Για τις 27 Ιουνίου του 1996 ήταν προγραμματισμένη η έναρξη του 4ου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ. Όλοι περίμεναν με αγωνία να μάθουν τι θα κάνει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν καλή. Όλη η Ελλάδα περίμενε να μάθει εάν θα πήγαινε να μιλήσει αν θα έστελνε κείμενο ή θα άφηνε τα γεγονότα να εξελιχθούν χωρίς να παρέμβει. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Ανδρέα ήταν η τραχειοστομία στην οποία είχε υποβληθεί μήνες πριν στο Ωνάσειο με αποτέλεσμα να κάνει λογοθεραπεία προκειμένου να αποκατασταθεί η ομιλία του.

Ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης την ημέρα του θανάτου του βρισκόταν στην Ιταλία.

Αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν ο Μιλτιάδης Έβερτ. Στη Βουλή ήταν επίσης ο Αντώνης Σαμαράς ως επικεφαλής της Πολιτικής Άνοιξης και η Αλέκα Παπαρήγα ως γενική γραμματέας του ΚΚΕ.

Ο Ανδρέας έζησε ήρεμα την τελευταία μέρα της ζωής του, το ζεστό  Σάββατο 22 Ιουνίου 1996. Οι άνθρωποι που ήταν μαζί του το τελευταίο βράδυ του ήταν η  τότε σύζυγος του Δήμητρα Λιάνη και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ Τηλέμαχος Χυτήρης και Νίκος Αθανασάκης. Νωρίτερα τον είχαν επισκεφτεί ο Αντώνης Λιβάνης ο γιος του Γιώργος Παπανδρέου με την τότε σύζυγό του Άντα και την εγγονή του Μαργαρίτα αλλά και οι καθηγητές ιατρικής και φίλοι του Δημήτρης Κρεμαστινός και Κώστας Στεφανής όπως επίσης και ο φυσικοθεραπευτής Μάκης Καρπαθίου.

Το πιο παράξενο συνέβη το πρωί όταν ξυπνώντας κακόκεφος ζήτησε από τον αστυνομικό του να «του φωνάξει τον Τάκη Καραγάτση». Εκείνος σάστισε καθώς ο Καραγάτσης ήταν ο παλιός πιστός οδηγός και σωματοφύλακας του Ανδρέα που είχε πεθάνει λίγα χρόνια νωρίτερα. Και ο Ανδρέας τις τελευταίες ημέρες είχε αρχίσει αντίστοιχες ακατανόητες αναδρομές και αφηγήσεις για ανθρώπους που είχαν χαθεί δείγμα αρνητικό για ανθρώπους που παλεύουν να κρατηθούν στη ζωή.

Μετά τις 9 το βράδυ στο σπίτι της οδού Αγράμπελης είχαν φύγει όλοι οι επισκέπτες πλην της συζύγου του και των Χυτήρη, Αθανασάκη που προετοίμαζαν το κείμενο παρέμβασης και όχι ομιλίας στο συνέδριο. Αφού έφαγαν κάτι ελαφρύ και είπαν δύο ποτήρια κρασί ο Ανδρέας σηκώθηκε και χαιρέτησε άπαντες δια χειραψίας φεύγοντας για το δωμάτιό του.

Λίγες ώρες αργότερα κατά τη 1:30 το πρωί η νυχτερινή νοσοκόμα που είχε αναλάβει να τον προσέχει βγήκε παγωμένη και με δάκρυα στα μάτια στο μπαλκόνι να ανακοινώσει το μοιραίο.

Παρά τις προσπάθειές ανάνηψης ο άνθρωπος που αγαπήθηκε όσο λίγοι και άλλαξε την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας είχε φύγει από τη ζωή.

Ακολούθησε στις 26 Ιουνίου η κηδεία του με χιλιάδες κόσμου να την μετατρέψουν σε μία πολιτική συγκέντρωση αποχαιρετισμού. Θυμάμαι να ακούω την περιγραφή της, όντας 22 ετών σε ένα ραδιοφωνάκι, οδηγώντας ένα όχημα τύπου τζιπ και φορώντας τα χακί σε μία άσκηση πυροβολικού στον Έβρο. Με μία αίσθηση απώλειας και ολίγης ανασφάλειας. Παράξενο συναίσθημα όλων των απλών ανθρώπων που μεγάλωσαν ή έζησαν σε μία προοδευτική οικογένεια την περίοδο που είχε προηγηθεί. Μια πικρή γεύση.

Τα χρόνια πέρασαν. Και αυτήν την πικρή γεύση την έχουν πολλοί για έναν συγκεκριμένο λόγο. Κυρίως  γιατί ο Ανδρέας δεν φρόντισε όπως έπρεπε για την υστεροφημία του. Το ίδιο και το πολιτικό ή στενότερο περιβάλλον του. Αντίθετα με άλλους ηγέτες, ελάχιστοι έγραψαν, σκηνοθέτησαν ή φρόντισαν να αποδώσουν στην πραγματική της διάσταση την προσωπικότητα του  και την  συνεισφορά του στην απελευθέρωση της ελληνικής κοινωνίας.  Αδύνατον να περιγράψεις σε λίγες γραμμές την επίδραση της προσωπικότητας Παπανδρέου στην πορεία της σύγχρονης Ελλάδας. Και αμφιβάλλω αν οι επόμενες γενιές που δεν διαβάζουν αλλά μόνο βλέπουν να κατανοήσουν αυτήν την επίδραση μέσα από μεμονωμένα βιντεάκια στο youtube. Αντί επιλόγου  φέρτε στο μυαλό σας τον τόνο της φωνής και την κίνηση των χεριών του ανθρώπου που έριξε τις διαχωριστικές γραμμές και σημάδεψε με την παρουσία του τη νεότερη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, αλλά και έναν προβληματισμό για όσα δεν του αποδόθηκαν μετά θάνατον.