Η «μούσα των υπαρξιστών», η Γαλλίδα ηθοποιός και τραγουδίστρια Ζιλιέτ Γκρεκό, που έγινε διάσημη ερμηνεύοντας τραγούδια του Λεό Φερέ, του Ζακ Πρεβέρ και του Σερζ Γκενσμπούρ, πέθανε την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020, σε ηλικία 93 ετών, ανακοίνωσε η οικογένειά της. «Η Ζιλιέτ Γκρεκό έσβησε αυτήν την Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2020, περιστοιχισμένη από τους δικούς της ανθρώπους στο πολυαγαπημένο σπίτι της, στο Ραματουέλ» της νοτιοανατολικής Γαλλίας. «Η ζωή της ήταν έξω από τα συνηθισμένα», ανέφερε στην ανακοίνωση αυτή η οικογένεια.

Την αποκαλούσαν «μύθο της μουσικής», και «μούσα του υπαρξισμού και των ποιητών». Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ ήταν ο πρώτος που την είχε πείσει να τραγουδήσει, χαρίζοντάς της τους δικούς του στίχους. «Οι εργάτες της πένας που σημαδεύουν στο χαρτί τα μαύρα σύμβολά τους, ξεχνούν συχνά ότι οι λέξεις έχουν τη δική τους αισθησιακή ομορφιά. Η Γκρεκό τους το ξαναθυμίζει. Έχει εκατομμύρια ποιήματα στη φωνή της», είχε γράψει χαρακτηριστικά.

Μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον, αλλά γρήγορα ήρθαν τα «πάνω- κάτω» στη ζωή της. Η μητέρα της οργανώθηκε στη γαλλική αντίσταση με αποτέλεσμα να συλληφθεί, ενώ η αδελφή της Σαρλότ οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ravensbrueck. Ελευθερώθηκαν με το τέλος του πολέμου. Οι Γερμανοί έκλεισαν τη Ζιλιέτ στις φυλακές της Fresnes, όπου έζησε και το μαρτύριο της εικονικής εκτέλεσης. Την άφησαν ελεύθερη επειδή ήταν ανήλικη και δεν ήταν Εβραία.

Βρέθηκε ολομόναχη σε ένα άγνωστο μέχρι τότε Παρίσι και ακολούθησε τον δικό της μοναδικό δρόμο. Η εμπειρία αυτή χάραξε βαθιά μέσα της την ανάγκη της πάλης κατά του ρατσισμού και της υπεράσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Σύμβολο της Αριστεράς και των νέων

Η ίδια στόχευε στον πυρήνα των προβλημάτων της κοινωνίας, πείθοντας όχι μόνο τους φανατικούς πιστούς θαυμαστές της, αλλά κυρίως τη νεολαία, τους νέους ανθρώπους που έβλεπαν στο πρόσωπό της, έναν εκφραστή των δικών τους επιθυμιών. Σύμβολο του υπαρξισμού αλλά και της γαλλικής Αριστεράς τότε, η Γκρεκό ήταν η ενσάρκωση της εικόνας μιας μεταπολεμικής νεολαίας που είχε τη δική της ηθική, τους δικούς της νόμους και τα δικά της ταμπού.

Στην παρέα ανήκαν ο μεγάλος της έρωτας ο Αμερικανός μουσικός της τζαζ Μάιλς Ντέιβις, ο επίσης Αφροαμερικανός μουσικός της τζαζ Τσάρλι Πάρκερ, ο Μπορίς Βιάν, ο Σερζ Γκενσμπούρ, η Φρανσουάζ Σαγκάν και φυσικά ο Ζακ Πρεβέρ, του οποίου τα ποιήματα τόσο ανεπανάληπτα τραγούδησε.

Ο Ζαν Κοκτό, που τη θαύμαζε, την περιέλαβε στο γύρισμα του «Ορφέα» του. Είχε πει μάλιστα ότι το πιο ωραίο της κόσμημα είναι η καρδιά της. Ο Μπερνάρ Μπιφέ τη ζωγράφισε και οι μεγάλοι φωτογράφοι, ο Καρτιέ Μπρεσόν, ο Ρομπέρ Ντουανό, ο Γουίλι Ρόνις, ο Μάν Ρέι, έσπευσαν να την απαθανατίσουν. Την ερωτεύτηκε ο φιλόσοφος Μερλό Ποντί και η Σιμόν ντε Μποβουάρ τη σύστησε στον Γουίλιαμ Φόκνερ και στον Τρούμαν Καπότε.

Το 1950 ήταν γνωστή μόνο στη Γαλλία, τη φώναξαν όμως να τραγουδήσει στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Προς έκπληξή της, η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Κάποια τοπική εφημερίδα είχε γράψει πως θα τραγουδούσε γυμνή και είχε γίνει πιστευτό. Η φήμη της επαναστάτριας την είχε προλάβει.

Ο πανίσχυρος παραγωγός Ντάριλ Ζανούκ, τρελά ερωτευμένος μαζί της, επιχείρησε να την κάνει σταρ του Χόλιγουντ, περιπέτεια που την έφερε μέχρι την Αφρική μαζί με τον Τζον Χιούστον, τον Τρέβορ Χάουαρντ, τον Ερολ Φλιν και τον δικό μας πια Πάτρικ Λι Φέρμορ. Ίσως ο άνθρωπος που τη σφράγισε περισσότερο εκείνη την εποχή ήταν ο Ορσον Γουέλς, με τον οποίο γύρισε το «Δράμα σε έναν καθρέφτη». Ακολούθησαν πολλές ταινίες, αλλά ο κινηματογράφος δεν ήταν ο κόσμος της.

«Ανταποκρινόταν με γενναιοδωρία στον έρωτα όσων το άξιζαν»

Την ερωτεύτηκαν άνδρες και γυναίκες και εκείνη ανταποκρίθηκε με γενναιοδωρία σε όλους όσοι, κατά την άποψή της, το άξιζαν. Όπως έγραψε ο Ρομπέρ Μορέλ, η Γκρεκό καβαλάει τη μοτοσικλέτα οποιουδήποτε, όχι όμως με οποιονδήποτε.

Γυρίζοντας στη Γαλλία αφοσιώθηκε στο τραγούδι, γνωρίζοντας πια τη διεθνή επιτυχία και τη μεγάλη καλλιτεχνική αναγνώριση. Ο Κάραγιαν της προσέφερε τη Φιλαρμονική του Βερολίνου για να τραγουδήσει, ενώ στην Ιαπωνία βάφτισαν δρόμους με το όνομά της. Η Μαρία Κάλλας και ο Ροστροπόβιτς ήταν ανάμεσα στους θαυμαστές της. Η Μαριάν Φέιθφουλ δήλωσε πρόσφατα ότι αν θα μπορούσε να ήταν κάποια άλλη, θα ήθελε να ήταν η Γκρεκό.

Τα χρόνια της διεθνούς καλλιτεχνικής καταξίωσης συνδέθηκαν με τον τότε άνδρα της Μισέλ Πικολί και μετά με τον Ζεράρ Ζουανέ – συνθέτη των μεγάλων επιτυχιών του Ζακ Μπρελ -, σύζυγό της εδώ και τριάντα χρόνια . Το εμβληματικό μακρύ μαύρο φόρεμά της τη συνόδευσε και εξακολουθεί να τη συνοδεύει σε όλες τις μεγάλες σκηνές του κόσμου, όπου κυριολεκτικά χαϊδεύει τη γαλλική γλώσσα. Πολλοί συμπατριώτες μας δεν γνωρίζουν ότι ο Γιάννης Σπανός συνέθεσε για αυτήν έναν ολόκληρο δίσκο πάνω σε ποίηση του Αραγκόν, του Μέτερλινκ, του Βερλέν, του Ελιάρ.

Στο τελευταίο της βιβλίο Je suis faite comme ça (Έτσι είμαι φτιαγμένη) διηγείται πότε με τρυφερότητα και πότε με αφάνταστο χιούμορ την ασυνήθιστη παιδική της ηλικία, την τραυματική εμπειρία της σύλληψης και φυλάκισής της από τους Γερμανούς κατά τη ναζιστική κατοχή, τα χρόνια του υπαρξισμού, του οποίου υπήρξε το σύμβολο.