Η ταινία «Θίασος» σφράγισε μια εποχή και πολλές γενιές. Κάποιοι την είδαμε τόσες πολλές φορές που απαγγέλαμε απ’ έξω τις φράσεις των ηθοποιών που έπαιζαν την Γκόλφω. Νεαρή γυναίκα η Κοταμανίδου, πρωταγωνιστούσε και ήταν κάτι περισσότερο από το πρόσωπο και το σώμα που απαιτούσε ο ρόλος και η ταινία. Δωρική, μετεμφυλιακή, σιωπηλή. Κουβαλούσε τη βαλίτσα του ρόλου της σα να κουβαλούσε την ιστορία την ίδια

Από την αφήγησή της για τη συμμετοχή της (που ξεκίνησαν τα γυρίσματα ενώ ακόμα ήταν χούντα) επιλέγουμε κάποια αποσπάσματα. Που περιγράφουν και την εποχή που έκαναν τα γυρίσματα αλλά και γι΄ αυτή καθ΄ εαυτή την εμπειρία.

«Ο Αγγελόπουλος δεν με είχε δει, δεν με ήξερε ως ηθοποιό, του μιλήσανε για μένα κάποιο φίλοι του. Έψαχνε ρόλους για το «Θίασο», του οποίου το σενάριο δεν το ήξερε κανείς παρά μόνο ο ίδιος, ίσως και κάποιος φίλος του. Με πήραν στο τηλέφωνο το καλοκαίρι του ’73 να περάσω από το γραφείο του, που τότε βρισκόταν στην οδό Αριστοτέλους. Από κει άρχισε το πράγμα

Ο Θόδωρος, όταν συναντούσε κάποιον άνθρωπο, τον ψυχολογούσε, τον ανακάλυπτε μέσα από την κουβέντα. Όταν μου είπε το οk, μαζευτήκαμε όλοι οι ηθοποιοί που είχε επιλέξει –η Αλίκη Γεωργούλη, ο Βαγγέλης Καζάν, η Μαρία Βασιλείου της «Ευδοκίας»–, μας έβγαλαν φωτογραφίες, άρχισε η κατασκευή των κοστουμιών, κι έτσι το πράγμα πήρε τον δρόμο του. Αλλά δεν ξέραμε τι ρόλους θα παίζαμε, δεν είχαμε σενάριο στα χέρια μας, ήταν επικίνδυνες οι εποχές.

Το σενάριο μιλούσε για την περίοδο από το ’39 μέχρι το ’52, την πιο οδυνηρή εποχή για την Ελλάδα. Το ’39 ο Μεταξάς, μετά πέσαμε στον ιταλικό πόλεμο, μετά η εισβολή των Γερμανών, ο Εμφύλιος, και η ταινία τέλειωνε με τον Παπάγο. Επειδή δεν μας ήξερε σε προσωπικό επίπεδο, φοβόταν να μας δώσει το σενάριο, μην πάει κάποιος και καρφώσει το θέμα.

Αργότερα, μάθαμε ότι είχε πάει ο ίδιος στον Ζουρνατζή, στο υπουργείο, για άδεια, και την είχε πάρει. Βέβαια, το σενάριο εκείνο μιλούσε για άλλα πράγματα. Για ένα μπουλούκι, που ήταν οικογενειακοί θίασοι, και έπαιζε την «Γκόλφω». Δεν μιλούσε για κομμουνιστές και πόλεμο. Τα επικίνδυνα δεν υπήρχαν.

Η πρώτη σκηνή που γυρίστηκε ήταν στην Καρδίτσα, αυτή που, με φόντο μια μεγάλη αφίσα που δείχνει έναν τσολιά να κλοτσάει έναν Ιταλό, με παίρνει από πίσω ένας ΕΟΝίτης. Αυτή ήταν εξωτερική σκηνή και η συνέχειά της γυρίστηκε μέσα σε ένα ξενοδοχείο, επίσης στην Καρδίτσα.

Μετά έγινε το Πολυτεχνείο, τον Νοέμβρη του 1973, φοβήθηκαν όλοι και σταματήσαμε τα γυρίσματα. Κυρίως τα μέλη του συνεργείου, που κάποιοι ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο κι εξαφανίστηκαν. Ανέλαβε ο Ιωαννίδης και τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα. Σταματήσαμε και ξαναρχίσαμε αργότερα, και γυρίσαμε όλη την Ελλάδα: Ιωάννινα, Πίνδος, Ζαγοροχώρια.

Διευθυντής παραγωγής ήταν ο Στέφανος Βλάχος, ένας πανέξυπνος Λευκαδίτης που πήγαινε στην αστυνομία κάθε πόλης στην οποία φτάναμε για να πάρει άδεια, καθώς γυρίζαμε στους δρόμους.  Θυμάμαι, στα Γιάννενα, που παίζεται η σκηνή όπου εμφανίζονται οι αντίπαλες ομάδες, είχε πάει στο αστυνομικό τμήμα για να ζητήσει άδεια από τον διοικητή. Άρχισε να λέει παραμύθια, όπως και με το σενάριο, που άλλα έλεγε – και μάλιστα του πρότεινε να παίξει και ο ίδιος. Ήταν δύσκολα τα πράγματα.

Όταν ήρθαμε στην Κηφισιά, σε ένα ξενοδοχείο, για να γυρίσουμε τη σκηνή της Πρωτοχρονιάς, όταν ο ξενοδόχος άκουσε την πρόβα των τραγουδιών, και κυρίως τα αριστερά, τρόμαξε και πήρε την αστυνομία. Μόλις είδε ο Βλάχος να έρχονται οι αστυνομικοί, είπε αμέσως στον Λουκιανό Κηλαηδόνη που έκανε τη μουσική να αρχίσει όλα τα δεξιά τραγούδια: «Έτσι θέλουμε, και θα τον φέρουμε τον βασιλιά, τον βασιλιά, που θα μας φέρει λευτεριά, λευτεριά…». Το ένα δεξιό τραγούδι μετά το άλλο. Ακούνε οι αστυνομικοί το πρώτο, ακούνε το δεύτερο, σου λέει αυτοί είναι πιο δεξιοί από μας, κι έφυγαν.

Πάλεψαν πολύ, υπήρχαν φόβοι κάθε φορά. Δεν ήταν εύκολα τα πράγματα, γι’ αυτό και δεν ξέραμε κι εμείς το σενάριο. Ωστόσο, καθώς περνούσαν οι εβδομάδες και οι μήνες, κράτησε 1,5 χρόνο αυτή η ταινία, με ένα κενό το καλοκαίρι του 1974, γιατί είχε αλλάξει η φύση και δεν υπήρχε ρακόρ – η συνέχεια ενός πλάνου από ένα άλλο, που μπορεί να το γυρίσεις και έναν μήνα μετά. Με το που άρχισαν να πρασινίζουν οι κάμποι και τα βουνά, σταματήσαμε.   Δύσκολη κατάσταση, αλλά γοητεύτηκα πολύ – ήταν και η πρώτη μου ταινία. Ήταν και οι συνθήκες τέτοιες, η εποχή, γίναμε φίλοι όλοι μεταξύ μας, ηθοποιοί και τεχνικοί, το γλεντούσαμε.

Ο Αγγελόπουλος δεν μας μίλησε για τους ρόλους μας προσωπικά στον καθένα, αλλά όταν κατάλαβε ότι μπορεί να μας έχει εμπιστοσύνη, σε ένα ξενοδοχείο όπου μέναμε στα Γιάννενα, μας κάλεσε όλους στο δωμάτιό του και μας διηγήθηκε όλο το σενάριο. Δεν μας το ‘δωσε να το διαβάσουμε, το διηγήθηκε. Εκεί ανακαλύψαμε τι παίζουμε ο καθένας.

Βέβαια, από τα γυρίσματα που είχαν προηγηθεί είχαμε αρχίσει να καταλαβαίνουμε τι είναι το πράγμα, πού πήγαινε, τι χαρακτήρες παίζουμε. Δηλαδή, εγώ κατάλαβα ότι είμαι η Ηλέκτρα, την αντίθεση με τη μάνα μου, την Αλίκη Γεωργούλη, που έκανε την Κλυταιμνήστρα, τον Παχή, που έκανε τον Αγαμέμνονα, τον Καζάν, που έκανε τον Αίγισθο, και τον Ορέστη, που τον έπαιζε ο Πέτρος Ζαρκάδης, τα τραγούδια και τα λόγια που λέγαμε, τον τρόπο που συναντιόμασταν τα δύο αδέλφια, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης.

Ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι κάναμε κάτι ξεχωριστό. Φαινόταν, το διαισθανόμουν ότι κάναμε κάτι σπουδαίο, γι’ αυτό και ήμασταν ευτυχισμένοι. Ήταν ανιδιοτελής η συμμετοχή μας. Πληρωθήκαμε αστεία ποσά. Βέβαια, δεν ξέραμε μέχρι πού θα έφτανε η ταινία, γιατί η Ελλάδα δεν την έστειλε επίσημα στις Κάννες. Ήξερα, πάντως, ότι ήταν μια ταινία που άξιζε τον κόπο. Εγώ το ήξερα και για έναν ακόμα λόγο: παρακολούθησα και όλο το μοντάζ. Επομένως, έβλεπα και στενοχωριόμουν όταν έκοβαν σκηνές.

Όταν πήγε στις Κάννες, την άνοιξη, στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, έγινε το μεγάλο «μπαμ» και πήρε το Βραβείο Κριτικών. Στη Θεσσαλονίκη έγινε το σώσε, πήρε 5 βραβεία, άρεσε πολύ. Εγώ πήρα βραβείο ερμηνείας όπως και ο Καζάν. Επειδή είχαν προηγηθεί οι Κάννες, άλλαξαν άποψη και οι Έλληνες κριτικοί.

Πηγή: www.lifo.gr

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις