Δεν έχει να κάνει με τη φτώχεια που σε σπρώχνει στην απόγνωση ή στην απονενοημένη πράξη. Ούτε με μία προσπάθεια εξόδου από μία ζωή που κατατρώγεται από το άγχος της επιβίωσης.  Έχει να κάνει με τη νοοτροπία «να πιάσω την καλή». Με την διάχυτη επιθυμία να αποκτήσω μία κάποια άνεση με συνοπτικές διαδικασίες. Που προϋπήρχε πριν συναντηθεί η χώρα με τη φτώχεια, ως μέρος της καθημερινότητας.

Η αναζήτηση χαμένου θησαυρού και χρυσού είναι προσφιλής διαδικασία για αρκετούς συμπολίτες μας, που όπως προανέφερα δεν έχει να κάνει με την οικονομική κατάσταση και μόρφωση. Από την Κρήτη, τη Ρόδο, την Καστοριά, τη Νάουσα, την Αττική ιστορίες και φήμες κυκλοφορούν. Κανείς δεν γνωρίζει αν υπάρχουν, καμία απόδειξη δεν πιστοποιεί την ύπαρξή τους, ωστόσο οι θρύλοι ταξιδεύουν περί ύπαρξης κρυμμένων θησαυρών, παρακινεί πολλούς να τους αναζητήσουν. Κάποιες φορές, με ολέθρια αποτελέσματα.

Έτσι κι οι τρεις άνδρες, 35-45 ετών βρήκαν πρόσφατα κακό θάνατο.  Ψάχνοντας σε πηγάδι για χρυσό. Τόσο πολύ είχαν πιστέψει ότι θα αλλάξει η μοίρα της ζωής του, τόσο άδικα την έχασαν. Δεν έκαναν τίποτα παράνομο. Δεν είχε να κάνει με την «αρπαχτή», μια έννοια με την οποία έχει ζυμωθεί  η χώρα, όπως ζυμώθηκε και με το «ρουσφέτι». Έχει να κάνει με το λαϊκό όνειρο να «πιάσω την καλή». Όμως αυτό το όνειρο η πραγματικότητα το επιστρέφει ως εφιάλτη.

Κάποτε χρυσοθήρες παραλίγο να γκρεμίσουν ιστορικό πέτρινο γεφύρι στην Καρδίτσα, καθώς μέσα στην πλάνη τους και τη θολούρα τους, ήταν πεπεισμένοι ότι σε αυτό βρίσκεται κρυμμένος θησαυρός. Αλλά αυτοί οι τρεις άνθρωποι γκρέμισαν τη ζωή τους, κι αυτό προκαλεί οδύνη.

Η λέξη «φρούδος» σημαίνει «αυτός που βρίσκεται μπροστά στο δρόμο, που έχει προχωρήσει και δεν είναι ορατός». Οι φρούδες ελπίδες είναι λοιπόν κι αυτές που έχουν φύγει μπροστά, δεν είναι ορατές και τις κυνηγάμε μάταια, χάνοντας το νόημα της ζωής. Μερικές φορές και την ίδια τη ζωή.