Στις 8 Απριλίου 1990 ανοίγει μια νέα περίοδος για την χώρα με την νίκη της ΝΔ και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις εκλογές. Σε αυτή την κυβέρνηση, έχοντας κερδίσει την εκτίμηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αναλαμβάνει Υπουργός Εξωτερικών, ο Αντώνης Σαμαράς.

Η«ηγεμονία» της ΝΔ στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο είναι αδιαμφισβήτητο. Από το 1992 όμως η κυβέρνηση αρχίζει να χάνει τον έλεγχο των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων. Η ηγεμονία αυτή δεν διαρκεί περισσότερο από δύο χρόνια. Και το 1992 είναι η κρίσιμη χρονιά που θα καθορίσει την καθοδική της πορεία.

Εσωκομματική αμφισβήτηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη

Στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1992 και ενώ οι κοινωνικές συγκρούσεις βρίσκονται στο απόγειό τους, ο Μιλτιάδης Έβερτ, ο Σταύρος Δήμας και ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος, από τα επιφανέστερα στελέχη της Ν.Δ., δημοσιοποιούν τη διαφωνία τους με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής τους, υποστηρίζοντας με κοινό τους κείμενο ότι δημιουργεί μεγάλες και άδικες κοινωνικές ανισότητες, ενώ δεν δημιουργεί ανάπτυξη.

Αυτή την περίοδο ξεκινά παράλληλα να αναπτύσσεται το λεγόμενο «Σκοπιανό» ζήτημα με τη διεκδίκηση, εκ μέρους του νεοσύστατου μικρού κράτους της πρώην Γιουγκοσλαβίας, του ονόματος «Μακεδονία». Με πρωταγωνιστές την Εκκλησία και μια «υπερπατριωτική» διακομματική μερίδα του πολιτικού κόσμου, λαμβάνουν χώρα  ισχυρές λαϊκές κινητοποιήσεις (η πρώτη συγκέντρωση έγινε στη Θεσσαλονίκη και είχε πανμακεδονικό χαρακτήρα). Η εσωτερική πίεση εσωτερικεύεται και στην κυβέρνηση, καθώς προκύπτει σοβαρή αντίθεση μεταξύ του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του Υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά.

Ο Αντώνης Σαμαράς επιχειρεί μονομερώς να υλοποιήσει μια προσωπική γραμμή αδιάλλακτης στάσης έναντι των Σκοπίων, που έρχεται σε αντίθεση με την κυβερνητική γραμμή και με τις αποφάσεις του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών που συγκλήθηκε υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Έτσι, τον Απρίλιο του 1992 ο κ. Σαμαράς οδηγείται σε παραίτηση από τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών, ανοίγοντας τις διαδικασίες για μια συνολικότερη ρήξη με την παράταξή του.

Με το σύνθημα «Ελλάς – Ελλάς – Αντώνης Σαμαράς», οι υποστηρικτές του καλωσορίζουν το 1993 την ίδρυση ενός νέου πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Πολιτική Άνοιξη.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1993, δύο βουλευτές της ΝΔ προσχωρούν στην Πολιτική Άνοιξη, αλλά διατηρούν τη βουλευτική τους έδρα. Είναι ο Στέφανος Στεφανόπουλος, βουλευτής Ηλείας, και ο Γιώργος Συμπιλίδης, βουλευτής Κιλκίς. Έτσι, η Νέα Δημοκρατία θα απολέσει τη δεδηλωμένη, έχοντας μόνο 150 έδρες στην κοινοβουλευτική της ομάδα.

Αποστασία και εκλογές

Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προκηρύσσει πρόωρες εκλογές για τον Οκτώβριο του 1993, τις οποίες και χάνει από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει 170 έδρες με ποσοστό 46,88% και ο Παπανδρέου επανέρχεται στην θέση του πρωθυπουργού. Το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά συγκεντρώνει 4,88% και κατατάσσεται τρίτο, κερδίζοντας 10 έδρες στο ελληνικό κοινοβούλιο. Ο Αντώνης Σαμαράς στιγματίζεται ως «προδότης», αφού οι μητσοτακικοί τού χρεώνουν την πτώση της κυβέρνησης.

Η ρήξη μεταξύ των δύο πολιτικών ανδρών είναι τέτοιου μεγέθους, που σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο κ. Σαμαράς ένα χρόνο μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση της ΝΔ στην Καθημερινή, δηλώνει ότι «δεν θα επιστρέψω, στη Ν.Δ. και αν ακόμη αλλάξουν οι πολιτικές συνθήκες, έστω και αν με καλέσουν για να γίνω ο «αρχηγός» της».

Αποδείχτηκε στη συνέχεια ότι δεν το εννοούσε. Επέστρεψε στο κόμμα επί Κ. Καραμανλή. Και μετά την ήττα της Ν.Δ. υπό την αρχηγία του Κώστα Καραμανλή και την παραίτησή του, αναδείχτηκε πρόεδρος του κόμματος από τον Α’ γύρο με ποσοστό 50,06%, έναντι 39,72% της Ντόρας Μπακογιάννη, που ήταν η βασική του αντίπαλος.

Σήμερα ο Αντώνης Σαμαράς συμμετέχει ως βουλευτής στην κυβερνώσα ΝΔ που αποκαλεί πλέον ιστορική τη συμφωνία των Πρεσπών με τη Βόρεια Μακεδονία. Αποδείχτηκε τελικά ένας χρήσιμος εθνικιστής για να κερδίσει μετά από πολλά χρόνια, ο υιός Κυριάκος Μητσοτάκης τις εκλογές. Κι ο Αλέξης Τσίπρας που έλυσε το «Σκοπιανό» να τις χάσει.