Από τη γραβάτα του Τσίπρα στο πουκάμισο έξω από το παντελόνι: Η ιστορία του ελληνικού dress code
Aπό μια απλή φωτογραφία ή ένα βίντεο μπορεί να ξεσπάσει συζήτηση για τα ιερά και τα όσια του ελληνικού «ευπρεπούς».
Ποιος ορίζει το ευπρεπές; Αυτό σκεπτόμουν βλέποντας ξανά και ξανά το βίντεο από την «ιερή κατσάδα» του Δωδώνης Χρυσόστομου στον εκπαιδευτικό που εκφωνούσε μέσα στην εκκλησία λόγο με αμφίεση που δεν συμμορφωνόταν στον χώρο αλλά και στην στιγμή, ήταν η δοξολογία για την εθνική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου.
Aπό μια απλή φωτογραφία ή ένα βίντεο μπορεί να ξεσπάσει συζήτηση για τα ιερά και τα όσια του ελληνικού «ευπρεπούς». Κάπως έτσι μου ήρθαν στο μυαλό, εικόνες βουλευτών στο βήμα της Βουλής με αμφίεση που καθόλου δεν άρμοζε στον χώρο. Ποιος ξεχνάει τη μπλούζα της Ραχήλ Μακρή με τον παπαγάλο;
Ή την Σοφία Γαϊτάνη του ΣΥΡΙΖΑ με την μπλούζα με την νεκροκεφαλή;
Τέτοιες εικόνες αποδεικνύουν περίτρανα μια αέναη πνευματική σύγκρουση που καλά κρατεί μέχρι τις ημέρες μας, ανάμεσα στο κύρος και την ελευθερία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να ισορροπεί ανάμεσα στη βυζαντινή επισημότητα και τη μεσογειακή χαλαρότητα.
Μια λεπτομέρεια αμφίεσης έγινε αιτία δημόσιου διαλόγου για το πού αρχίζει και πού τελειώνει ο σεβασμός — και ποιος τελικά καθορίζει το «πρωτόκολλο» του ντυσίματος.
Από το φράκο στο σακάκι: η γέννηση του ελληνικού πρωτοκόλλου
Η Ελλάδα, ήδη από τον 19ο αιώνα, δανείστηκε τους κανόνες του ευρωπαϊκού πρωτοκόλλου. Στις επίσημες τελετές της βασιλικής αυλής, αλλά και στη δημόσια ζωή, οι πολίτες και οι πολιτικοί όφειλαν να φορούν φράκο, στολή ή ένδυμα με παράσημα, ανάλογα με τον βαθμό και το αξίωμά τους. Το ρούχο, τότε, δεν ήταν απλώς κάλυψη — ήταν μέρος της ιεραρχίας.
Στην Εκκλησία, η έννοια της «ευπρέπειας» είχε άλλη διάσταση. Δεν ήταν ταξική, αλλά πνευματική. Η αμφίεση των πιστών να αποπνέει σεμνότητα και σεβασμό, όχι πολυτέλεια. Γι’ αυτό και οι αυστηρές οδηγίες για την εμφάνιση μέσα στους ναούς επιβίωσαν μέχρι σήμερα, ακόμη κι αν άλλαξαν εποχές.
Όταν το ρούχο έγινε πολιτική δήλωση
Μετά τη Μεταπολίτευση, η ελληνική κοινωνία χαλάρωσε τα κουμπιά της – κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο πρώτος που εγκατέλειψε συνειδητά τη γραβάτα, υιοθετώντας ένα πιο «λαϊκό» προφίλ που έσπαζε τα στερεότυπα του πολιτικού της δεκαετίας του ’60.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξαν τη γραβάτα σε... σύμβολο ταξικής απόστασης. Η απουσία της παρουσιαζόταν ως πράξη αντίστασης στο «κατεστημένο», μέχρι που η περίφημη υπόσχεση του τότε πρωθυπουργού —ότι θα φορέσει γραβάτα μόνο αν λυθεί το χρέος— έγινε πολιτικό ανέκδοτο.
Από την άλλη, η επιστροφή της γραβάτας επί Νέας Δημοκρατίας συνδέθηκε με την ιδέα της «κανονικότητας». Το ίδιο ρούχο, δύο αντίθετες πολιτικές σημασίες.
Το ρούχο ως κοινωνικός κώδικας
Αν κάτι δείχνει η ιστορία του ελληνικού dress code, είναι ότι το ντύσιμο ποτέ δεν υπήρξε ουδέτερο.
Η «κατάλληλη εμφάνιση» άλλαζε ανάλογα με το ποιος μιλούσε, πού στεκόταν και ποιον ήθελε να πείσει. Ο δάσκαλος, ο πολιτικός, ο ιερέας, ο πολίτης — όλοι είχαν (και έχουν) διαφορετικά πρωτόκολλα ένδυσης, έστω και άτυπα.
Στην εποχή των social media, όπου κάθε φωτογραφία γίνεται αντικείμενο σχολιασμού, το ντύσιμο εξακολουθεί να λειτουργεί ως μέσο ταύτισης ή απόρριψης. Ένα πουκάμισο έξω μπορεί να σημαίνει αδιαφορία ή απλότητα, ανάλογα με το ποιος το φορά και ποιος το κρίνει.
Το νέο πρωτόκολλο της εποχής
Οι σύγχρονες κοινωνίες δεν έχουν καταργήσει τους κανόνες του ντυσίματος, απλώς τους έχουν μεταμορφώσει.
Στα υπουργικά συμβούλια μπορεί να βλέπεις πλέον σακάκια χωρίς γραβάτα, στις τελετές φοιτητές με sneakers και στους ναούς πιστούς με casual ντύσιμο. Το παλιό «πρέπει να είσαι ευπρεπής» έχει αντικατασταθεί από το «πρέπει να είσαι ο εαυτός σου».