Μια συνέντευξη- κατάθεση ψυχής έδωσε ο Γιάννης Ξανθούλης και αποκάλυψε άγνωστε πτυχές της προσωπικής του ζωής, το μπούλινγκ που δέχονταν ως παιδί και τις άσχημες στιγμές που πέρασε σε τρυφερή ηλικία και που έγιναν ερεθίσματα για να ονειρεύεται τη φυγή του. Ο συγγραφέας παραδέχτηκε στα «tanea.gr» ότι «δεν είναι τόσο φανατικός θαυμαστής της ζωής: «Όταν ήμουνα έφηβος και αρρώστησα πάρα πολύ σοβαρά. Εκεί βέβαια δεν ήταν η διαίσθηση ακριβώς αλλά περισσότερο η καλή μου τύχη. Ήμουν 15 ετών και νόσησα από οξεία νεφρίτιδα. Μια αρρώστια που σήμερα δεν είναι επικίνδυνη, αλλά τότε ήταν πάρα πολύ σοβαρή. Ήμουν ένα παιδί πάνω στην ανάπτυξη, έπρεπε να κάνω αυστηρή δίαιτα, να μην τρέχω, να μην παίζω. Αυτό για ένα παιδί ήταν βασανιστήριο. Με ταρακούνησε όλο αυτό αλλά τελικά με ευχάριστο τρόπο. Ήταν ας πούμε μια ευκαιρία ν αλλάξουν τα πράγματα λίγο για μένα».

Δεν φοβηθήκατε;
Βρέθηκα με τον εαυτό μου και πρέπει να πω ότι με γοήτευσε η ιδέα ενός θανάτου.

Μα τι γοητευτικό βρίσκει ένα παιδί 15 ετών στον θάνατο;
Ξαφνικά είδα ότι υπήρχε ένα ενδιαφέρον για μένα. Άρχισα να έχω την προσοχή στραμμένη πάνω μου από εκεί που υπήρχε μια καχυποψία προς το άτομό μου. Η αρρώστια μου κατάφερε να τη βάλει στην άκρη. Κατάλαβα τότε, ότι ο εγκλεισμός μου ήταν μία ευκαιρία να διαβάσω πάρα πολύ, να καθορίσω κάποια πράγματα μέσα μου και τελικά αυτή η περιπέτεια να γίνει πάρα πολύ ουσιαστική για μένα. Άρχισαν να ανοίγουν σιγά σιγά κάποια άλλα παράθυρα με διαφορετική θέα.

Ήταν τόσο δύσκολη η ζωή σας εκείνη την εποχή;
Να ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Ως μοναχοπαίδι, γνώριζα ότι δεν ήμουν το παιδί που θα ήθελαν να είχαν οι γονείς μου. Ήταν καλοί άνθρωποι, αλλά όπως και να το κάνεις δεν ήμουν το παιδί που ένας γονιός θα τρελαινόταν να έχει.

Γιατί το λέτε αυτό; Είναι πολύ σκληρό αυτό.
Γιατί ήμουν ευαίσθητος και δεν «κολλούσα» σε πολλά πράγματα. Οι συντεταγμένες μου δεν ταίριαζαν με τις κοινωνικές συντεταγμένες της εποχής στον τόπο που ζούσα. Οι άνθρωποι θέλουν ένα πιο υγιές παιδί, αυτό το ξέρω πάρα πολύ καλά.

Τι εννοείτε;
Να ακολουθήσει κάτι συγκεκριμένο, να είναι πάρα πολύ καλός μαθητής – εγώ δεν ήμουν. Δεν με ενδιέφερε καθόλου το σχολείο. Ονειρευόμουν και τώρα παίδευσή μου στην Αθήνα. Εδώ γίνονταν και υπήρχαν όλα όσα με ενδιέφεραν: σινεμά, θέατρο, εφημερίδες… Η ζωή μου δεν ήταν καθόλου εύκολη. Ένα παιδί σε μια επαρχιακή πόλη όπως ήταν η Αλεξανδρούπολη που κοιτάζει τα πράγματα πολύ διαφορετικά δεν είναι αποδεκτό από τον περίγυρο. Θα μου πείτε εξαρτάται πώς είναι ο περίγυρος. Όμως τη δεκαετία του 1950 και του 1960 δεν ήμουν και το πιο δημοφιλές άτομο. Ημουν πολύ κλειστό παιδί και αδιάφορο. Πολύ λίγα πράγματα με ενδιέφεραν και πολύ συγκεκριμένα. Βεβαίως τους ανθρώπους που αγαπούσα και με ενδιέφεραν κατάλαβα ότι θα έχω ένα ισόβιο πένθος και θα τους κουβαλάω για πάντα μέσα μου.

Δεχθήκατε μπούλινγκ γι’ αυτό;
Βέβαια. Έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν θα ήθελα να τα θυμάμαι. Είναι μερικά πράγματα που πρέπει να μένουν πίσω.

Όλη αυτή η οδύνη στα βιβλία σας και στα έργα σας βγαίνει μέσα από το ευτράπελο.

Πράγματι. Αναδύθηκε ένας άλλος εαυτός. Ήθελα να γελάω και να περνάω καλά. Όταν έκανε ο Φελίνι το Τσίρκο κατάλαβα τη λειτουργία των κλόουν – χωρίς να παραβλέπει τη δραματική τους διάσταση. Τον διασκέδαζε αυτός ο κόσμος. Κι εγώ μέσα από την απόγνωση πάντα προσπαθούσα να βγάλω έναν χαριτωμένο λαγό.