Αυτό που εκστομίστηκε στον αέρα, και το οποίο αρνούμαι να πληκτρολογήσω, δεν είναι ούτε μια σεξιστική ανοησία που λένε τα αγοράκια μεταξύ τους στις παρέες χωρίς να την εννοούν, ούτε μια κοινή χυδαιότητα που από ατύχημα βγήκε στον αέρα, από έναν κατά τα άλλα ουδέτερο δίαυλο.

Δεν είναι αποτέλεσμα ενός rape culture που συμβαίνει να υπάρχει γενικά επειδή «έτσι είναι οι άντρες από τη φύση τους» κ.λπ. Δεν φυτρώνει μόνο του. Υπάρχει και ανθεί γιατί καλλιεργείται δεκαετίες, άμεσα ή έμμεσα. Αλλά όταν πλέον το βλέπεις στην τηλεόραση είναι γιατί η αθλιότητα πια έχει φτάσει σε οριακό σημείο.

Δεν είναι μόνο ένα κοινωνικό προϊόν, αποτέλεσμα της εγγενώς σεξιστικής κοινωνίας. Είναι και κάτι το οποίο η τηλεόραση δεν έκανε τίποτα για να το αλλάξει και να το αποτρέψει, αντιθέτως το προωθεί και το αναπαράγει. Διότι από την τηλεοπτική αθλιότητα και την μαζική κατανάλωσή της, μέχρι το να μιλάς ανοιχτά για βιασμούς δεν είναι ακριβώς δύο τσιγάρα δρόμος αλλά πολύ πολύ περισσότερα.

Η ιδιωτική τηλεόραση πήρε τις χειρότερες αγκυλώσεις της υπερσυντηρητικής Ελλάδας, τα χειρότερα άγχη ταυτότητας, τον κακώς εννοούμενο επαρχιωτισμό, όλο το πακέτο της «παραδοσιακότητας» και τα πέταξε πίσω στην κοινωνία παρουσιάζοντάς τα ως «λαϊκή» ή ποπ κουλτούρα, με στόχο είτε να τα χλευάσει ως παρατράγουδα είτε να τα αποθεώσει ως αυθεντικά «λαϊκά» πρότυπα προκειμένου η κοινωνία να νιώσει δικαιωμένη και κολακευμένη.

Κολακευμένη που οι ήρωες των σειρών, οι παίκτες των ριάλιτι, μέχρι και οι παρουσιαστές κουβαλούσαν ακριβώς τα ίδια άγχη και τις ίδιες αγκυλώσεις με όλους. Έτσι αντί η τηλεόραση να δίνει κίνητρο για να γίνει ο καθένας μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού του, κατέληξε να δίνει κίνητρο για να μείνει ίδιος ή να γίνει χειρότερος.
Αυτό το Freak Show, άλλοτε πραγματικό και άλλοτε στημένο όχι απλά επικράτησε αλλά κατάπιε οτιδήποτε και οποιονδήποτε επιχειρούσε να αφηγηθεί κάτι άλλο, όχι αναγκαστικά πιο ποιοτικό, απλά διαφορετικό.

Το επιχείρημα «αυτά θέλει να βλέπει ο κόσμος» κανονικοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που το ενδεχόμενο «να βελτιώσουμε τον κόσμο μέσω μιας ποιοτικής εκπαιδευτικής, ενημερωτικής και ψυχαγωγικής τηλεόρασης» βγήκε εντελώς από το κάδρο.
Βεβαίως τα ριάλιτι επικράτησαν, και για οικονομικούς λόγους. Γεμίζουν τον τηλεοπτικό χρόνο το βράδυ, το επόμενο πρωί συζητιούνται από τις εκπομπές κουτσομπολιού, το μεσημέρι το ίδιο και κάπως έτσι με μια εκπομπή σε ένα κανάλι γεμίζει το πρόγραμμα τριών καναλιών όλη μέρα και βγαίνουν τα χρήματα για τα δελτία ειδήσεων που δεν έχουν διαφημιστικά έσοδα.

Ταυτόχρονα από το κουτσομπολιό περί των ριάλιτι τρέφονται περιοδικά, ιντερνετικά σάιτ, κανάλια στο YouTube, και κάπως έτσι αυτό που έχει πρακτικά μηδενικό περιεχόμενο, καταλήγει να πολλαπλασιάζεται και να είναι παντού, με τεράστιο spread, σε σημείο που το βλέπεις θέλεις δεν θέλεις.

Έτσι εδώ και πολλά χρόνια «σερβίρονται» σκουπίδια, η κοινωνία καταναλώνει σκουπίδια, η τηλεόραση σερβίρει χειρότερα σκουπίδια, η κοινωνία ζητάει ακόμα χειρότερα σκουπίδια κι αυτό καταλήγει σε μια δίνη που όχι απλά χειροτερεύει διαρκώς την ποιότητα των πάντων, αλλά καθιστά τη χυδαιότητα, την αφέλεια, την αμορφωσιά, τη θρησκοληψία, τον εθνικισμό, τον σεξισμό κλπ. κανονικότητα.

Μια κανονικότητα, στην οποία ακόμα κι αν έχεις επιλέξει να μην ανήκεις, ή πιο σωστά ειδικά αν έχεις επιλέξει να μην ανήκεις, σου τρίβεται στα μούτρα με τσαμπουκά από τους «κανονικούς» γιατί εσύ είσαι ο «θολο-κουλτουριάρης».

Αυτό που με απασχολεί είναι το τί θα δεχόταν η κοινωνία ως κανονικότητα και νομίζω ότι χωρίς την ιδιωτική τηλεόραση δεν θα είχαμε κανονικοποιήσει ως κοινωνία, ούτε αυτό που εκστόμισε ο παίκτης, αλλά (κυρίως) ούτε και όλη τη σφαίρα των συναφών και συνοδών άθλιων αφηγημάτων που καταλήγουν εν δυνάμει σε αυτά που κατέληξε να λέει αυτός και στην νοοτροπία αυτή.

Δεν θα είχαμε δεχθεί δηλαδή την απέχθεια και τον ρεβανσισμό εντός των κοινωνικών σχέσεων ως κάτι κανονικό, δεν θα είχαμε θεωρήσει την απόρριψη από τον άλλο ανάξια σεβασμού ή προσωπική αποτυχία, δεν θα είχαμε τοποθετήσει την ευαισθησία και την τρυφερότητα στην σφαίρα της αδυναμίας, δεν θα είχαμε επιτρέψει την τοξική ματσίλα να παρουσιάζεται ως γοητευτική αρρενωπότητα, δεν θα βλέπαμε τον έρωτα ή την σεξουαλικότητα ως τρόπαιο.

Είναι αναγκαίο να καταλάβουμε την κοινωνική μηχανική και να βρούμε τις συνδέσεις. Γιατί σήμερα το πρόβλημα είναι το Big Brother και έχουμε εστιάσει εκεί, στο ποιοι πήγαν και τί λένε, αλλά αυτό δεν είναι ούτε σημερινό ούτε αποκλειστικά πρόβλημα της συγκεκριμένης εκπομπής.

Αν σε όλο αυτό κάνεις zoom out και επιχειρήσεις να το δεις ολόκληρο τότε είναι σαν το inception, σαν μια τεράστια Μπάμπουσκα. Ένα μικρό Big Brother, μέσα σε ένα πιο μεγάλο Big Brother, μέσα σε ένα ακόμα μεγαλύτερο Big Brother και τελικά όλο αυτό μέσα στην ίδια την κοινωνία η οποία τελικά είναι ένα τεράστιο Big Brother.  Όπου όλοι είναι ταυτόχρονα παρατηρητές και παρατηρούμενοι, όλοι υποδύονται ρόλους που τους ανατέθηκαν ή υιοθέτησαν, σε ένα παιχνίδι διαρκούς επίδειξης ακραίας χυδαιότητας, μίσους και ρεβανσισμού σχεδόν όλων προς όλους. Όλοι ταυτόχρονα εν δυνάμει θύματα και θύτες σε μια διαρκώς επιταχυνόμενη σπειροειδή κίνηση προς τα κάτω εδώ και δεκαετίες.

Το Big Brother είναι η απεικόνιση αυτής της καταβύθισης και ταυτόχρονα ο καταλύτης, ή ένας από τους πολλούς, για τη συνέχισή της. Το γεγονός ότι εκεί μέσα κάποιος μιλάει ανοιχτά για βιασμούς δεν απεικονίζει μόνο την αθλιότητα του Big Brother αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο. Το χειρότερο είναι ότι προσωπικά, όσο κι αν με θίγει, δεν με εκπλήσσει, προφανώς γιατί δεν περίμενα αυτό για να ξέρω ότι η κοινωνία είναι γεμάτη σκουπίδια σε σημείο επικίνδυνο και γιατί ξέρω ότι αυτά τα σκουπίδια είναι εκεί κι είναι πολλά, είτε τα δείχνει η τηλεόραση είτε όχι.

Και φυσικά δε θα εξαφανιστούν αν απλά δεν τα βλέπω στην τηλεόραση. Το πρόβλημα είναι ότι η τηλεοπτική θέαση παράγει πρότυπα και ταυτότητες και λειτουργεί ως εν δυνάμει κανονικοποίηση του θεάματος και του θεώμενου από τον θεατή, μοιράζοντας ρόλους, διαμορφώνοντας αφηγήματα κλπ.

Και κάπως έτσι τελικά αναπαράγει και την καταβύθιση μέσω του τηλεοπτικού διαύλου που δυστυχώς στην Ελλάδα παραμένει ένας από τους βασικούς φορείς κοινωνικοποίησης παρά τη διείσδυση του ίντερνετ και του YouTube, το οποίο μάλιστα στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα πιο ποιοτικό. Όταν δηλαδή γίνεται star ο Ντάνος του Survivor, ανοίγεις το YouTube και σου βγάζει «Ντάνο», δεν έχεις και καμία ελπίδα να δεις κάτι άλλο…

Και κάπως έτσι όλο αυτό καταλήγει να είναι ένα κλειστό σχήμα από το οποίο για να βγεις δεν αρκούν οι απαγορεύσεις και οι ακυρώσεις. Ενδεχομένως δεν είναι και σωστό ειδικά αν σκεφτεί κανείς τί μπορεί κάτι τέτοιο να σημαίνει δυνητικά στο μέλλον. Πρέπει με άλλα μέσα να μάθεις στην κοινωνία σταδιακά να ζητάει κάτι άλλο και να θέλει η ίδια να γίνει κάτι άλλο. Κάτι που να είναι έξω από την διαρκή τοξική της ομφαλοσκόπηση, έξω και πάνω από τις άρρωστες εκδοχές της υπερσυντηρητικής κοινωνικής κατασκευής της και τις προεκτάσεις της.

Χρειάζονται σχολεία που να μην στοχεύουν να βγάλουν μόνο καλούς μαθητές, αλλά καλούς ανθρώπους, ανοιχτούς και κοινωνικά ευαίσθητους, με σεξουαλική και κοινωνική αγωγή, συνεργάσιμους, με ανθρώπινες ποιότητες και γενική παιδεία. Όλα τα άλλα έρχονται μετά.

Χρειάζεται να δοθεί χώρος και δυνατότητες ειδικά στους νέους, έτσι ώστε να ζουν και να επιβιώνουν ελεύθερα, χωρίς τις κοινωνικές πιέσεις που δέχονται ειδικά στις επαρχίες (αλλά και στις πόλεις), ώστε να μην χρειάζεται να ακολουθήσουν τα πρότυπα και να υιοθετήσουν τις αγκυλώσεις των προηγούμενων φοβούμενοι ότι αλλιώς δεν θα ανταποκριθούν στον κοινωνικό ρόλο που τους ανατέθηκε.

Πρέπει να έχουν τα ερεθίσματα για να ξέρουν αν θέλουν να ανταποκριθούν σε αυτούς τους ρόλους, ή να τους αμφισβητήσουν και να επιλέξουν κάτι άλλο. Πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν το δικαίωμα της επιλογής και την ανεξαρτησία για να το κάνουν. Πρέπει να μάθουμε στους ανθρώπους να αναζητούν την ταυτότητά τους σε αυτό που είναι οι ίδιοι και σε αυτό που παράγουν, όχι σε αυτό που καταναλώνουν, ειδικά αν αυτό είναι άλλοι άνθρωποι. Πρέπει να μάθουμε στους ανθρώπους ότι το μέτρο δεν είναι αριθμητικό αλλά ποιοτικό, ότι το εγώ έχει αξία μόνο δίπλα στο εσύ και μέσα στο εμείς.