Οι καλικάντζαροι και το δέντρο της γης: Οι ελληνικοί θρύλοι του δωδεκαημέρου
Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, αυτά τα παράξενα πλάσματα κατοικούν καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου στα έγκατα της γης, όπου με πριόνια και τσεκούρια προσπαθούν ακατάπαυστα να κόψουν το Δέντρο της Ζωής που στηρίζει τον κόσμο.
Στα βάθη της ελληνικής λαογραφικής παράδοσης, ανάμεσα σε νεράιδες, δράκους και λάμιες, ξεχωρίζουν οι καλικάντζαροι, τα δύσμορφα δαιμόνια που στοιχειώνουν το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, αυτά τα παράξενα πλάσματα κατοικούν καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου στα έγκατα της γης, όπου με πριόνια και τσεκούρια προσπαθούν ακατάπαυστα να κόψουν το Δέντρο της Ζωής που στηρίζει τον κόσμο.
Το δέντρο αυτό, που κατά τον Νικόλαο Πολίτη, τον ιδρυτή της ελληνικής λαογραφίας, αντικατέστησε τον αρχαίο μυθικό Άτλαντα, αντιπροσωπεύει τη γονιμότητα και την αστείρευτη πηγή της ζωής. Η λαϊκή κοσμοθεωρία, βασισμένη στην παλιά αντίληψη περί ακινησίας της γης, φαντάζεται έναν κόσμο που στηρίζεται σε αυτό το μυθικό δέντρο. Σύμφωνα με ερμηνευτές της λαϊκής πάραδοσης, όπως ο Δημήτριος Λουκάτος, που συγκέντρωσε πολύτιμο λαογραφικό υλικό στο έργο του «Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών», το δέντρο συμβολίζει τον ίδιο τον Ήλιο, και ο μύθος αντανακλά την αιώνια πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τη ζωή και το θάνατο.
Όταν οι καλικάντζαροι φτάνουν κοντά στο να ολοκληρώσουν το καταστροφικό τους έργο, την παραμονή των Χριστουγέννων, γεννιέται ο Χριστός. Το θαύμα της γέννησής του θεραπεύει το δέντρο, αναγκάζοντας τα δαιμόνια να ανεβούν στην επιφάνεια της γης από φόβο μην τους πέσει στο κεφάλι. Έτσι ξεκινά το δωδεκαήμερο τρομοκρατίας τους, από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια.
Ο Νικόλαος Πολίτης, στην πραγματεία του «Οι Καλικάντζαροι» που περιλαμβάνεται στις «Παραδόσεις του ελληνικού λαού», υποστήριξε ότι η δοξασία προήλθε από τη δαιμονοποίηση των μεταμφιεσμένων κατά το Δωδεκαήμερο, που εισέβαλλαν στα σπίτια και ενοχλούσαν τους κατοίκους. Από την άλλη, ο βυζαντινολόγος Φαίδων Κουκουλές πίστευε ότι η λέξη προέρχεται από τους κανθάρους, βλαπτικά έντομα, που με την πάροδο του χρόνου συνδυάστηκαν με τους μεταμφιεσμένους του Δωδεκαημέρου.
Δύσμορφα πλάσματα
Τα πλάσματα αυτά περιγράφονται με ποικίλα χαρακτηριστικά ανά την Ελλάδα: μαυριδεροί, με κόκκινα μάτια, τριχωτό σώμα, τραγίσια πόδια, κουτσοί, στραβοί, με ένα μικρό και ένα τεράστιο χέρι. Φέρουν δεκάδες ονομασίες: καρκάτζια, λυκοκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, παγανά, πλανήταροι. Τρυπώνουν από τις καμινάδες, μαγαρίζουν τα φαγητά, μπερδεύουν τα μαλλιά των ροκών, σπάζουν κεραμίδια και αναστατώνουν τα σπίτια με τις σκανδαλιές τους.
Για να τους κρατήσουν μακριά, οι παλιοί άναβαν συνεχώς φωτιά στο τζάκι καίγοντας το «Χριστόξυλο», ένα χοντρό κούτσουρο από αγκαθωτό δέντρο. Στην Πελοπόννησο, όπως σημειώνει ο Γεώργιος Μέγας στις «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», ζωγράφιζαν σταυρούς με κάρβουνο στις πόρτες και τα παράθυρα. Έριχναν στη φωτιά αλάτι για να κάνει θόρυβο και να τρομάξουν τα δαιμόνια, ενώ η στάχτη του Χριστόξυλου θεωρούνταν ιερή και προστατευτική.
Ο τρόμος των καλικαντζάρων τελειώνει την ημέρα των Θεοφανείων με τον Μεγάλο Αγιασμό των υδάτων. Όπως λέει και το λαϊκό δίστιχο που παραθέτει ο Λουκάτος: «φεύγετε να φεύγουμε, γιατί έρχεται ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα του». Τότε, εξαγνισμένα από το αγιασμένο νερό, τα δαιμόνια κατεβαίνουν πίσω στα έγκατα της γης, όπου ανακαλύπτουν το δέντρο ολόκληρο και αναγεννημένο. Μανιασμένα, ξαναρχίζουν το πριόνισμά του, σε έναν ατέλειωτο κύκλο που συμβολίζει την αιώνια πάλη του φωτός με το σκοτάδι, του χειμώνα με την άνοιξη, του θανάτου με την αναγέννηση.