Η πρόθεση του νομοσχεδίου γίνεται αποκαλυπτική στο άρθρο 19, παράγραφο 2: «…αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Πρόληψης της Βίας είναι η επιστημονική μελέτη και ανάπτυξη δράσεων που αφορούν ιδίως την πρόληψη διαφόρων μορφών και εκφάνσεων της βίας, όπως ιδίως η ριζοσπαστικοποίηση και ο βίαιος εξτρεμισμός, η ενδοοικογενειακή και η έμφυλη βία, η ενδοσχολική βία και ο σχολικός εκφοβισμός, καθώς και η ρατσιστική βία».

Η ριζοσπαστικοποίηση των ιδεών για τη Νέα Δημοκρατία είναι ποινικά κολάσιμη, όπως ήταν για βουλευτή τους απαράδεχτο να γνωρίζουν οι μαθητές την πολιτική οικονομία του Μαρξ. Και η ενδοοικογενειακή βία θα αναχαιτιστεί με το νομοσχέδιο κατά των διαδηλώσεων, ως να λέμε ότι ο πονοκέφαλος θα θεραπευτεί αν βάλουμε το κεφάλι στο γύψο… Τούτων δοθέντων είναι εύλογα τα πυρά που εξαπολύουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και συνδικάτα, καλώντας την κυβέρνηση να αποσύρει το χουντικής κοπής νομοσχέδιο.

Στον κόσμο του κ. Χρυσοχοΐδη αυτό που εισηγείται «είναι μια προσπάθεια δημοκρατική, γενναία και πολύ προοδευτική». Μπορεί άνετα να υποθέσει κανείς ότι εξ ίσου γενναίες και προοδευτικές θεωρεί τις βίαιες, αναίτιες και παράνομες επιθέσεις που ασκεί πλέον η αστυνομία του προς τους πολίτες. Ο υπουργός που έχει πιστέψει ότι εξάρθρωσε την 17 Νοέμβρη, κάτι που δεν θα συνέβαινε ποτέ αν δεν αναλάμβαναν δράση οι βρετανικές και αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες, και που μάλλον δεν θέλει να θυμάται ότι υπήρξε στέλεχος στο ΠΑΣΟΚ, ενώ σε συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ (30/6/20) ανέφερε « «ασφαλώς επιδιώκουμε ευρύτερη συναίνεση» την ίδια στιγμή δηλώνει ότι «θα προχωρήσουμε και μόνοι μας».

Ανάχωμα στις επερχόμενες μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις
Γνωρίζοντας η κυβέρνηση ότι έρχεται βαρύς οικονομικός χειμώνας για τους πολίτες κι ότι το επιχείρημα του κορονοϊού δεν είναι αρκετό για να καλμάρει συναισθήματα αγανάκτησης, προσπαθεί με το νομοσχέδιο αυτό να μην επαναληφθούν οι μεγάλες συγκεντρώσεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των Μνημονίων. Με την πεποίθηση ότι εάν ίσχυαν εκείνη τη χρονική περίοδο όσο εισηγούνται σήμερα με το νομοσχέδιο, η πλειοψηφία των συγκεντρώσεων δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Σύμφωνα με τη σημερινή αποτίμηση της κυβέρνησης «επρόκειτο για ασυδοσία διαδηλωτών»

EUROKINISSI

ΜέΡΑ25: Έκτρωμα χουντικής κοπής
Την απόσυρση του νομοσχεδίου έχει εδώ και μέρες ζητήσει και το Μέρα25 σημειώνοντας ότι αποτελεί αναβίωση χουντικών διαταγμάτων. Όπως τονίζει πρόκειται για «αντισυνταγματική προσπάθεια περιορισμού του δικαιώματος του συνέρχεσθαι οφείλει να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων». «Ο αυταρχισμός εντείνεται από την Κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη αφού ήδη συμφώνησε σε ένα 5ο μνημόνιο εξαθλίωσης των πολιτών, όμως με αυτά που δρομολογεί ο κ. Χρυσοχοΐδης σε λίγο θα μας ζητάει και πιστοποιητικά φρονημάτων», προσθέτει σε χθεσινή του ανακοίνωση.

EUROKINISSI

ΚΙΝΑΛ
Η οξύτητα των διατάξεων του νομοσχεδίου προβληματίζει σοβαρά και το ΚΙΝΑΛ, παρά το γεγονός ότι στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες θα εκπροσωπηθεί από τον Γιώργο Καμίνη που είχε καταθέσει ανάλογη πρόταση. Το Κίνημα Αλλαγής εκτιμά ότι το νομοθέτημα αποπνέει έντονη διάθεση ποινικοποίησης αλλά στα «δύσκολα» όπως ανέφεραν στελέχη του, θα δώσει θετική ψήφο. Στον αντίποδα αναμένεται θα καταθέσει δική του συνολική πρόταση για το ζήτημα των διαδηλώσεων που θα έχει ως χαρακτηριστικό στοιχείο τον κυρίαρχο ρόλο του δικαστή ώστε – όπως εκτιμά- να υπάρχουν εγγυήσεις για την διασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Αξιωματική Αντιπολίτευση
«Με ένα νομοσχέδιο που αποτελεί ουσιαστικά αντιγραφή αντίστοιχου χουντικού νόμου του 1971, η κυβέρνηση δίνει στην αστυνομία την εξουσία και την αρμοδιότητα να κρίνει ποιες συγκεντρώσεις επιτρέπονται και ποιες όχι, να διαλύει όποιες συγκεντρώσεις κρίνει κατά το δοκούν, καθώς και να επιβάλλει αλλαγές στον τόπο συγκέντρωσης και τη διαδρομή μιας διαδήλωσης» δηλώνει το τμήμα Εργατικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ τονίζει ότι: «Προχωράει ακόμα περισσότερο στον αντιδημοκρατικό κατήφορο, καθιερώνοντας “ιδιώνυμο” για την παρουσία σε διαδηλώσεις που δεν έχουν πάρει έγκριση ή δεν έχουν “συμμορφωθεί προς τα υποδείξεις” των αστυνομικών, τιμωρώντας τους διαδηλωτές με ποινή φυλάκισης ενός έτους».