Πραγματοποιήθηκε στην κλινική του Ιατρικού Πανεπιστημίου στο Γενικό Νοσοκομείο της Βιέννης. Σύμφωνα με τον χειρουργό, Βάλτερ Κλεπέτκο, οι πνεύμονες της 45χρονης ασθενούς ήταν σε πολύ κακή κατάσταση λόγω του ιού και η ασθενής δεν είχε ελπίδες να επιζήσει. Η γυναίκα δεν είχε υποκείμενο νόσημα, προσβλήθηκε από τον κορονοϊό πριν από οκτώ εβδομάδες και η ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης της τελευταία, λόγω ολικής πνευμονικής ανεπάρκειας, οδήγησε στην απόφαση για την “εξαιρετικά περίπλοκη αλλά επειγόντως απαραίτητη” μεταμόσχευση ως ύστατη δυνατότητα διάσωσης της.

Σύμφωνα με τον Βάλτερ Κλεπέτκο, τον επικεφαλής της πανεπιστημιακής κλινικής χειρουργικής και διευθυντή του κλινικού τμήματος θωρακικής χειρουργικής του Ιατρικού Πανεπιστημίου, “από την άποψή μας, η κατάσταση της ασθενούς είναι εξαιρετική , δεν έχουμε κανένα σοβαρό πρόβλημα μέχρι τώρα, τα όργανα λειτουργούν όλα, είμαστε όλοι ικανοποιημένοι, αλλά θα είναι πολύς ακόμη δρόμος για το εξιτήριο της από το νοσοκομείο”.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι γιατροί χρησιμοποίησαν όλες τις δυνατές μεθόδους πριν καταλήξουν στην επιλογή για μεταμόσχευση. Το κατάλληλο μόσχευμα εμφανίστηκε την Δευτέρα, ενώ η ασθενής βρισκόταν σε μηχάνημα υποστήριξης της αναπνοής. Η επέμβαση ήταν υψηλού ρίσκου, γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο οργανισμός να απορρίψει το μόσχευμα, ενώ υπήρχε επίσης ο κίνδυνος υποτροπής, λόγω του κορονοϊού.

“Η κατάσταση ήταν απελπιστική, οι πνεύμονες ήταν σαν ένας όγκος, δεν υπήρχε καμία ελπίδα” δήλωσε ο δρ. Κλεπέτκο, προσθέτοντας πως οι πνεύμονες δεν μπορούσαν πλέον καθόλου να λειτουργήσουν και ήταν σε μηχανική υποστήριξη για τρεις με τέσσερις εβδομάδες.

Να σημειωθεί πως δύο παρόμοιες μεταμοσχεύσεις έχουν γίνει έως τώρα μόνον στην Κίνα. Οι γιατροί στη Βιέννη βασίστηκαν στη δική τους μεγάλη εμπειρία, καθώς η αυστριακή πρωτεύουσα , με τουλάχιστον 100 μεταμοσχεύσεις πνευμόνων τον χρόνο –  και συνολικά πάνω από 2.000 έως σήμερα – συγκαταλέγεται μαζί με το Τορόντο, το Κλίβελαντ και το Αννόβερο, στα μεγαλύτερα σχετικά προγράμματα διεθνώς.