«Τις νύχτες ακούω δίσκους, διαβάζω, βλέπω ταινίες· βουλιµικά… Ψάχνω τις κορυφές, τις στιγµές που οι καλλιτέχνες ξέφυγαν από την καθηµερινή φρίκη κι έγιναν άνθρωποι, άγγιξαν δηλαδή τον θεό, τον έκαναν για µια στιγµή να υπάρχει. Κρύβει τεράστιους θησαυρούς η µεταπολεµική περίοδος.

Μπλέκω στο µυαλό µου τον Καµύ µε τον Μάιλς Ντέιβις, τον Χατζιδάκι µε τον Παζολίνι, τον Παπαγιώργη µε τους Nirvana, τον Ζαµπέτα µε τη Σίλβια Πλαθ. Και το πρωί, αν είµαι τυχερός, γράφω κάτι. Πενιχρό φυσικά µπροστά σε όσα συνάντησα τη νύχτα, αλλά κάνω κι εγώ τη µικρή µου εκστρατεία. Κατακτώ µικρά εδάφη µέσα µου».

Ο Δεληβοριάς είναι ενεργά μάχιμος όχι μόνο καλλιτεχνικά. Υπερασπίζεται με ένταση τα δικαιώματα των μουσικών ειδικά αυτή την περίοδο της πανδημίας που έχει στείλει την πλειοψηφία όλων των εργαζομένων απ΄ όλων των ειδών τέχνης στο πυρ το εξώτερο της ανεργίας ή της υποαπασχόλησης. Όσο τρυφερό είναι το μουσικό του έργο, η φωνή του, τόσο ορμητικά είναι συχνά τα λόγια του. Λέει ευθαρσώς τη γνώμη του χωρίς να έχει έπαρση και ξέρει να αυτοσαρκάζεται. Η συζήτηση του με την Μαρίνα Αγγελάκη είναι χειμαρρώδης, απολαύστε μέρος αυτής της συζήτησης.

Τα τελευταία χρόνια ασχολείσαι µε το βαριετέ. Το 2017 δηµιούργησες την «Ταράτσα του Φοίβου» και την καθιέρωσες. Τι σε τράβηξε σε αυτό το καλλιτεχνικό είδος;

Είµαι δίψυχος καλλιτεχνικά. Μέσα µου υπάρχει ένας κωµικός. Υπάρχει κι ένας ελάσσων ποιητής. Μια πλευρά µου είναι απολύτως ερµητική. Και µια άλλη διψάει για παρέα, για κοινωνία. Ο Αττίκ και η ζωή του µε ενέπνευσαν πολύ. Σε µια εποχή δυσκολότερη από τη σηµερινή έφτιαξε το ελληνικό βαριετέ. Εκεί τραγουδούσε το «Έρηµος, βαρύς και µόνος», εκεί µιµούνταν µε ένα αγαπητικό κεντρί τις προσωπικότητες της εποχής του. Το ότι τους χειµώνες µου τους περνάω στο Κύτταρο του ’70 και τα καλοκαίρια µου σε ένα βαριετέ του ’50 µε κάνει να υπάρχω ολόκληρος και γιατρεµένος.

Ξεκίνησε στο Άλσος το δεύτερο µέρος της φετινής έκδοσης της «Ταράτσας» που θα παρουσιάζεις εκεί κάθε Πέµπτη έως τις 3 Οκτωβρίου. Έχουν επηρεαστεί οι παραστάσεις σας από τις υγειονοµικές εξελίξεις µέσα στον Αύγουστο και από τα επιπλέον µέτρα που έχουν επιβληθεί;

Η παράστασή µας έτσι κι αλλιώς προσπάθησε να απαντήσει µε χιούµορ άγριο και τρυφερό στον ηγεµονικό ιό µε την κορόνα και τον τρόπο που βιώσαµε την επέλασή του οι πολλοί. Είναι ένα στοίχηµα την περίοδο αυτή να µιλάς, να εµψυχώνεσαι από τους δίπλα σου, να µη χάνεις τον ερωτισµό και το χιούµορ σου την ίδια στιγµή που φροντίζεις για την υγεία σου και την υγεία των άλλων. Στοίχηµα είναι επίσης να σωθεί η δουλειά µας, να µην εξαφανιστεί, τηρώντας µε τη σοβαρότητα που οφείλεται όλα τα µέτρα που υποδεικνύουν οι υγειονοµικοί µας.

Τώρα που επιστρέψαµε, οι φίλοι που έρχονται φοράνε µάσκες όχι µόνο στην είσοδο και την έξοδο αλλά και κατά τη διάρκεια του θεάµατος. Υποκλινόµαστε και µας κοιτάζουν σαν χειρουργοί. Μπορείς να το δεις σαν επεισόδιο του «Black mirror». Μπορείς όµως να το δεις και σαν σκετς των Μόντι Πάιθον. Στην ουσία λοιπόν δεν αλλάζει κάτι. Ο καλλιτέχνης του δικού µας του φυράµατος ήταν και πριν από την πανδηµία ένα παιδί που κοιτάει µε ορθάνοιχτα µάτια τον φόβο και του απαντάει γελώντας. Αυτό θα συνεχίσουµε να κάνουµε.

Πολλοί λένε ότι µετά την πανδηµία ο κόσµος µας θα είναι διαφορετικός. Πώς σου φάνηκαν τα πρόσωπα των ανθρώπων που ήρθαν στις παραστάσεις σου µετά την καραντίνα;

Η κοινωνία είναι ανήσυχη και επιβαρυµένη. Και από την οικονοµική κρίση που πέρασε και από την πανδηµία που ξαφνικά της ήρθε κατακέφαλα. Και από τα ανήθικα παιχνίδια του Ερντογάν και από την κατώτατη των περιστάσεων στάση της Ευρώπης και από το διχαστικό πολιτικό σκηνικό και από τις ορδές των fake news. Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που γεννήθηκε το ’80 ή το ’90. Αν δεν βρει τρόπο δηµιουργικό να υπάρξει, θα βρεθούµε όλοι µαζί σε έναν νέου είδους Μεσαίωνα. Το κοινό που εγώ συναντάω έχει πολύ µεγάλη ανάγκη να βγει και να µοιραστεί. Έχει ανάγκη για αλήθεια, για πράξη και για ενότητα. ∆εν πρέπει να αφήσουµε να κυριαρχήσουν ο διχασµός και ο φόβος. Αλλο η κοινή µας αίσθηση ευθύνης απέναντι στους συνανθρώπους µας, άλλο η πνευµατική και φυσική υποταγή ως κυρίαρχη ιδεολογία. Οι καλλιτέχνες πρέπει να πιάσουµε επειγόντως δουλειά. Και εµείς υγειονοµικοί είµαστε µε τον τρόπο µας.

Παρατήρησες τον εµφύλιο που ελλοχεύει µεταξύ των πολιτών αν υπάρχει στα αλήθεια ή όχι ιός; Εχει κατά τη γνώση σου ευθύνη το κράτος; Ο Ολλανδός φιλόσοφος Μπαρούχ Σπινόζα έλεγε πως «σκοπός του κράτους είναι η ασφάλεια, η ειρήνη, η οµόνοια. Και αποστολή του να ελευθερώνει τον καθένα από τον φόβο».

Συµφωνώ και επαυξάνω. Η ποιότητα της κάθε εξουσίας δηµιουργεί και το είδος ανθρώπου που ευδοκιµεί από κάτω. Ο Ψυχρός Πόλεµος δηµιούργησε πολίτες παρανοϊκούς, πολιτείες και ακαδηµίες γεµάτες επιθετικά βαµπίρ. Και νεαρούς κανίβαλους. Αυτό πήγε δυο τρεις φορές να σπάσει, ο λαός υψώθηκε από ελάχιστους βαθιά µορφωµένους και προβληµατισµένους πολιτικούς και µας έκανε το τεράστιο δώρο της ποπ κουλτούρας. Ο Έλβις, οι Beatles, ο Μπράντο, ο Θεοδωράκης ήταν τα δώρα ενός κόσµου που σώθηκε από τον Χίτλερ. Ας θυµάται αυτά η εξουσία, η οποία µόνο από τους διχασµούς ξέρει να τρέφεται. Και ύστερα να ρίχνει την ευθύνη στα «µικρά ψάρια».

Πριν από λίγες µέρες ο τραγουδοποιός Λεωνίδας Μπαλάφας υποστήριξε δηµόσια πως ο γνωστός σεφ Λεωνίδας Κουτσόπουλος τον έθεσε εκτός του Samano Festival, το οποίο διοργανώνει, λόγω του κειµένου που δηµοσίευσε για την πανδηµία και την αντίθεσή του στη χρήση µάσκας. Οι απόψεις τους έχουν προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις στα social media. Τι θέση παίρνεις εσύ σε αυτό;

∆ιαφωνώ κάθετα µε την ανάρτηση του Λεωνίδα Μπαλάφα, ο οποίος όσο τον ξέρω µου είναι πολύ συµπαθής, και διαφωνώ ακόµη και για προσωπικούς λόγους – χάθηκε κοντινό µου πρόσωπο από τον κορονοϊό. Βέβαια είναι αυτονόητο ότι έχει κάθε δικαίωµα να διατυπώσει την άποψή του. Ελευθερία του λόγου υπάρχει και µάλιστα στην εποχή των social media πάσχει από γιγαντισµό. Πρέπει όµως όλοι εµείς οι δηµοσιολογούντες να έχουµε συναίσθηση ότι η βαρύτητα των λόγων µας αποτελεί ένα είδος εξουσίας. Γοητεύει, εκµαυλίζει, απογοητεύει, διχάζει. Είναι έτοιµος ο οποιοσδήποτε άνθρωπος να σηκώσει αυτό το βάρος και τις συνέπειές του µέχρι τέλους; Ξέρω πως το Samano Festival ήταν ένα προσωπικό όνειρο του Λεωνίδα Κουτσόπουλου.

Και γνωρίζω από την «Ταράτσα» πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι να προστατέψεις τόσο τους εργαζόµενους όσο και τους θεατές λαµβάνοντας τα σωστά υγειονοµικά µέτρα, ειδικά όταν πιστεύεις ότι συντρέχει λόγος. Εδώ µοιραία υπάρχει µια εκ των πραγµάτων σύγκρουση αντίληψης για το πώς πρέπει να δουλεύουµε στο διάστηµα της πανδηµίας. Άρα όπως ο Μπαλάφας έτσι και ο Κουτσόπουλος έχει κάθε δικαίωνα να υπερασπιστεί µε πράξεις την αντίληψή του. Παρ’ όλα αυτά, επειδή γνωρίζω τη φιλία και την αγάπη των δύο, θα ήταν µια τέλεια ευκαιρία το πολύ σοβαρό αυτό ζήτηµα (µάσκα ή µη µάσκα, γεγονός ή συνωµοσία) να συζητηθεί σοβαρά µεταξύ τους, ενδεχοµένως και δηµόσια. Κάτι τέτοιο θα έκανε καλό σε όλους µας.

Είσαι πρόεδρος του ΔΣ της ΕΔΕΜ (Ένωση Δικαιούχων Έργων Μουσικής), του νέου οργανισμού συλλογικής διαχείρισης. Τι γίνεται με το σοβαρό ζήτημα που απασχολεί την καλλιτεχνική κοινότητα εδώ και χρόνια, αλλά περισσότερο από ποτέ αυτό τον δύσβατο καιρό: την είσπραξη και τη διανομή των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών;

Στην ΕΔΕΜ έχουμε έναν έντιμο και σοβαρό άνθρωπο στο τιμόνι μας, τη Λούκα Κατσέλη. Προσωπικά χάρηκα πολύ που, θέλοντας να τονίσει την υπερκομματικότητα του ελληνικού τραγουδιού, δεν δέχτηκε τον πολιτικό ρόλο που της προτάθηκε πρόσφατα, παραμένοντας αποκλειστικά η γενική διευθύντρια του οργανισμού. Οι καλλιτέχνες είμαστε δεξιοί, αριστεροί ή ανένταχτοι ακριβώς γιατί εκφράζουμε σαν καθρέφτης όλη την κοινωνία. Έτσι πρέπει να είναι και ο οργανισμός μας. Πάμε πολύ καλά. Με εξαιρετικές πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες του ΥΠΠΟΑ –και με μεγάλο αγώνα των δημιουργών– έχουμε από τον Σεπτέμβριο που μπαίνει την ευκαιρία να γίνουμε ένας σπουδαίος οργανισμός.

Ελπίζω να πάψει να μας βλέπει η Αυτοδιαχείριση, ο άλλος οργανισμός, εχθρικά (θυμίζω ότι προσπαθεί και δικαστικά να χάσουμε την άδεια μας), να συγχωνευτούμε όπως προτείνουμε από την πρώτη μέρα της λειτουργίας μας και να δημιουργηθεί άμεσα ένας και μόνο οργανισμός, φρέσκος, σύγχρονος και αποδοτικός για όλους, Ελληνες και ξένους. Αν υπάρξει αμοιβαία υποχωρητικότητα, οι απίστευτες θυσίες που κάναμε τα τελευταία τρία χρόνια θα οδηγήσουν μέσα στη χρονιά σε αίσιο τέλος. Είναι πολύ δύσκολοι καιροί για να συνεχίζουν κάποιοι το διαίρει και βασίλευε. Το τραγούδι πρέπει να σταθεί ενωμένο, να λύσει το φρικτό βιοποριστικό του πρόβλημα και να παίξει επιτέλους τον συνεκτικό του ρόλο.

Ανάµεσα στα νέα τραγούδια σου είναι και ένα µε τίτλο «Ελένη Τοπαλούδη».

Με συγκλόνισε αυτή η υπόθεση. Το έγραψα δύο µήνες µετά το έγκληµα και το πρωτόπαιξα ζωντανά κατά τη διάρκεια της δίκης. Η δίκη τέλειωσε και τέλειωσε όπως έπρεπε. Το τραγούδι όµως θέλω να συνεχίσει να υπάρχει. Γιατί η δίκη της γυναικείας σεξουαλικότητας θα συνεχίζεται για χρόνια. Και θα είναι απαραίτητες οι ένορκες καταθέσεις.

Κάποια τραγούδια σου είναι σαν µικρού µήκους ταινίες. ∆ίνουν αυτή την εντύπωση.

Μα έτσι ξεκίνησα να γράφω τραγούδια. Τους ζητούσα κάµερα, δεν είχαµε λεφτά και µου πήραν µια κιθάρα!

Φέτος συµπληρώθηκαν 35 χρόνια από το ιστορικό συναυλιακό διήµερο Rock in Athens στο Καλλιµάρµαρο τον Ιούλιο του 1985. Εσύ ήσουν δώδεκα χρόνων κι άρχισες να µαθαίνεις κιθάρα. Λίγο µετά έγραψες τα πρώτα σου τραγούδια…

Άκουγα ακριβώς εκείνη τη µουσική. Clash και Stranglers και Cure· και τον Boy George ακόµη τον σεβόµουν πολύ – έκανε υψηλή ποπ και πλήρωνε και το τίµηµα. Άκουγα µόνο ξένη µουσική, πλην των «Ζεστών ποτών» των Κατσιµιχαίων. Αργότερα ανακάλυψα τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Σαββόπουλο, τους ρεµπέτες. Και ακόµη πιο µετά τον Ντίλαν, τον Γουέιτς, τον Κοέν. Με αυτήν τη σκευή –και γυρνώντας την πλάτη στα ηλεκτρικά ακούσµατα– έβγαλα τον πρώτο µου δίσκο. Είχα γνωρίσει και τον Χατζιδάκι και είχα γοητευτεί από το χρώµα της ορχήστρας του. Για να βρω ωστόσο τον στίχο και τον ήχο µου µου πήρε πολύ καιρό. Στο Rock in Athens πάντως δεν µε άφησαν να πάω. Έβαλα ζελέ στο κεφάλι µου, πήγα στο σπίτι του κολλητού µου και ακούγαµε τους δίσκους των συµµετεχόντων πίνοντας κρυφά µπίρες.

Αυτό το αλλόκοτο καλοκαίρι αναπολούµε τις παλιές καλές εποχές της συναυλιακής µας ζωής. Τι προβλέπεις να συµβεί στο άµεσο µέλλον;

Θα περάσουµε δυο τρία δύσκολα χρόνια. Θα σκεφτούµε εφευρετικά, η τέχνη µας θα ξαναγίνει υπόγεια µε ό,τι καλό και κακό σηµαίνει αυτό. Ελπίζω σε έναν µεταπόλεµο πάντως. Σαν κι αυτόν που µελετάω τις νύχτες. Που οι άνθρωποι θα ξανασηκώσουν κεφάλι και θα ξαναγεννήσουν τον νέο πολιτισµό τους. Ας µη ζήσουµε την απόλυτη φρίκη του 1941-43 µόνο. Ας δουλέψουµε γι’ αυτό.
(Πηγή: koutipandoras.gr)