Ο Μιχαήλ Καλάσνικοφ κατασκεύασε το πυροβόλο ΑΚ-47 λίγο μετά το τέλος του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου.Το επίσημο όνομα του όπλου, ΑΚ-47, προκύπτει από τα αρχικά του «Αφτομάτ Καλασνικόβα» («Αυτόματο του Καλάσνικοφ») και τον αριθμό 47, επειδή άρχισε να κατασκευάζεται το 1947.

Γρήγορα, το Καλάσνικοφ έγινε το πιο δημοφιλές φορητό όπλο στον κόσμο, εξαιτίας των μοναδικών του ιδιοτήτων. Με το «όπλο των φτωχών», όπως έχει αποκληθεί, πολεμούν τακτικές στρατιωτικές μονάδες, αλλά και αντάρτες απελευθερωτικών κινημάτων.

Από τους πλέον παρασημοφορημένους Ρώσους, ο Καλάσνικοφ δεν είχε λάβει ωστόσο κανένα οικονομικό όφελος για τη δημιουργία του  που χρησιμοποιείται από τους στρατούς περισσοτέρων από 80 χωρών σε όλο τον κόσμο, καθώς η Ρωσία δεν αναγνώρισε το δικαίωμά του στην πνευματική ιδιοκτησία.

Ο Καλάσνικοφ γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1919 σε ένα μικρό χωριό της Σιβηρίας. Η οικογένειά του ανήκε στην τάξη των εύπορων χωρικών. Ο πατέρας του εξορίστηκε το 1930 και η οικογένεια έχασε την  περιουσία της και εξορίστηκε επίσης στη Σιβηρία όταν ο Μιχαήλ ήταν 11 ετών.

Τραυματίστηκε στις πρώτες μάχες μεταξύ του σοβιετικού στρατού και των Ναζί το 1941 και τότε ξεκίνησε να κατασκευάζει το όπλο που έφτασε να γίνει το περίφημο AK-47 το 1947, ένα τουφέκι «εξαιρετικά απλό, φτιαγμένο για έναν στρατιώτη που δεν έχει δίπλωμα», όπως είχε πει ο ίδιος. Όπως δήλωσε αργότερα «ζήλευα τους Γερμανούς στρατιώτες, που ο καθένας του είχε το δικό του αυτόματο, ενώ εμείς συχνά πολεμούσαμε με ένα όπλο ανά τρεις. Έτσι, σκέφτηκα να σχεδιάσω ένα αξιόπιστο όπλο, για να έχουν οι στρατιώτες μας ένα μικρού μεγέθους αυτόματο όπλο, όπως είχαν οι Γερμανοί… Ένα δικό μου, αξιόπιστο όπλο».

Για το διάσημο όπλο υπάρχει ακόμα και τραγούδι, στο οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων: «Καλάσνικοφ, Καλάσνικοφ τι καταπληκτικό όπλο! Εδώ και μισό αιώνα διάσημο σ΄ όλο τον κόσμο. Ένα εξαιρετικό όπλο που υπηρετεί αξιόπιστα την πατρίδα».

Το 1953 ο Καλάσνικοφ έγινε μέλος του ΚΚΣΕ και διετέλεσε κατ’ επανάληψη βουλευτής του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ. Τιμήθηκε με πλήθος διακρίσεων και αναγορεύτηκε σε διδάκτορα των τεχνικών επιστημών, αν και ήταν αυτοδίδακτος.

«Δεν φταίει το όπλο μου, οι πολιτικοί δεν βρίσκουν ειρηνικά λύσεις»

«Οι Ναζί ήταν αυτοί που με έκαναν κατασκευαστή όπλου για την υπεράσπιση της πατρίδας μου», είχε πει το 2009, όταν γιόρτασε τα 90ά γενέθλιά του, λέγοντας πως «δεν είναι ευχάριστο να βλέπω κάθε είδους εγκληματίες να πυροβολούν με τα όπλα μου».

Για πολλά χρόνια εργάζονταν μακριά από τα μάτια της δημοσιότητας. Μόλις τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής τους έγινε ευρύτερα γνωστός στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και το εξωτερικό. Στις δημόσιες εμφανίσεις του απαντούσε συχνά στις κατηγορίες ότι έφτιαξε ένα όπλο από το οποίο εκατομμύρια έχουν χάσει τη ζωή τους: «Με ρωτάνε πως μπορώ και κοιμάμαι τα βράδια. Και απαντώ πάντα πως δεν φταίει το όπλο μου, αλλά οι πολιτικοί που δεν είναι σε θέση να βρουν ειρηνικά λύσεις. Εγώ δεν θέλω να υπάρχουν καθόλου όπλα στον κόσμο».

Πάντως το διάσημο AK-47 εκτός από χρήματα του απέφερε αναγνώριση και διακρίσεις. Μεταξύ άλλων του τιμήθηκε με τα κορυφαία βραβεία «ήρωας της σοσιαλιστικής εργασίας» και «ήρωας της ρωσικής ομοσπονδίας» που απονέμονται για εξαιρετικά επιτεύγματα. Από το 2017, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, υπάρχει στο κέντρο της Μόσχας ανδριάντας που δείχνει τον Καλάσνικοφ με το πυροβόλο του στο χέρι.

Διηύθυνε μέχρι τα ογδόντα του ένα σχεδιαστικό γραφείο, που είχε αναλάβει την εξέλιξη του ΑΚ-47 και τη δημιουργία και άλλων όπλων, όπως τα αυτόματα ΑΚΜ, ΑΚ-74, το οπλοπολυβόλο RPK, το ημιαυτόματο τυφέκιο Saiga και το πολυβόλο άρματος των 7,62 χιλιοστών. Στο σχεδιασμό των όπλων αυτών καθοριστική ήταν η συνεισφορά της δεύτερης συζύγου του Γεκατερίνα Μοϊσέγεβνα, η οποία ήταν διπλωματούχος μηχανικός και με την οποία είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά. Ο γιος του Βίκτορ ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του και δημιούργησε ένα αυτόματο πιστόλι, το Bizon-2, το οποίο χρησιμοποιεί η ρωσική αστυνομία.

Ο Καλάσνικοφ απεβίωσε στην γενέτειρά του, Ιζβέβσκ, στην Ουντμουρτία κοντά στα Ουράλια Όρη, όπου εξακολουθεί να κατασκευάζεται το τουφέκι του. Έφυγε από τη ζωή στις 23 Δεκεμβρίου 2013, σε ηλικία 94 ετών. Πριν πεθάνει είχε μπει αρκετές φορές στο νοσοκομείο λόγω προβλημάτων με την υγεία του που ήδη τον είχαν υποχρεώσει να σταματήσει να εργάζεται από το 2012.