Αφορμή συγγραφής του άρθρου αποτέλεσε η ολοένα και αυξανόμενη παρουσία, τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στην καθημερινότητα μας, μηνυμάτων, ειδήσεων ή και προειδοποιήσεων, τα οποία εν περιλήψει αμφισβητούν την εν γένει παρουσία του ιού SARS-CoV-2 και των θυμάτων του, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις μέμφονται την εγκυρότητα της διαδικασίας εξακρίβωσης των κρουσμάτων. Ερωτήματα σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο προέλευσης του κορονοϊου, του βαθμού επικινδυνότητας και μεταδοτικότητας του, αν και έχουν απαντηθεί πολλάκις αρμοδίως, ωστόσο συνεχίζουν να αποτελούν σημείο προστριβής και διένεξης, δίνοντας το έναυσμα για τη δημιουργία διαφόρων θεωριών συνωμοσίας.

Η ψυχιατρική επιστήμη μπορεί να βοηθήσει στην επιστημονική επεξήγηση των παραπάνω συμπεριφορών, παράλληλα όμως μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση και στην αποδοχή της έκτασης της πανδημίας, προετοιμάζοντας τον πολίτη για την επόμενη μέρα, μακριά από φοβίες, άγχος και ψυχικά τραύματα. Επεξηγηματικά, οι θεωρίες συνωμοσίας εδράζονται στην έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να αποκτήσει τον έλεγχο μιας κατάστασης, στην οποία ο εχθρός -εν προκειμένω ο ιός SARS-CoV-2- είναι άγνωστος, επικίνδυνος, μη ελεγχόμενος, προκαλώντας ανησυχία και σε πολλές περιπτώσεις πανικό.

Οι θεωρίες αυτές μας προσφέρουν μια λογική εξήγηση τυχαίων γεγονότων(π.χ. τόπος προέλευσης του κορονοϊού), τα οποία πολλές φορές ελλείψει στοιχείων, γίνονται βορά στην διάθεση του οποιουδήποτε θελήσει να παρουσιάσει/διατυμπανίσει τις θέσεις του. Επιμένοντας στο γενικό πλαίσιο, δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε μια ενδελεχή συμπεριφορική ανάλυση των υποστηρικτών των θεωριών αυτών, περιοριζόμενος μόνο στην αναφορά μιας συσχέτισης μεταξύ ατομικού Ναρκισσισμού-αυτοεκτίμησης και συνωμοσιολογιών (Cichocka et al., 2016).

Θα πρέπει όμως να τονιστεί πως οι κοινωνοί αυτών των ιδεών δεν ταυτίζονται οπωσδήποτε με παραληρηματικούς ιδεασμούς, παρανοϊκές ιδέες ή οποιασδήποτε άλλης μορφής ψυχική ασθένεια. Υπάρχουν όμως συγκεκριμένες γνωσιακές προκαταλήψεις οι οποίες μέσα από το πρίσμα της ψυχιατρικής επιστήμης επεξηγούν περαιτέρω τις όποιες ιδιόμορφες αντιδράσεις. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων αυτών αποτελεί η προδιάθεση επιβεβαίωσης. Ενδόμυχα λοιπόν πιστεύουμε πως κάτι υποχθόνιο κρύβεται πίσω από την προέλευση του κορονοϊού, με αποτέλεσμα να αποδεχόμαστε συνειδητοποιημένα ή και ασυναίσθητα μόνο το πλήθος των πληροφοριών που τις επαληθεύουν, μη εστιάζοντας στην αντίθετη γνώμη ή θεωρώντας την σε ακραίες περιπτώσεις μέρος της όλης πλεκτάνης.

Βέβαια στην περίπτωση του Κορονοϊού, όπως και στην πλειονότητα των συνωμοσιολογικών σκέψεων, η διάδοση του αφηγήματος πραγματοποιείται από ένα ετερόκλητο πλήθος ατόμων, το οποίο δεν έχει απαραίτητα όμοια κίνητρα. Μπορεί σε κάποιους, οι θεωρίες αυτές να καλύπτουν υπαρξιακά ζητήματα ή να ενισχύουν μια υπό διαμόρφωση ακάλυπτη δομή σκέψης, σε κάποιους άλλους όμως αποτελούν μέσο επιβολής/προώθησης ιδίων συμφερόντων, άλλοτε πολιτικών, άλλοτε οικονομικών.

Επιπροσθέτως η ραγδαία αποξένωση μέρους των πολιτών απέναντι στους θεσμούς και στο σύστημα εξουσίας, συνεπικουρούμενης από την αδυναμία του τελευταίου να κατανοήσει τον ρόλο του σε μια κοινωνία ισονομίας και ισοπολιτείας, δημιουργεί κενό εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών, διευκολύνοντας την εξάπλωση θεωριών ίντριγκας και πλεκτάνης. Συμπερασματικά ο ρόλος της ψυχιατρικής καθίσταται κομβικός, όχι στην κατανόηση των θεωριών αυτών, αλλά στην επεξήγηση των συμπεριφορικών και συναισθηματικών λειτουργιών του ατόμου που τις ασπάζεται, καθώς και των ψυχολογικών μηχανισμών που τις προκαλούν.

Αποδεχόμενοι την πραγματική έκταση του προβλήματος της πανδημίας, ακολουθεί η ψυχική μας προετοιμασία για την επόμενη μέρα, την ημέρα της εξόδου μας από το σπίτι και της επαναφοράς μας σε μια κάποια μορφή κανονικότητας, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Θα πρέπει να γνωρίζουμε πως ο φόβος είναι ένα συναίσθημα απολύτως φυσιολογικό και ανθρώπινο, δεν θα πρέπει λοιπόν να μας καταβάλει! Κύριος τρόπος αντιμετώπισης του φόβου και του άγχους μας, αποτελεί το σταδιακό restart της ζωής μας, παίρνοντας πάντοτε τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης (όπως αυτά ορίζονται από τους ειδικούς).

Ιδιαιτέρως σημαντική κρίνεται η προγραμματισμένη και μη εξακολουθητική ενημέρωση μας από έγκυρα μέσα, περιορίζοντας έτσι την ακατάσχετη έκθεση σε πληροφορίες, οι οποίες και αυξάνουν τα επίπεδα άγχους και ανασφάλειας. Αυτοσκοπός όλων των προαναφερθέντων αποτελεί η βαθμιαία διακοπή της κοινωνικής μας απομόνωσης (εξαίρεση αποτελούν τα άτομα που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, στην περίπτωση αυτή η ευθύνη βαραίνει τα πρόσωπα του οικογενειακού τους περίγυρου), η ενίσχυση της θετικής μας σκέψης και της διάθεσης, η επίτευξη της ψυχικής ισορροπίας.

Ο αγώνας ενάντια στον άγνωστο εχθρό δεν ολοκληρώθηκε, για την επικράτηση απαιτείται η δομική αλλαγή στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Τήρηση των μέτρων κοινωνικής απόστασης και υγιεινής, θετική σκέψη και αγώνας για να πάρουμε πίσω όσα χάσαμε, θα τα καταφέρουμε.


Δημήτριος Πανούσης Βόγγελης
Ιατρός Ψυχιατρείων Λουκέρνης
Ψυχοθεραπευτής, απόφοιτος Πανεπιστημίου Ζυρίχης


* Φωτογραφίες: Λουκάς Βελιδάκης, flash.gr