Η Μαργκερίτ Γουρσενάρ, εξαίρετη συγγραφέας και προσωπικότητα που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου 1903 στις Βρυξέλλες. Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας αλλά η μητέρα της πέθανε νωρίς. Η μικρή Μαργκερίτ μεγάλωσε με γκουβερνάντες ενώ αραιά και που χαιρόταν την πατρική στοργή.

Υπήρξε η πρώτη γυναίκα συγγραφέας που έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1980, αφού απέκτησε ξανά τη γαλλική υπηκοότητα την οποία είχε αποποιηθεί για να λάβει αμερικάνικη υπηκοότητα.

Τα θέματά της τα αντλούσε γενικά από το μακρινό παρελθόν, δίνοντας διαχρονική υπόσταση στους χαρακτήρες της. Απέφευγε τον άνθρωπο της καθημερινότητας με την πεζή προβληματική του και αναζητούσε μορφές που δικαιώνουν την ύπαρξή του. Η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας ήταν το θέμα του πρώτου μυθιστορήματος της με τίτλο «Αλέξης» («Alexis ou le traité du vain combat», 1929), με ήρωα έναν νεαρό που παρά τον γάμο του δεν καταφέρνει να καταπνίξει τις ομοφυλοφιλικές επιθυμίες του.

Το 1925, σε ηλικία 22 χρόνων ξεκινά να γράφει, αρχικά ως τμήμα ενός ευρύτερου μυθιστορήματος, τις εκατό σελίδες που αργότερα θα κυκλοφορήσουν με τη μορφή νουβέλας υπό τον τίτλο «Άννα, σορόρ…» («Άννα, αδελφή μου»). Ο τίτλος είναι δάνειο των δύο πρώτων λέξεων από την επιτύμβια επιγραφή που χαράχτηκε πάνω στον τάφο του Μιγκέλ, του ενός από τα δύο μέλη του παράφορου αιμομεικτικού έρωτα που πραγματεύεται η νουβέλα.

Η Ευγενία Μπογιάννου σε άρθρο της, γράφει για τη νουβέλα αυτή που φέρνουν στην κυκλοφορία οι εκδόσεις «Άγρα», σε μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά.

«Η τωρινή έκδοση από την  Άγρα είναι σε ψιλοδουλεμένη μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά, ο οποίος συμβάλλει τα μέγιστα στην απόλαυση του κειμένου. Ο χρόνος είναι οι αρχές του 17ου αιώνα και ο τόπος η ευρύτερη περιοχή της Καλαβρίας και η Νάπολη. Τα δυο αδέλφια μεγαλώνουν υπό τη φροντίδα της μητέρας τους Βαλεντίνης, μιας ηθικής, ακέραιης, ευαίσθητης γυναίκας, εντελώς παραμελημένης από τον άντρα της Ντον Αλβάρε, στο πρόσωπο της οποίας τα παιδιά της «λάτρευαν μια Παναγία».

Η Βαλεντίνη -δεινό το ψυχογραφικό πορτρέτο της από τη Γιουρσενάρ-, με την τρυφερή φωνή της, τους διαβάζει Πλάτωνα και Σενέκα. Ο έρωτάς τους ήδη σιγοκαίει και όταν εκείνη πεθαίνει πρόωρα, στα 37 της χρόνια, διαισθανόμενη προφανώς το πάθος τους, τους ορκίζει να μην φτάσουν ποτέ να μισήσουν ο ένας τον άλλον. Ο δρόμος όμως που πήραν είναι δίχως επιστροφή. Ακολουθούν σελίδες υπαινικτικές, μεγάλης ωραιότητας, όπου οι δύο νέοι, ο καθένας από την πλευρά του, παλεύουν με τα συναισθήματά τους.

Η Γιουρσενάρ δεν επιλέγει τη ματιά κανενός από τους δύο. Βλέπει και με τα μάτια του Μιγκέλ και με αυτά της Άννας. Στο πολύ κατατοπιστικό επίμετρό της, στο οποίο αναλύονται οι συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε το έργο, αλλά και η επιλογή της συγκεκριμένης, τολμηρής για την εποχή, θεματολογίας -«Πάνω στα πιο απότομα βράχια πέφτει με μεγαλύτερη σφοδρότητα το κύμα» λέει-, η Γιουρσενάρ, μεταξύ άλλων, επικαλείται τον Flaubert:

«Σήμερα, άντρας και γυναίκα μαζί, εραστής και ερωμένη ταυτόχρονα, βγήκαν για βόλτα με άλογο σε ένα δάσος, ένα φθινοπωρινό απόγευμα, κάτω από τα κίτρινα φύλλα και ήμουν τα άλογα, τα φύλλα, ο αέρας, τα λόγια που αντάλλασσαν και ο κόκκινος ήλιος που ανάγκαζε τα όλο έρωτα βλέφαρά τους να μισοκλείνουν».

Είναι ο Μιγκέλ, είναι η  Άννα, μπαίνει μέσα στις ψυχές τους, φωτίζει την αναστάτωση, τη συστολή, τον πυρετώδη πόθο, τη ζήλια, την πάλη με τα συναισθήματα, φωτίζει το ανομολόγητο πάθος. Ο έρωτας είναι τόσο δυνατός ώστε να οδηγεί ακόμη και στον θάνατο, μόνο όταν είναι απαγορευμένος. Με άλλα λόγια, ο έρωτας δεν υπάρχει ως βίωμα, αλλά μόνο ως προσδοκία.

Η Γιουρσενάρ με εκείνο το «Αγκαλιάστηκαν», ως την κορύφωση μιας οδυνηρής αναπότρεπτης πορείας, δίνει μαθήματα πυκνότητας και ακρίβειας: μέσα σε μία και μόνο λέξη της μπορεί να περικλείει έναν ολόκληρο κόσμο κι όλα εκείνα τα βιβλία που δεν γράφτηκαν ποτέ. Η λύτρωση για τον Μιγκέλ είναι ο θάνατος, για την  Άννα η επιμονή στην ανάμνησή του. Το «Άννα, σορόρ…» είναι ο προάγγελος όλων των αριστουργημάτων που ακολούθησαν.»