Είναι ακόμη αντικείμενο συζήτησης για ποιον λόγο ο πρώην Πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι προκάλεσε την κυβερνητική κρίση στα τέλη Ιανουαρίου. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από πολιτικές και δημοσιογραφικές πηγές κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Ρέντσι εξακολουθούν να ισχύουν, καθώς τα γεγονότα δεν τις διέψευσαν.

Μια πρώτη ερμηνεία βασίζεται στο θυμικό του Ρέντσι, στο υπερτροφικό εγώ του, στην ανάγκη του να βρίσκεται πάντα μπροστά στους προβολείς της δημοσιότητας και στην άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται από πέρυσι το καλοκαίρι, όταν αντικαταστάθηκε στη θέση του Γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος από τον Νικόλα Τζινγκαρέτι. Τότε είχε τη λαμπρή ιδέα να αποχωρήσει από αυτό και να ιδρύσει το δικό του προσωπικό κόμμα: αντέστρεψε το μπερλουσκονικής έμπνευσης Viva l’ Italia και το έκανε Italia Viva, δηλαδή «Ζωντανή Ιταλία». Κόμμα που οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο 2%.

Αλλά ισχύει και η άλλη, βαθύτερη εξήγηση, που αποδίδει στον Ρέντσι το ρόλο του «οδοστρωτήρα» για λογαριασμό του ισχυρού τραπεζικού λόμπι, με το οποίο ο πρώην Πρωθυπουργός διατηρούσε ανέκαθεν ισχυρούς δεσμούς. Υπενθυμίζουμε πως ο πρώην χριστιανοδημοκράτης πατέρας του ήταν μέλος του ΔΣ μιας μικρής τοπικής τράπεζας της Τοσκάνης και είναι ακόμη υπόδικος για μια σειρά από ατασθαλίες. Το ίδιο ισχύει και για την στενή συνεργάτη του και πρώην υπουργό Έλενα Μπόσκι, η οποία επίσης προέρχεται από τραπεζικά περιβάλλοντα, καθώς και για άλλους λιγότερους γνωστούς συνεργάτες του Ρέντσι.

Σε αυτό το πλαίσιο, της εξυπηρέτησης ισχυρών συμφερόντων με ανταλλάγματα, πιθανώς να εντάσσεται και η επιθυμία που ο πρώην Πρωθυπουργός εξέφρασε πρόσφατα, να αναλάβει κάποιο διεθνές αξίωμα, όπως, επί παραδείγματι, να διαδεχθεί τον Νορβηγό Στόλτενμπεργκ ως Γραμματέας του ΝΑΤΟ.
Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε αποτελεί πρόβλημα για το λόμπι αυτό. Αφού εγκαταλείφθηκε καθ’ οδόν ο κραυγαλέος αντιευρωπαϊσμός του Κινήματος 5 Αστέρων αλλά και της Λέγκας, η δεύτερη κυβέρνηση Κόντε ανέλαβε ενεργό αλλά και θετικό ρόλο στο ευρωπαϊκό μέτωπο, με συνεχείς παρεμβάσεις και διαπραγματεύσεις, κυρίως τους τελευταίους μήνες, όταν θεσπίστηκε το Ταμείο Ανάκαμψης. Το αποτέλεσμα ήταν να εξασφαλίσει η Ιταλία το μεγαλύτερο ποσό, περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια ευρώ, μόνον κατά το ήμισυ ως δάνειο. Αυτό το ποσό επιδίωξε να διαχειριστεί ο Κόντε κι εκεί επενέβησαν οι ιταλικές τράπεζες και «επενδυτικές» εταιρείες holding. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο μια νέα (και πολλοστή) ενίσχυση των ταλαίπωρων ιταλικών τραπεζών, αλλά και πιθανή προσφυγή στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, με αναπόφευκτη εφαρμογή των σχετικών όρων επί της Ιταλίας. Είναι ουσιαστικά το ίδιο σχέδιο που η Ευρωζώνη είχε προσπαθήσει να επιβάλει το 2011 με την τεχνοκρατική κυβέρνηση του Μάριο Μόντι και που τελικά δεν προχώρησε.
Αν, λοιπόν, ο Ρέντσι δεν κατάφερε να προκαλέσει αμέσως κυβερνητική κρίση, καθώς -όπως ξέρουμε- ο Κόντε εξασφάλισε πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, εντούτοις κατάφερε να προκαλέσει στον Ιταλό Πρωθυπουργό μια σειρά από σοβαρά προβλήματα, δημιουργώντας μια κατάσταση παρατεταμένης κυβερνητικής αστάθειας που τελικά οδήγησε στην παραίτηση του τελευταίου.
Το πρώτο πρόβλημα του Κόντε ήταν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα ήταν αναγκασμένος να βασίζεται στους «πρόθυμους» υποστηρικτές σε κάθε ψηφοφορία στη Γερουσία. Δεν είναι τυχαίο που ο Ιταλός Πρόεδρος είχε ζητήσει από τον Κόντε να εξασφαλίσει «μεγαλύτερη συνοχή» στον κυβερνητικό συνασπισμό. Οι δε «πρόθυμοι» ήδη διεκδικούσαν κάποια «αναγνώριση» για την υποστήριξη τους, ενδεχομένως τα δυο υπουργεία που οι πρώην υπουργοί του Ρέντσι άφησαν «ακέφαλα».
Επί αυτού υπήρξε μια επιπλοκή. Ανάμεσα στους «πρόθυμους» υποστηρικτές της πλειοψηφίας ήταν και οι δύο γερουσιαστές του λιλιπούτειου κόμματος UDC («Χριστιανοδημοκρατική Ένωση»), οι οποίοι εξελέγησαν στη λίστα του Forza Italia του Μπερλουσκόνι. Να όμως που η εισαγγελία εναντίον της μαφίας της Καλαβρίας έστειλε δικαστική κλήση στον Λορέντζο Τσέζα, γραμματέα του μικρού κόμματος, τον οποίο ήδη βαραίνει μια καταδίκη για διαφθορά. Αυτή τη φορά η κατηγορία είναι πως η Ντράγκετα (η μαφία της Καλαβρίας) προσέφερε στο μικρό καθολικό κόμμα ψήφους και σε αντάλλαγμα εισέπραττε εργολαβίες. Δύσκολο το UDC να ενταχθεί στη νέα κυβέρνηση.
Και το Δημοκρατικό Κόμμα και ο υπουργός Εξωτερικών Λουίτζι Ντι Μάιο (του Κινήματος 5 Αστέρων) δεν θεωρούν καθόλου απίθανο η κυβερνητική κρίση να καταλήξει τελικά σε πρόωρες εκλογές πριν από τον Ιούνιο. Το μήνα αυτό ξεκινά το αποκαλούμενο «λευκό εξάμηνο», δηλαδή το τελευταίο του Προέδρου Ματαρέλα, η θητεία του οποίου λήγει στις 31 Ιανουαρίου 2022. Το ιταλικό Σύνταγμα απαγορεύει στον Πρόεδρο να διαλύσει το Κοινοβούλιο και να προκηρύξει εκλογές κατά το εξάμηνο αυτό.
Ο Ματαρέλα, όμως, είναι Πρόεδρος που προέρχεται από τον πολιτικό στίβο, γνωρίζει καλά το παιχνίδι και δύσκολα θα ενδώσει στις πιέσεις για πρόωρες κάλπες στην καρδιά μιας πανδημίας πριν εξαντλήσει όλα τα όπλα που έχει στη διάθεση του προκειμένου να εξασφαλίσει τη διακυβέρνηση της χώρας. Αξίζει να σημειωθούν επ΄ αυτού οι επανειλημμένες εκκλήσεις του Μπερλουσκόνι να ενταχθεί στο κυβερνητικό σχήμα ή να υποστηρίξει μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», όλα ενδεχόμενα που παραμένουν στο τραπέζι.
Εάν γίνονταν τώρα εκλογές, η Λέγκα του Σαλβίνι πιθανώς να ήταν το πρώτο κόμμα με 26%. Αλλά το αστέρι του Σαλβίνι δεν λάμπει πλέον. Το καλοκαίρι του 2019 ημίγυμνος, με το μοχίτο στο χέρι, σε παραλία της Μιλάνο Μαρίτιμα, απαίτησε να εξασφαλίσει «απεριόριστη εξουσία». Οι ψηφοφόροι του είπαν όχι, έχασε την κυβέρνηση και κινδυνεύει να χάσει και τη Λέγκα. Ο άνθρωπος του, ο περιφερειάρχης Λομβαρδίας Φοντάνα, είναι υπόδικος για σωρεία οικονομικών σκανδάλων κατά τη διαχείριση της επιδημίας. Αντιθέτως, ο εσωκομματικός του αντίπαλος Λούκα Τζάια, πανίσχυρος περιφερειάρχης της Περιφέρειας Βένετο, δεν χάνει ευκαιρία να του βάλει «τρικλοποδιά» προκειμένου να αναλάβει την ηγεσία της Λέγκας. Το ίδιο σχεδιάζει ακόμη και το δεξί του χέρι, ο Τζανκάρλο Τζορτζέτι, που εγκατέλειψε την εμμονή περί μεταναστευτικού και μετρίασε ριζικά τον αντιευρωπαϊσμό του, «αδειάζοντας» τη ρητορική του αρχηγού.
Πιθανώς η Λέγκα μαζί με το ακροδεξιό κόμμα Αδελφοί της Ιταλίας (είναι οι πρώτοι στίχοι του ιταλικού εθνικού ύμνου) της Τζόρτζα Μελόνι (16,3%) και το Forza Italia (5%) του Μπερλουσκόνι να εξασφάλιζαν μαζί το 47%. Αλλά το ζήτημα δεν είναι αριθμητικό. Η Μελόνι στοχεύει να αποσπάσει όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους από τη Λέγκα, στοχεύοντας στις νοσταλγικές ψήφους της νιότης της, όταν ήταν στη Νεολαία του νεοφασιστικού κόμματος MSI (Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα). Από τη διάλυση όμως του MSI έχουν περάσει 26 χρόνια, οι ηλικιωμένοι νοσταλγοί του Μουσολίνι απεβίωσαν και οι νεότεροι φασίστες προτιμούν τη στράτευση σε πιο μαχητικές ομάδες, όπως η Casa Pound ή άλλα γκρουπούσκουλα. Δεν ωφελούν οι εθνικιστικές και αντιευρωπαϊκές κραυγές, η «Μοίρα του Έθνους», το εμμονικό τρίπτυχο «συνέπεια, εντιμότητα, θάρρος», όλα με έντονη ρωμαϊκή προφορά. Αντιθέτως, όλα αυτά έκαναν το σατυρικό πνεύμα των Ρωμαίων να την χαρακτηρίσει «πλανόδια ιχθυοπώλη». Το ερώτημα λοιπόν είναι: πόσο μπορεί να επεκταθεί το κόμμα της Μελόνι; Προπαντός όμως, ποιος θα τολμήσει να συμμαχήσει μαζί της;
Σίγουρα όχι ο Μπερλουσκόνι, 83 ετών πλέον, με βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο, νόμιμος ιδιοκτήτης ενός προσωποκεντρικού κόμματος που «κάνει νερά» από παντού. Ο Μπερλουσκόνι έχει από καιρό εγκαταλείψει τις αγκαλιές με τη φασιστική ακροδεξιά και την ψυχροπολεμική αντικομμουνιστική ρητορεία.
Δεν φοβάται τις κάλπες το Δημοκρατικό Κόμμα (20%) που είχε κάποιες επιτυχίες στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές κι ελπίζει να τις επαναλάβει στις δημοτικές που θα διεξαχθούν φέτος στην πρωτεύουσα, το Μιλάνο, τη Νάπολη, το Τορίνο και πολλές άλλες. Είναι αλήθεια ότι ο Γραμματέας Τζινγκαρέτι αντέδρασε στις προκλήσεις του Ρέντσι με σοβαρότητα, ψυχραιμία και υπομονή.
Παραμένει όμως ένας πολιτικός άχρωμος, χωρίς σαφή προσανατολισμό, ευάλωτος στις πιέσεις της κάθε εσωκομματικής ομάδας. Αρκεί να αναφέρει κανείς ότι αρκετές φορές ο Τζινγκαρέτι εκφράστηκε δημόσια υπέρ της ένταξης της χώρας του σε καθεστώς μνημονίου υπό τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης. Μια τοποθέτηση που εμφανώς πριμοδοτεί τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος του, την αυτοαποκαλούμενη «φιλοευρωπαϊκή», και προκαλεί σοβαρές τριβές με τους πεντάστερους συμμάχους του. Τις τελευταίες ημέρες ο Γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος πιέζεται πολύ να αφήσει τη θύρα ανοιχτή στον Ρέντσι, ώστε η νέα κυβέρνηση Κόντε να μπορεί να βασίζεται στους γερουσιαστές του κι ενδεχομένως (αλλά αυτό δεν το λένε) ο φλύαρος πρώην πρωθυπουργός να επιστρέψει στο Δημοκρατικό Κόμμα.
Σε αυτό το σημείο ίσως να είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί πως οι «δεξιοί» του κεντροαριστερού κόμματος δεν προέρχονται από την αποθανούσα Χριστιανοδημοκρατία. Απεναντίας, οι καθολικοί πρώην χριστιανοδημοκράτες κατά κανόνα είναι οι πιο αμείλικτοι εχθροί του νεοφιλελευθερισμού, υποστηριζόμενοι και από τον Πάπα Φραγκίσκο. Ενώ τα περισσότερα στελέχη που αναδείχτηκαν στο μετακομμουνιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς και στα σχήματα που το διαδέχτηκαν έχουν πλέον υιοθετήσει μια πλήρως κυβερνητική λογική, αποδεχόμενα παθητικά το status quo. Το αποτέλεσμα είναι ένα κόμμα ετερογενές, χωρίς ταυτότητα και χωρίς σαφή προσανατολισμό, πέρα από τη νίκη στις εκλογές. Σε πρόσφατο άρθρο του για τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, ο Τζινγκαρέτι προσπάθησε να στείλει κάποια μηνύματα, υπογραμμίζοντας τις παρατηρήσεις του Αντόνιο Γκράμσι για μια βαθιά «ηθική και διανοητική μεταρρύθμιση». Αναρωτιέται κανείς πόσοι στο κόμμα του θα κατανοήσουν για τι ακριβώς μιλά.
Αντιθέτως, εκείνο που φοβάται τις κάλπες είναι το Κίνημα 5 Αστέρων. Πριν από κάποιους μήνες οι δημοσκοπήσεις του έδιναν ένα πενιχρό 6% αλλά τώρα, χάρη στον Κόντε, σημείωσε ανάκαμψη κι έφτασε στο 14%.
Το τωρινό Κίνημα 5 Αστέρων είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που γνωρίσαμε. Το περασμένο φθινόπωρο έκανε το πρώτο του «συνέδριο» όπου εξελέγη μια ηγετική ομάδα, στην οποία ανήκει και ο υπουργός Εξωτερικών Λουίτζι Ντι Μάιο και ο (de facto διορισμένος από τον Μπέπε Γκρίλο) «συντονιστής» Βίτο Κρίμι. Επίσης, το συνέδριο έθεσε τις βάσεις ώστε να γίνει μια προσπάθεια για τη σταδιακή μετατροπή του ψηφιακού Κινήματος σε πραγματική πολιτική δύναμη με εδαφική παρουσία: η συνεργασία με την ψηφιακή πλατφόρμα Ρουσώ διεκόπη, ο ιδιοκτήτης της Ντάβιντε Καζαλέτζο ξεκίνησε δικαστικό αγώνα εναντίον του Κινήματος και ο Γκρίλο αποσύρθηκε δηλώνοντας πως «βαρέθηκε». Η μετατροπή αυτή προκάλεσε την δημιουργία μιας εσωκομματικής αντιπολίτευσης, επικεφαλής της οποίας ετέθη ο νεαρός Αλεσάντρο Ντι Μπατίστα.
Η αλήθεια είναι πως το Κ5Α εγκατέλειψε την αντιευρωπαϊκή δημαγωγία και αποδέχτηκε τη αναγκαιότητα της πολιτικής και των νόμων της, αλλά η εσωκομματική συζήτηση διεξάγεται ακόμη με όρους πρωτόγονου λαϊκισμού και έντονου περσοναλισμού. Γεγονός αυτό που το καθιστά πάντα ευάλωτο κι εύθραυστο, χωρίς κανένα σταθερό δεσμό με το εκλογικό του σώμα.
Οι εξελίξεις στους κόλπους του Κινήματος 5 Αστέρων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον Τζουζέπε Κόντε. Ο πρωθυπουργός, που απετέλεσε το 2018 επιλογή του Κινήματος 5 Αστέρων, αφενός από καιρό στοχεύει στην ηγεσία του, αφετέρου δεν αποκλείει να δημιουργήσει δικό του κόμμα. Ο Κόντε, που αποδείχτηκε πολύ πιο ικανός πολιτικός από τους «σπόνσορες» του, κατάφερε να καρπωθεί τα θετικά μέτρα και τις επιτυχίες της κυβέρνησης του, επισκιάζοντας τα κόμματα που τον υποστηρίζουν, κυρίως το πιο εύθραυστο. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις ένα «κόμμα Κόντε» μπορεί να κερδίσει το 16%, αντλώντας τις περισσότερες ψήφους από το χώρο της αποχής κι ένα 5% από το Κίνημα 5 Αστέρων.
Πώς θα καταλήξει η τωρινή κυβερνητική κρίση; Κανείς δεν το ξέρει. Ο Κόντε ελπίζει σε μια νέα πλειοψηφία, πιο σταθερή. Το ίδιο ελπίζει και ο Ιταλός Πρόεδρος, ο οποίος έχει διευρυμένες συνταγματικές εξουσίες προκειμένου να κατευθύνει την κρίση προς την επιθυμητή διέξοδο. Έχει ήδη δηλώσει πως για τον ίδιο η προσφυγή στις κάλπες αποτελεί extrema ratio. Αλλά, όπως είδαμε, υπάρχουν ισχυρά χρηματοπιστωτικά κέντρα που πιέζουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις