αντιθέτως, στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, που η χρήση της μάσκας είναι υποχρεωτική, οι Έλληνες τη φορούν σχεδόν ανελλιπώς.

Δημοσκόπηση δείχνει χαλάρωση

Παρά την ανησυχητική αύξηση των κρουσμάτων δημοσκόπηση δείχνει πως 4 στους 10 Έλληνες έχουν χαλαρώσει σε σχέση με τα μέτρα. Συγκεκριμένα σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποίησε ο τηλεοπτικός σταθμός Alpha σε συνεργασία με την εταιρεία Marc το 47,1% απάντησε πως τηρεί τα ίδια μέτρα προφύλαξης όπως και πριν, δηλαδή κατά την περίοδο της καραντίνας. Το 41,6% απάντησε πως ναι μεν τηρεί τα μέτρα αλλά λιγότερο από πριν και το 10,9% απάντησε πως δεν τηρεί τα μέτρα.

Η δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε σε 1.003 νοικοκυριά το διάστημα από τις 10 Ιουλίου έως τις 13 Ιουλίου. Οι ερωτηθέντες κλήθηκαν να απαντήσουν στο αν τηρούν τα μέτρα προφύλαξης που τους προστατεύουν από τον κορονοϊό μετά την άρση της καραντίνας. Στο παρακάτω γράφημα φαίνεται η χαλάρωση στα μέτρα ανά ηλικία και φύλο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα της στάσης που θα τηρήσουν οι πολίτες αν δουν παραβιάσεις των μέτρων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης σχεδόν 6 στους 10 δεν θα αντιδράσει. Συγκεκριμένα, το 57,3% απαντά πως δεν κάνει κάτι εάν παρατηρήσει παραβίαση των μέτρων προστασίας, το 34,5% απαντά πως διαμαρτύρεται στον υπεύθυνο και μόλις το 2,4% απαντά πως κάνει καταγγελία στις αρμόδιες αρχές.