Η διάγνωση της λοίμωξης γίνεται σήμερα κυρίως μέσω τεστ, που χρησιμοποιούν δείγματα ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος. Μία μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Annals of Internal Medicine,  έδειξε πως τα τεστ με δείγμα από σίελο είναι εξίσου αποτελεσματικά. Η μετα-ανάλυση, βασίσθηκε στα δεδομένα 37 μελετών, με συνολικό αριθμό 7.169 ατόμων, στα οποία έγινε ανάλυση παράλληλα σε 7.332 δείγματα σιέλου και τα αντίστοιχα ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στην διαγνωστική ευαισθησία ανάμεσα σε αυτά τα δύο διαφορετικά είδη δειγμάτων.

Όσον αφορά την δειγματοληψία σάλιου, βρέθηκαν ενδείξεις πως ο τρόπος μπορεί να επηρεάσει την διαγνωστική επιτυχία, πράγμα που υποδεικνύει την ανάγκη για καθιέρωση και χρήση πρότυπων και βελτιστοποιημένων τεχνικών συλλογής. Πάντως η ευαισθησία των τεστ σε δείγματα σιέλου δεν διέφερε σημαντικά από τα ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα σε ασυμπτωματικά άτομα και άτομα με ήπια συμπτώματα. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η σίελος μπορεί να αποτελέσει δείγμα επιλογής σε συγκεκριμένες κοινότητες.

Η οικονομική ανάλυση έδειξε ότι επιλογή της ανάλυσης σε δείγματα σιέλου θα είναι πιο οικονομική, καθώς με επιπολασμό 1% το επιπλέον κόστος των αναλύσεων για την εύρεση ενός θετικού δείγματος σε ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα θα είναι 8.093 δολάρια, κάτι το οποίο μπορεί να καλύψει την συλλογή περισσοτέρων των 3.900 δειγμάτων σιέλου.

Το δυνατό σημείο της συγκεκριμένης μελέτης είναι ο μεγάλος αριθμός μελετών που συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν την μετα-ανάλυση, με συμμετέχοντες από πολλές διαφορετικές ομάδες με διαφορετικά κλινικά χαρακτηριστικά. Αν και σε πολλά σημεία οι μελέτες αυτές διέφεραν, τα αποτελέσματα ως προς τη χρήση της σιέλου ως δείγμα είναι παρόμοια και μπορούν να γενικευθούν. Ο συνδυασμός των αποτελεσμάτων αυτής της μετα-ανάλυσης με την οικονομική αξιολόγηση της εφαρμογής των τεστ σε δείγματα σιέλου παρέχει σημαντικά δεδομένα σε όσους καθορίζουν την πολιτική υγείας.

Συμπερασματικά η ανάλυση σε δείγματα σιέλου δίνει παρόμοια αποτελέσματα με πολύ χαμηλότερο κόστος για την ανίχνευση του SARS-CoV-2. Με βάση αυτά τα δεδομένα, και με τα επιπρόσθετα πλεονεκτήματα της ελάχιστα επεμβατικής δειγματοληψίας και την μειωμένη ανάγκη απασχόλησης αλλά και κυρίως την χαμηλότερη πιθανότητα έκθεσης σε κίνδυνο μόλυνσης του εξειδικευμένου προσωπικού, προτείνεται η αντικατάσταση της δειγματοληψίας ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που ελέγχεται για την νόσο.

Με πληροφορίες από το ΑΜΠΕ. Τα δεδομένα συνόψισε η καθηγήτρια Αναλυτικής Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Εύη Λιανίδου

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις