Η άλλη Ελλάδα
Η περιφερειακή ανάπτυξη και η αντιμετώπιση του δημογραφικού πρέπει να αποτελέσουν έμπρακτη προτεραιότητα της κυβέρνησης, ενώ και η αντιπολίτευση μπορεί να συμβάλει εποικοδομητικά με συγκεκριμένες προτάσεις.
Φέτος το καλοκαίρι, όσοι καταφέρνουν να εγκαταλείψουν για λίγες ημέρες τα αστικά κέντρα για να βρεθούν στην ελληνική επαρχία -νησιωτική ή ηπειρωτική- έρχονται αντιμέτωποι με μια ζοφερή πραγματικότητα: μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων και πολίτες δύο κατηγοριών. Μοναδικά τοπία και άνθρωποι με καρδιά και χαμόγελο, αλλά με υποδομές που καταρρέουν, σχολεία που κλείνουν, παιδιά που λιγοστεύουν. Και πίσω από την ειδυλλιακή εικόνα της ξεγνοιασιάς του καλοκαιριού, κρύβεται ένας χειμώνας με αντιξοότητες και ένα μέλλον όμοιο με κλεψύδρα που αδειάζει...
Περιοχές απαράμιλλης ομορφιάς και γνήσιων, ηρωικών ανθρώπων που όμως υπολείπονται σημαντικά από τις αντίστοιχες της πρωτεύουσας και μαραζώνουν. Με υποδομές απαρχαιωμένες ή ανύπαρκτες. Δρόμους που συνδέουν χωριά, σκοτεινούς ή κακοφωτισμένους. Νερό και ρεύμα που κόβονται λόγω χρόνιων προβλημάτων ή και λόγω πρόσκαιρης τουριστικής υπερφόρτωσης. Δομές υγείας που λειτουργούν υποτυπωδώς ή είναι υποστελεχωμένες. Σχολεία που συνενώνονται ή κλείνουν λόγω έλλειψης παιδιών. Περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης και λιγοστές διεξόδους ψυχαγωγίας και διασκέδασης —πλην βεβαίως ενός ή δύο μηνών, Ιούλιο και Αύγουστο— για τους νέους και τις νέες που επιλέγουν να μείνουν στον τόπο που γεννήθηκαν. Αραιά δρομολόγια συγκοινωνίας με την πόλη, την Αθήνα ή τον Πειραιά, αν πρόκειται για νησιώτες.
Πάντοτε υπάρχουν εξαιρέσεις, ωστόσο αυτή είναι η γενική εικόνα στις περισσότερες περιπτώσεις. Όσο λιγότερο δημοφιλές, απομακρυσμένο και «απόκοσμο» είναι το μέρος, τόσο πιο απογοητευτική και η κατάσταση.
Πριν από λίγες ημέρες, ένας μόνιμος κάτοικος μιας όχι και τόσο απομονωμένης περιοχής της ελληνικής επαρχίας (περίπου 300 χιλιόμετρα απόσταση από την Αθήνα), μου έλεγε χαρακτηριστικά ότι, αν δεν αγαπούσε τόσο πολύ το χωριό του και την καθημερινότητα σε αυτό, θα το είχε εγκαταλείψει προ πολλού, «αφού ο χειμώνας εδώ είναι δύσκολος και οι ανέσεις της πόλης μια ουτοπία». Από το λίγο που το έζησα, δεν μπορώ παρά να συμμεριστώ την άποψή του και να κατανοήσω ότι τα πιο απλά για τον «πρωτευουσιάνο» μοιάζουν είδος πολυτελείας για εκείνον. Για παράδειγμα, για να ψωνίσει σε κάποιο μεγάλο σούπερ μάρκετ πρέπει να διανύσει τουλάχιστον 30 χιλιόμετρα (πήγαινε-έλα). Το ίδιο ισχύει για να πάει το παιδί του στο σχολείο και στο φροντιστήριο ή σε κάποια δραστηριότητα, ή αν χρειαστεί να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο.
Για κάποιον εξοικειωμένο, αυτά μπορεί να μη θεωρούνται τραγικά. Τραγική είναι όμως η εικόνα σε ό,τι αφορά τη συρρίκνωση του πληθυσμού στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, εκτός Αθήνας, Θεσσαλονίκης και λίγων ακόμη μεγαλουπόλεων. Χωριά με κατοίκους μετρημένους στα δάχτυλα, κυρίως ηλικιωμένους. Τα παιδιά είδος προς εξαφάνιση! Πάλι καλά που τους θερινούς μήνες η επιστροφή των οικογενειών στον τόπο καταγωγής δίνει για μερικές εβδομάδες ξανά ζωντάνια στις ερειπωμένες αυλές σπιτιών και σχολικών προαυλίων, που μετατρέπονται σε χώρους για ατελείωτο παιχνίδι. Το ίδιο συμβαίνει με τα πανηγύρια, όπου για να βρεις καρέκλα πρέπει να έχεις κάνει κράτηση ως και ένα χρόνο πριν! Πόσο όμως κρατάει ένα πανηγύρι;
Για να συνεχίσει να υπάρχει ζωντανή και ακμαία η πατρίδα μας -από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη και από το Καστελόριζο ως τα Ιωάννινα- και για να μην διώξει και όσους μέχρι σήμερα επιμένουν να στηρίζουν την ύπαιθρο, το πολιτικό σύστημα οφείλει να αναθεωρήσει τον τρόπο που σκέφτεται και πράττει για αυτούς τους πολίτες. Η περιφερειακή ανάπτυξη και η αντιμετώπιση του δημογραφικού πρέπει να αποτελέσουν έμπρακτη προτεραιότητα της κυβέρνησης, ενώ και η αντιπολίτευση μπορεί να συμβάλει εποικοδομητικά με συγκεκριμένες προτάσεις. Εδώ, η συννενόηση έχει πρόσφορο πεδίο.
Η Ελλάδα είναι μία και οι πολίτες της έχουν ίσα δικαιώματα στη ζωή και στη διαβίωση, ανεξαρτήτως διεύθυνσης κατοικίας. Αλλά αυτό προϋποθέτει πολιτικές, κίνητρα, μακροπρόθεσμο σχέδιο και άμεσα μέτρα. Γιατί η άλλη Ελλάδα, στην οποία συχνά μας αρέσει να αναφερόμαστε, δεν είναι μια χώρα της «Β΄ εθνικής» και σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν πρέπει να διανοείται να την αφήσει χωρίς ανθρώπους που τη φροντίζουν, την αγαπούν και την ομορφαίνουν.