“Όσο χρονών κι αν είσαι, μην αφήσεις την ψυχούλα σου να γεράσει. Μη μαλώνεις τα παιδιά που παίζουν, τα σκυλιά που σου κουνάνε την ουρά, τους ανθρώπους που δεν μπαίνουν στα καλούπια σου” γράφει η δημοσιογράφος στο άρθρο της. “Μη γίνεις η γριά στο κατώφλι”.

“«Αστεφάνωτη σ’ έχει;» Πρέπει να ήμουν είκοσι χρονών. Περπατούσαμε με το αγόρι μου στα καλντερίμια ενός κυκλαδίτικου νησιού. Όμορφα όλα, γραφικά κι ασβεστωμένα, θάλασσες λαμπίκο, βασιλικοί στη γλάστρα και μαυροντυμένες γριές στα κατώφλια των σπιτιών. Άπειρες γριές. Ολόιδιες μεταξύ τους. Κλώνοι. Λες και βγήκαν από το δυστοπικό εργαστήριο ενός σατανικού επιστήμονα. Δεν ήταν μόνο το dress code που τις έκανε ίδιες κι απαράλλαχτες. Ήταν το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια μάτια, η ίδια στάση του σώματος, το ίδιο μισό χαμόγελο. Μισό και λίγο ξινό”.

“Και το βλέμμα ραντάρ. Όλα να τα δουν, όλα να τα σχολιάσουν, ποια πέρασε, τι φόραγε, ποιος την είδε, τί τής είπε, μήπως την έχει αγαπητικιά, πολλά λέγονται, πολλά ακούγονται, βοά ο κόσμος βοά, χώρια που η κουμπάρα του μπακάλη τους είδε με τα μάτια της. Φτου να μου χαθεί η παστρικιά, η ντροπή της μάνας της, κρίμα το ξύλο που έφαγε απ’ τον πατέρα της, με τη ζωστήρα την έδερνε ο σχωρεμένος ο άγιος άνθρωπος για να την κάνει άνθρωπο. «Αστεφάνωτη σ’ έχει;»”.

“Ζέστη, κατακαλόκαιρο εκεί στο καφενεδάκι κολλητά δίπλα στα κατώφλια της Κολάσεως. Τρεις γριές κάθονταν εκεί. Πάντα τρεις κάθονται, ούτε δυο ούτε τέσσερις, σαν πίνακας ζωγραφικής για τουρίστες. Πιάσανε κουβέντα μαζί μας. Τι όμορφο ζευγάρι, φτου να σάς χαρώ έτσι πάνε αυτά στην αρχή, μαλακά και λάου λάου. Η ώρα περνούσε, οι ερωτήσεις χόντραιναν, γίνονταν όλο και πιο αδιάκριτες, μόνο το βρακί μας που δεν τους δείξαμε. Παντρεμένοι είστε; Αρραβωνιασμένοι; Λογοδοσμένοι; «Όχι». «Αστεφάνωτη σ’ έχει;»

Πρόσεξε πόσο θεά είναι αυτή η πρόταση: δεν ρωτιέται το ζευγάρι, η γυναίκα ρωτιέται. Αυτός έχει αστεφάνωτη εσένα που αναμφίβολα λυσσάς για γάμο κι επιδιώκεις να τυλίξεις το κελεπούρι. Να βάλεις άνθη λεμονιάς, να κάνεις παιδιά κι εγγόνια, να σ’ αξιώσει ο Θεός να γεράσεις σε ένα κατώφλι με φόντο μπλε παράθυρο. Ή στο ισόγειο της πολυκατοικίας, ή όπου πάντων. Να γεράσεις, να πεθάνεις κι η υστεροφημία σου να είναι ‘αχ τα ντολμαδάκια της μακαρίτισσας της μαμάς’. ‘Η μητέρα που καθαρίζει φασολάκια στη δροσερή αυλόπορτα’ λέει ο Ρίτσος. Εγώ φασολάκια δε θυμάμαι, το βλέμμα τους θυμάμαι. Μοχθηρό άνευ λόγου, μίζερο άνευ αιτίας.

Ούτε από χτες σε ξέρανε, ούτε είχαν προσωπικά μαζί σου. Απλά επειδή βαριόντουσαν, σε ξέσκιζαν έτσι για την αλητεία. Μπορεί να ήτανε καλές μανάδες, καλές γιαγιάδες, και θυσίες να έκαναν, και τη μπουκιά απ’ το στόμα τους να δίναν στο παιδί τους. Μόνο μην το σκάσει κανείς από τους δικούς τους κανόνες και τα δικά τους συρματοπλέγματα. Μην ξεφύγει απ’ αυτές τις Ιέρειες του Προκρούστη γιατί ήταν πιο ψηλός, πιο κοντός, παχύς, αδύνατος, γιατί του άρεσαν τα αγόρια, γιατί τής άρεσαν τα κορίτσια, γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί, γιατί ήθελε να ταξιδέψει, να χαράξει τη δική του ρότα χωρίς να τον καταδιώκουν οι total black Ερινύες στο κάθε του βήμα.

Τέτοιες υπάρχουν παντού. Στα χωριά και στα νησιά, σε πόλεις και σε κωμοπόλεις, σε συνοικίες, σε γειτονιές, άλλες με μαύρα κι άλλες με φλοράλ.
Μη γίνεις κούκλα μου, ποτέ η γριά στο κατώφλι. Στο μπαλκόνι. Στο κομμωτήριο. Στο γραφείο. Όσο χρονών κι αν είσαι, μην αφήσεις την ψυχούλα σου να γεράσει. Μη μαλώνεις τα παιδιά που παίζουν, τα σκυλιά που σου κουνάνε την ουρά, τους ανθρώπους που δεν μπαίνουν στα καλούπια σου.Καρδιά αγκινάρα να έχεις, καρδιά μου. Και τότε δεν θα μεγαλώσεις ποτέ. Όπως δεν μεγαλώνουν οι φίλες μας. Που ανοίγουν μια αγκαλιά γεμάτη καλούδια και φιλιά για να στεγνώνουν τα δάκρυά τους οι πονεμένοι άνθρωποι. Γι’ αυτό τις αγαπάμε, αγάπη μου. Κι ας μη σώσουν να μαγειρέψουν ντολμαδάκια“.