Μια προειδοποίηση έκανε ο καθηγητής Γενετικής του πανεπιστημίου της Γενεύης Μανώλης Δερμιτζάκης σχετικά με το εμβόλιο του κορονοϊού. Σε συνέντευξή του ανέφερε πως τα εμβόλια θα βοηθήσουν στον περιορισμό της πανδημίας, ενώ μίλησε και για την άρση του lockdown.

Ο ίδιος ανέφερε πως «η Ελλάδα πάει καλύτερα στο θέμα των κρουσμάτων τα οποία σταδιακά μειώνονται, φτάνοντας, επί του παρόντος, στα 2.000, περίπου, ανά ημέρα, με την πτωτική αυτή τάση να αναμένεται να επιταχυνθεί το προσεχές διάστημα», σημείωσε στο ieidiseis.gr, κρίνοντας πως το αποτέλεσμα της καραντίνας ήταν θετικό, «παρότι η εικόνα παραμένει δύσκολη σε μερικές περιοχές». Ωστόσο, όπως είπε είναι γεγονός πως «το case fatality rate (σ.σ. θνητότητα) έχει αυξηθεί στην Ελλάδα, κάτι που προκύπτει τόσο από τα στοιχεία για το δεύτερο κύμα της πανδημίας όσο και από τα συνολικά δεδομένα».

Ο καθηγητής δήλωσε πως του έκανε αρνητική εντύπωση η χθεσινοβραδινή αναφορά στην ενημέρωση του Υπ. Υγείας για την επιδημία, πως η Επιτροπή δεν έχει συζητήσει ακόμη το ζήτημα της άρσης των μέτρων, το οποίο θα εξεταστεί την ερχόμενη εβδομάδα, όπως έγινε γνωστό. «Καταλαβαίνω το να μην έχεις αποφασίσει ημερομηνία ανοίγματος αλλά σενάρια θα έπρεπε να υπάρχουν πολλά. Δε χρειάζεται η εκτίμηση να γίνεται με τα στοιχεία της τελευταίας στιγμής, δε προλαβαίνεις», σημείωσε.

Ο ίδιος τάσσεται υπέρ της άρσης του lockdown εφόσον τα κρούσματα πέσουν στα 800 – 900, ή, σε ένα καλύτερο σενάριο, στα 500, έναν αριθμό που χαρακτήρισε «διαχειρίσιμο». Αν, όμως, η Ελλάδα δε πετύχει έναν τέτοιο στόχο την ημέρα που θα επιλεχθεί για την «έξοδο» από την καραντίνα «και καταγράψει 1.500 κρούσματα, για παράδειγμα, τότε προφανώς δεν πρέπει ν’ανοίξουμε».

Σχετικά με το γεωγραφικό σκέλος, ο κ. Δερμιτζάκης εκτίμησε πως «ίσως είναι νωρίς για να ανοίξει η Θεσσαλονίκη», ενώ και για άλλες «επικίνδυνες» περιοχές του χάρτη «μένει να δούμε τις επόμενες μέρες αν τυχόν χειροτερεύσουν». Yποστηρίζει πως «το μεγαλύτερο μέρος της χώρας θα μπορούσε να ανοίξει», και μάλιστα με τρόπο όχι απαραίτητα σταδιακό, «κατά τις 7 – 10 Δεκεμβρίου, εφόσον τα κρούσματα πέσουν γύρω στα 800-900».

«Ήδη εφόσον οι εμβολιασμοί ξεκινήσουν Δεκέμβριο – Ιανουάριο θα υπάρχει μια μείωση των νοσηλειών και μια μικρή βελτίωση στα κρούσματα, κατά τους πρώτους δύο μήνες», σημείωσε.

Όπως εξηγεί, «αφού θα εμβολιαστούν οι ευπαθείς ομάδες, δε θα καταλήγουν στο νοσοκομείο. Ακόμη και 1 δόση δίνει μια μικρή προστασία. Αν κάποιος εμβολιαστεί σήμερα και μετά από 20 μέρες εκτεθεί στον ιό θα έχει καλύτερη πορεία από το αν δεν είχε εμβολιαστεί». Ως αποτέλεσμα «θα αρχίσουμε να βλέπουμε μια επιβράδυνση νοσηλειών και θανάτων» και εξ αυτού.

Όπως είπε όσο θα εμβολιάζεται ο κόσμος, η κάλυψη του πληθυσμού θα φτάσει μέχρι τον Μάιο στο 60%, δηλαδή σε επίπεδα ανοσία της αγέλης, όπως λέει, υπό την επιφύλαξη πως οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης για 2 εκατ. εμβολιασμούς ανά μήνα, αφορούν σε διπλή δόση του εμβολίου (4.000.000 εμβολιασμοί, συνολικά, ανά μήνα).

Οι όποιες αντιρρήσεις θα καμφθούν σταδιακά, για τρεις λόγους: Πρώτος εξ αυτών, είναι η άρση περιορισμών για όσους θα κάνουν το εμβόλιο (πχ. στα ταξίδια), όπως λέει, με αφορμή τις σχετικές συζητήσεις σε διεθνές επίπεδο. «Στην πρώτη φάση της πανδημίας λέγαμε να μην υπάρχει πιστοποίηση ανοσίας με βάση την ασθένεια, και σωστά. Όμως το εμβόλιο δεν προξενεί κανένα ρίσκο και, άρα, έχει νόημα να βάλεις όρους και πλεονεκτήματα σε όσους το έχουν κάνει, όπως συμβαίνει σε αφρικανικές χώρες όπου αν δεν κάνεις ένα πακέτο εμβολίων δεν ταξιδεύεις. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο να γίνει το εμβόλιο προϋπόθεση για δραστηριότητες, και αυτό δε θα είναι κάτι ελληνικό αλλά παγκόσμιο».

«Ένα άλλο πλεονέκτημα που έχουν τα εμβόλια τα οποία έχουν συζητηθεί – και τα οποία ελπίζω θα εγκριθούν σύντομα – είναι ότι έχουν μεγάλη αποτελεσματικότητα, ενώ ένα μεγάλο μέρος του αντιεμβολιαστικού κινήματος λέει “γιατί να πάρω το ρίσκο να κάνω ένα εμβόλιο όταν η αποτελεσματικότητα δε προσφέρει κάτι προσωπικά, αλλά είναι μία κοινωνική συνεισφορά;”. Όταν, όμως, ένα εμβόλιο έχει αποτελεσματικότητα άνω του 90%, τότε “μπαίνει” κι ένα ακόμη κίνητρο, ότι “το κάνω για μένα”. Αυτό κάνει ακόμη μεγαλύτερη την πιθανότητα να κάνει κανείς το εμβόλιο».

Όσο περισσότερος κόσμος θα κάνει το εμβόλιο, τόσο οι αρνητές του θα βλέπουν πως οι συγγενείς, φίλοι και γείτονες τους δεν εκδηλώνουν καμία παρενέργεια, παράγοντας που, συνδυαστικά με τα παραπάνω, θα οδηγήσει σε «μεγάλη συμμετοχή», εκτίμησε

Τέλος, τόνισε «ότι το εμβόλιο δε θα πρέπει να το κάνουμε πολύ αργά, πολύ σταδιακά». Κι αυτό γιατί «αν δεν αποκτήσουμε γρήγορα ανοσία, υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθούν ανθεκτικά στελέχη του κορονοϊού. Το “πακέτο” του εμβολιασμού καλό είναι να γίνει γρήγορα, εφόσον υπάρχουν οι δυνατότητες, ώστε να μπλοκαριστεί ο ιός πριν βγουν ανθεκτικά στελέχη που ξεπερνάνε το εμβόλιο», εξήγησε, επισημαίνοντας πως αυτή η στρατηγική υπαγορεύεται από την επιδημιολογική και την εξελικτική πορεία του ιού.

«Με πολύ απλά λόγια, εάν έχω ένα όπλο έναντι του εχθρού μου, μοναδικό, και μπορώ να ρίξω 200 βόμβες την ημέρα αλλά ρίχνω 5, του χαλάω σιγά σιγά τις υποδομές, δίνοντας του χρόνο ν’ αναπτύξει τρόπους ν’ αντισταθεί στο όπλο μου. Αντίστοιχα, αν εμείς προστατεύουμε τον πληθυσμό, μέσω του εμβολίου, με αργό ρυθμό, εκθέτουμε τον ιό σε μια διαδικασία επιλογής, όπου αν κάπου βρεθεί ανθεκτικό στέλεχος, τυχαία, θα του δώσουμε τη δυνατότητα να αυξηθεί πριν σταματήσει η μετάδοση».

Αντίθετα, ο ταχύς εμβολιασμός στον πληθυσμό του οποίου τα ιικά επίπεδα είναι υψηλά, μειώνει τη μετάδοση και το φορτίο και «άρα τα αντίγραφα του ιού που κυκλοφορούν είναι πολύ λίγα, με λιγότερες ευκαιρίες να βρεθεί και να μεταδοθεί κάποιο ανθεκτικό τους στέλεχος». Συνεπώς, «όσο πιο γρήγορα γίνουν οι εμβολιασμοί τόσο καλύτερα, τόσο και ως προς τον στόχο αυτό, όσο και συνολικά για μας, για να εξέλθουμε από την τωρινή κατάσταση».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις