«Δεν θα ήθελα να δουλεύω στο μπαλέτο ή στην όπερα αφού κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για αυτές τις τέχνες. Με όλο τον σεβασμό». Με αυτή την αμφιλεγόμενη δήλωση ο υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός Τιμοτέ Σαλαμέ άνοιξε μια συζήτηση που ξεπέρασε τα όρια του Χόλιγουντ και άγγιξε τον πυρήνα της σύγχρονης πολιτιστικής πραγματικότητας.
Η τοποθέτησή του διάσημου ηθοποιού προκάλεσε αντιδράσεις αλλά και έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τη σχέση του κοινού με τις λεγόμενες «κλασικές» τέχνες.
Αναζητώντας απαντήσεις, δύο άνθρωποι που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τη σύγχρονη πραγματικότητα της λυρικής τέχνης στην Ελλάδα, ο υπεύθυνος Προβολής, Επικοινωνίας και Τύπου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Βασίλης Λούρας, καθώς και ο χορωδός και τενόρος Νίκος Τσαούσης μίλησαν στον FLASH για το κατά πόσο το μπαλέτο και η όπερα εξακολουθούν να απασχολούν το ευρύ κοινό σήμερα.
«Το κύμα στήριξης ήταν παγκόσμιο»
Η συζήτηση που άνοιξε δεν είναι καινούργια. Τα τελευταία χρόνια, το κοινό αλλάζει και οι προκλήσεις αυξάνονται. Ωστόσο ένα ερώτημα παραμένει ίδιο: μπορούν οι κλασικές τέχνες να κερδίσουν το στοίχημα σε μια εποχή ψηφιακής ψυχαγωγίας και γρήγορης κατανάλωσης περιεχομένου;
«Ακόμα και με μια αφορμή όπως η άστοχη δήλωση του Σαλαμέ, βρίσκω εξαιρετικό το γεγονός ότι παντού γύρω μας –τουλάχιστον στον ψηφιακό μικρόκοσμο μας– η όπερα και το μπαλέτο βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτές τις ημέρες», μου λέει αρχικά ο Βασίλης Λούρας.
«Μου δίνει μεγάλη χαρά αυτό το τόσο θερμό κύμα στήριξης της λυρικής τέχνης και του χορού από χιλιάδες ανθρώπους – όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού στον κόσμο» προσθέτει.
Από την πλευρά του, ο Νίκος Τσαούσης σημειώνει χαρακτηριστικά και εξηγεί: «Ο Σαλαμέ προέρχεται από οικογένεια χορευτών και η τοποθέτησή του κρύβει κάπου μια αλήθεια. Οι χορευτές ξεκινούν την επαγγελματική τους πορεία από πολύ νεαρή ηλικία και γύρω στα 35 έχουν τεράστια σωματική καταπόνηση. Στέκομαι λοιπόν σε αυτό που είπε γιατί πράγματι η ζωή τους έχει έναν πρωταθλητισμό. Όσο για το ότι κανείς δεν ασχολείται με αυτές τις τέχνες, εγώ θα πω εδώ ότι μιλάμε για έργα που είναι 100, 200 ακόμη και 400 ετών... Και υπάρχουν ακόμη και σήμερα. Όσο για την όπερα, την οποία υπηρέτησα 38 χρόνια, η δυσκολία της είναι ότι δεν μπορείς να τη διασκευάσεις. Το έργο πρέπει να παιχτεί αυτούσιο. Δεν αλλάζει. Μόνο η σκηνοθεσία αλλάζει».
Και συνεχίζει: «Ο Σαλαμέ έκανε ένα λάθος που κάνουν πολλοί. Θεωρεί ότι η τέχνη είναι παρθενογένεση, ότι "από εμένα και μετά γίνεται". Από την άλλη ήταν μια πάρα πολύ καλή διαφήμιση γιατί αντέδρασαν όλοι οι μεγάλοι οργανισμοί, από την Αμερική έως την Αυστραλία. Κάποιοι μάλιστα έβγαλαν ένα promo με το όνομά του για έκπτωση στα εισιτήρια. Το βρήκα πανέξυπνο».
«Το μπαλέτο και η όπερα δεν είναι για λίγους»
Κάθε φορά που ένας θεατής περάσει τις πόρτες της Λυρικής Σκηνής, η μαγεία της απλώνεται σε όλη την αίθουσα, χωρίς κοινωνικούς περιορισμούς. Οι παραστάσεις δεν είναι αποκλειστικές, αφού όπως τονίζουν και οι δυο είναι ανοιχτές σε όλους, μικρούς και μεγάλους. Η τέχνη περιμένει τον καθένα να τη βιώσει.
«Νομίζω ότι η αντίληψη ότι είναι ελιτίστικη τέχνη είναι ξεπερασμένη. Όταν οι παραστάσεις μας έχουν εισιτήρια που ξεκινούν από 15 και 20 ευρώ, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η όπερα απευθύνεται μόνο σε συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές τάξεις. Με μια επίσκεψη στην Εθνική Λυρική Σκηνή, σε οποιαδήποτε παράσταση θα το διαπιστώσετε» τονίζει χαρακτηριστικά ο Βασίλης Λούρας.
«Σε κάθε περίπτωση η παγκόσμια τάση στα Λυρικά Θέατρα, τα τελευταία χρόνια, είναι να ανοίξουν τις παραστάσεις τους σε όλα τα κοινά και όχι να στηρίζονται μόνο στο παραδοσιακό κοινό της όπερας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πρωτοποριακές συνεργασίες με σκηνοθέτες του θεάτρου και του σινεμά και με εικαστικούς καλλιτέχνες, αλλά και οι σύγχρονες αναγνώσεις έργων της όπερας, έχουν κάνει το είδος εξαιρετικά ελκυστικό σε νεανικό κοινό, σε όλο τον κόσμο» αναφέρει στη συνέχεια.
Ο Νίκος Τσαούσης θυμάται σε αυτό το σημείο «Δεν μπορώ να μη θυμηθώ μια παράσταση να μην είναι πλήρης. Όχι, δεν είναι για λίγους. Είναι για όλους. Για παράδειγμα το "Va Pensiero" στο Ναμπούκο είναι ένα τραγούδι που το ήξερε κάθε νοικοκυρά στην Ιταλία, σημαίνει ότι ήταν λαϊκό. Ασφαλώς είναι ένα θέαμα που είναι πολύ δαπανηρό για να το στήσεις και γι’ αυτό τα εισιτήρια κάποιες φορές μπορεί να είναι ακριβά σε μεγάλους οργανισμούς αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι για λίγους».
«Η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει δημιουργήσει ζωντανή σχέση με το κοινό της»
Παρότι η συζήτηση ξεκίνησε από μια δήλωση σε τηλεοπτική εκπομπή στο Χόλιγουντ, το ερώτημα για τη σχέση του κοινού με τη λυρική τέχνη αφορά άμεσα και την ελληνική πραγματικότητα.
Στην χώρα μας, η Εθνική Λυρική Σκηνή αποτελεί τον βασικό φορέα παρουσίασης όπερας και μπαλέτου.
Όπως μου αναφέρουν εμφατικά, ο οργανισμός δρα ενεργά διοργανώνοντας δράσεις οι οποίες μάλιστα έχουν ιδιαίτερη απήχηση και αποδοχή από το κοινό όλων των ηλικιών.
«Στις παραγωγές της κάνει προσφορά και δίνει εισιτήρια σε ανέργους, προσκλήσεις και φυσικά ο κόσμος ανταποκρίνεται. Είναι σημαντικό και το εκπαιδευτικό κομμάτι. Έχει πραγματοποιήσει προγράμματα όπως η "Όπερα Βαλίτσα", στα σχολεία παρουσιάζοντας έργα πιο εύκολα για το ξεκίνημα. Σταδιακά, βλέπαμε ότι από ένα γηρασμένο κοινό, εδώ και 10-15 χρόνια η ηλικία έχει πέσει. Ειδικά τώρα με το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος όπου οι εγκαταστάσεις είναι πιο σύγχρονες» σημειώνει ο Νίκος Τσαούσης.
«Η ΕΛΣ από το 2017 που μετεγκαταστάθηκε και υπό την εμπνευσμένη διεύθυνση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή Γιώργου Κουμεντάκη, έχει καταφέρει να διευρύνει εντυπωσιακά το κοινό της, τόσο αριθμητικά, όσο και ηλικιακά.
Έχοντας παρουσιάσει μεγάλες διεθνείς συμπαραγωγές με τα σπουδαιότερα λυρικά θέατρα του πλανήτη, όπως μεταξύ άλλων την Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης, τη Βασιλική όπερα του Λονδίνου, την Εθνική Όπερα των Παρισίων, τα Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, της Εξ αν Προβάνς κτλ., έχοντας συνεργαστεί με σπουδαίους καλλιτέχνες από όλο το φάσμα των τεχνών, όπως, μεταξύ άλλων τους Μαρίνα Αμπράμοβιτς, Μπομπ Γουίλσον, Γιώργο Λάνθιμο, Φανύ Αρντάν, Ολιβιέ Πυ κτλ, έχοντας καλέσει τους κορυφαίους σταρ της όπερας παγκοσμίως, όπως τους Άννα Νετρέμπκο, Γιόνας Κάουφμαν, Σόνια Γιόντσεβα, Ερμονέλα Γιάχο, Ανίτα Ρατσβελισβίλι, Άννα Πιρότσι, η Εθνική Λυρική Σκηνή με τις παραστάσεις της δημιουργεί μια ζωντανή σχέση με το κοινό της, είναι διαρκώς ανήσυχη και δημιουργική και έχει πάντα ως στόχο να ψυχαγωγήσει, να συγκινήσει και να μετακινήσει τον κάθε θεατή που αφήνεται στη μαγεία της τέχνης της» τονίζει ο Βασίλης Λούρας.
«Το νέο κοινό αρέσκεται να βλέπει έργα που τα φέρνουμε στη νέα εποχή και η Λυρική το έχει πετύχει. Φυσικά το λιμπρέτο δεν μπορεί να αλλάξει. Οποιαδήποτε μοντέρνα προσέγγιση δημιουργεί μια συζήτηση, είναι μια πρόκληση. Μπορεί να ενοχλήσει το παραδοσιακό κοινό αλλά ταυτόχρονα ιντριγκάρει το νέο κοινό και το φέρει πιο κοντά. Αυτό όμως δίνει ζωή και μακροημέρευση σε ένα έργο που έχει γραφτεί 200 χρόνια πριν», προσθέτει ο Νίκος Τσαούσης.
«Δεν μπορεί να μην καταλάβεις το συναίσθημα»
Η αληθινή δύναμη της όπερας και του μπαλέτου δεν είναι στα λόγια ή στη γνώση του έργου αυτού καθεαυτού, αλλά στην εμπειρία και στο συναίσθημα. Όπως τονίζουν και οι δυο αρκεί να αφήσεις τα μάτια, τα αυτιά και την καρδιά σου να ανοιχτούν και όλα παίρνουν τον δρόμο τους.
«Η γνώμη μου είναι ότι δεν χρειάζεται κανείς να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να δικαιολογήσει τίποτα από ότι θα δει ή θα ακούσει σε μια παράσταση όπερας ή μπαλέτου. Δεν χρειάζεται καμία ειδική εμπειρία ή εκπαίδευση για να μπορέσει να παρακολουθήσει μια παράστασή μας. Ένα πράγμα μόνο αρκεί: να έχει ορθάνοιχτα τα μάτια, τα αυτιά, την καρδιά και την ψυχή του για να μπορέσει να αισθανθεί», μου αναφέρει ο Βασίλης Λούρας.
Σε αυτό το σημείο, ο Νίκος Τσαούσης προσθέτει «Πιστεύω ειδικά στο τραγούδι, ακόμη και να μην καταλαβαίνεις τη γλώσσα, με ένα μόνο φωνήεν μπορείς να νιώσεις το συναίσθημα. Από την άλλη, από τη δεκαετία του 1990 και μετά έχει μπει ο υπερτιτλισμός ακόμη και να πας απροετοίμαστος. Ωστόσο, το κοινό είναι καλό να διαβάσει έναν πρόλογο του τι πάει να δει. Οι χαρακτήρες είναι διαχρονικοί. Ο ήχος της μουσικής αλλάζει, οι τάσεις αλλάζουν, αλλά ένας 18χρονος σήμερα που ενδεχομένως να ακούει τραπ κάποια στιγμή στο μέλλον μπορεί να ενδιαφερθεί. Σαφώς όμως θα πρέπει να υπάρχει ένα ερέθισμα. Μην ξεχνάμε ότι οι τραγουδιστές της όπερας είναι κανονικοί άνθρωποι. Έχει αλλάξει το lifestyle τους. Η εικόνα της ντίβας όπως την είχαμε στο μυαλό μας για παράδειγμα τη Μαρία Κάλλας έχει τελειώσει».
Ο Νίκος Τσαούσης θυμήθηκε επίσης και μια σκηνή που έζησε με το πρότζεκτ της Λυρικής που επισκεπτόταν διάφορες περιοχές της Αθήνας με το μουσικό λεωφορείο. «Κάναμε ένα πρόγραμμα με highlights της όπερας. Θυμάμαι τον Χάρη Ανδριανό που κατέβηκε από το λεωφορείο και βγήκε στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα και κάποια παιδάκια τον πλαισίωσαν και τον συνόδευαν στην άρια του Φίγκαρο σα να ήταν λαϊκό τραγούδι».
«Υπάρχει τρόπος να ξεκινήσεις το ταξίδι»
Το πρώτο βήμα στον μαγικό κόσμο της λυρικής τέχνης είναι η έκπληξη, η συγκίνηση, η αίσθηση ότι μπαίνεις σε έναν άλλο χρόνο.
Κάθε αυλαία που ανοίγει είναι μια πρόσκληση να βιώσεις κάτι πέρα από την καθημερινότητα. Στο ερώτημα, με ποιο έργο μπορεί κάποιος να ξεκινήσει το ταξίδι στον μαγικό λυρικό κόσμο απαντούν: «Από το φετινό μας πρόγραμμα θα πρότεινα τις όπερες Κάρμεν και Τραβιάτα, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ιδανική εισαγωγή για κάθε θεατή στον κόσμο της όπερας. Από το μπαλέτο, η Λίμνη των Κύκνων είναι μια υπέροχη αρχή!» προτείνει ο Βασίλης Λούρας.
Από την άλλη, ο Νίκος Τσαούσης εξηγεί: «Υπάρχουν πολλά έργα με τα οποία μπορεί κάποιος να ξεκινήσει το ταξίδι του στην όπερα και το μπαλέτο. Για παράδειγμα το Ριγκολέτο του Βέρντι ή έργα του Ροσίνι. Αν θες να σε πιάσει το συναίσθημα, δεν υπάρχει περίπτωση να δεις την Μποέμ και να μη φύγεις συγκινημένος ακόμα και να μην καταλαβαίνεις τη γλώσσα. Δεν μπορεί να μη δεις τη στιγμή στη Μπατερφλάι όταν κάνει χαρακίρι και να μην ανατριχιάσεις. Όσο για το μπαλέτο δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από το να δεις μια κλασική παραγωγή της Λίμνης των Κύκνων και να μη σε παρασύρει η ομορφιά, η συμμετρία, η σκηνή με όλους τους κύκνους. Εκεί δεν έχεις κείμενο και φωνή αλλά έχεις την κίνηση, τον χορό».
Όπως μου τονίζουν, η όπερα και το μπαλέτο δεν είναι απλώς τέχνες, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι και τα δυο δεν γερνούν ποτέ.
«Η όπερα και το μπαλέτο, συστήνονται κάθε βράδυ που ανοίγει η αυλαία σε χιλιάδες θεατές σε όλο τον κόσμο, εδώ και αρκετούς αιώνες ήδη. Θεωρώ πως πέρα από τις προσπάθειες που παγκοσμίως γίνονται στο επίπεδο της επικοινωνίας, του marketing και της προσέγγισης νέων κοινών, ο καλύτερος τρόπος για ένα νέο θεατή να ανακαλύψει την όπερα, είναι να βιώσει την εμπειρία μιας παράστασης, χωρίς προκαταλήψεις», καταλήγει ο Βασίλης Λούρας.