Άλφρεντ Νόμπελ: Από τον δυναμίτη στα Νόμπελ - Η ζωή ενός ανθρώπου γεμάτη αντιφάσεις
Σαν σήμερα, στις 14 Οκτωβρίου 1863, ο Άλφρεντ Νόμπελ κατοχύρωνει την πρώτη του ευρεσιτεχνία για την παρασκευή της νιτρογλυκερίνης.
Σαν σήμερα, στις 14 Οκτωβρίου 1863, ο Άλφρεντ Νόμπελ κατοχύρωνει την πρώτη του ευρεσιτεχνία για την παρασκευή της νιτρογλυκερίνης. Μια εφεύρεση που θα άνοιγε τον δρόμο για μια τεράστια περιουσία, αλλά και για μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες κληρονομιές στην ιστορία: Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με τα εκρηκτικά και την πολεμική βιομηχανία θα γινόταν τελικά γνωστός για τα βραβεία που τιμούν την επιστήμη, τη λογοτεχνία και την... ειρήνη.
Η αρχή μιας εκρηκτικής διαδρομής
Ο Άλφρεντ Νόμπελ γεννήθηκε στη Στοκχόλμη το 1833 και από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χημεία και τις τεχνολογικές εφαρμογές της. Στις 14 Οκτωβρίου 1863, κατοχύρωσε την πρώτη του ευρεσιτεχνία, η οποία αφορούσε την παρασκευή της νιτρογλυκερίνης, μιας εξαιρετικά ισχυρής αλλά επικίνδυνης εκρηκτικής ουσίας.
Η νιτρογλυκερίνη, ωστόσο, δεν ήταν δική του ανακάλυψη. Είχε παρασκευαστεί το 1847 από τον Ιταλό χημικό Ασκάνιο Σομπρέρο. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν η αστάθειά της, καθώς μπορούσε να εκραγεί από κραδασμούς ή χτυπήματα, καθιστώντας τον χειρισμό της εξαιρετικά επικίνδυνο.
Ο Νόμπελ διέκρινε τις δυνατότητές της σε έργα που απαιτούσαν ισχυρές εκρήξεις, όπως η διάνοιξη σηράγγων, η εξόρυξη και η κατασκευή μεγάλων υποδομών. Στόχος του ήταν να βρει τρόπους ώστε η νέα τεχνολογία να μπορεί να αξιοποιηθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Μια τραγωδία που σημάδεψε την οικογένειά του
Τα πειράματα με τη νιτρογλυκερίνη είχαν βαρύ τίμημα. Το 1864, έκρηξη στις εγκαταστάσεις της οικογένειας Νόμπελ στη Στοκχόλμη σκότωσε πέντε ανθρώπους, ανάμεσά τους τον μικρότερο αδελφό του Άλφρεντ, Εμίλ, μόλις 20 ετών.
Η τραγωδία δεν έβαλε τέλος στις έρευνές του. Αντίθετα, ο Νόμπελ συνέχισε να αναζητά έναν ασφαλέστερο τρόπο αξιοποίησης της εκρηκτικής δύναμης της νιτρογλυκερίνης.
Το 1867 κατοχύρωσε τον δυναμίτη, αναμειγνύοντας τη νιτρογλυκερίνη με ένα απορροφητικό υλικό, ώστε να μπορεί να μεταφέρεται και να χρησιμοποιείται με μεγαλύτερο έλεγχο. Η εφεύρεση αυτή αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία των κατασκευών και των εξορύξεων, ενώ έφερε στον δημιουργό της τεράστια οικονομική επιτυχία.
Ο δυναμίτης, οι περιουσίες και η πολεμική βιομηχανία
Η εμπορική επιτυχία του δυναμίτη εκτόξευσε τη φήμη και τα κέρδη του Νόμπελ. Δημιούργησε ένα διεθνές δίκτυο εργοστασίων και κατοχύρωσε συνολικά 355 ευρεσιτεχνίες, επεκτείνοντας διαρκώς τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
Οι εφευρέσεις του, όμως, δεν περιορίστηκαν στα έργα υποδομής.
Το 1887 κατοχύρωσε τη βαλλιστίτιδα, μια νέα προωθητική εκρηκτική ύλη που παρήγαγε λιγότερο καπνό από την παραδοσιακή πυρίτιδα και προοριζόταν για στρατιωτική χρήση. Όταν οι γαλλικές αρχές απέρριψαν την πρότασή του, ο Νόμπελ πούλησε τα δικαιώματα στην ιταλική κυβέρνηση, προκαλώντας αντιδράσεις στη Γαλλία και κατηγορίες ακόμη και για βιομηχανική κατασκοπεία.
Το 1894 αγόρασε τη σουηδική Bofors, μια επιχείρηση που δραστηριοποιούνταν στη μεταλλουργία και στην κατασκευή όπλων. Υπό την ιδιοκτησία του, η εταιρεία συνδέθηκε ακόμη περισσότερο με την παραγωγή στρατιωτικού υλικού.
Η αντίφαση είναι εμφανής: ο άνθρωπος που θα συνέδεε αργότερα το όνομά του με το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης είχε αναπτύξει προϊόντα για στρατιωτικές εφαρμογές και είχε επενδύσει ο ίδιος στην πολεμική βιομηχανία. Η κληρονομιά του, επομένως, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις δύο όψεις της τεχνολογικής προόδου: τη συμβολή της στην ανάπτυξη και τη δυνατότητά της να προκαλεί καταστροφή.
Η νεκρολογία που ίσως άλλαξε την πορεία του
Ένα περιστατικό του 1888 συνδέθηκε αργότερα με την απόφαση του Νόμπελ να διαθέσει την περιουσία του για τη δημιουργία των ομώνυμων βραβείων.
Εκείνη τη χρονιά πέθανε ο αδελφός του, Λούντβιχ. Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη ιστορία, γαλλική εφημερίδα μπέρδεψε τους δύο αδελφούς και δημοσίευσε πρόωρα τη νεκρολογία του Άλφρεντ, παρουσιάζοντάς τον ως «έμπορο του θανάτου».
Η αφήγηση θέλει τον Νόμπελ να διαβάζει την υποτιθέμενη νεκρολογία του και να συνειδητοποιεί ότι αυτή θα μπορούσε να είναι η εικόνα που θα άφηνε πίσω του. Έτσι, φέρεται να αποφάσισε να αλλάξει την υστεροφημία του, χρηματοδοτώντας βραβεία για ανθρώπους που θα προσέφεραν στην ανθρωπότητα.
Η ιστορία είναι εντυπωσιακή, αλλά χρειάζεται προσοχή: η συγκεκριμένη νεκρολογία με τον χαρακτηρισμό «έμπορος του θανάτου» δεν έχει εντοπιστεί, ενώ δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το περιστατικό καθόρισε την απόφασή του. Παραμένει, ωστόσο, ένα από τα πιο γνωστά αφηγήματα γύρω από τη ζωή του.
Η διαθήκη που μετέτρεψε μια περιουσία σε παγκόσμιο θεσμό
Στις 27 Νοεμβρίου 1895, ο Άλφρεντ Νόμπελ υπέγραψε στο Παρίσι τη διαθήκη που θα άλλαζε οριστικά την εικόνα του στην ιστορία. Αποφάσισε να διαθέσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του για τη δημιουργία πέντε ετήσιων βραβείων, τα οποία θα απονέμονταν σε ανθρώπους που είχαν προσφέρει σημαντικό έργο στη Φυσική, τη Χημεία, την Ιατρική, τη Λογοτεχνία και την Ειρήνη.
Η επιλογή του δεν ήταν απλώς μια οικονομική απόφαση. Με τη διαθήκη του, ο Νόμπελ δημιούργησε έναν θεσμό που θα αναγνώριζε την επιστημονική ανακάλυψη, την πνευματική δημιουργία και την προσπάθεια για ειρηνική συνύπαρξη.
Πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου 1896, σε ηλικία 63 ετών, χωρίς να προλάβει να δει το σχέδιό του να υλοποιείται. Τα πρώτα Βραβεία Νόμπελ απονεμήθηκαν το 1901, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του.
Από την καταστροφική δύναμη στην αναγνώριση της προσφοράς
Η ζωή του Άλφρεντ Νόμπελ συμπυκνώνει μια από τις πιο σύνθετες αντιφάσεις της σύγχρονης ιστορίας. Η εφευρετική του ικανότητα και οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες τού επέτρεψαν να συγκεντρώσει μια τεράστια περιουσία, μέσα από τεχνολογίες που χρησιμοποιήθηκαν τόσο για την ανάπτυξη όσο και για τον πόλεμο.
Κι όμως, το όνομά του δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για τον δυναμίτη, τις εκρηκτικές ύλες και τις στρατιωτικές εφαρμογές τους. Συνδέθηκε με έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς θεσμούς επιβράβευσης της επιστημονικής και πνευματικής δημιουργίας.
Από την πρώτη του ευρεσιτεχνία το 1863 μέχρι την απονομή των πρώτων βραβείων το 1901, η διαδρομή του Νόμπελ παραμένει μια ιστορία γεμάτη αντιφάσεις, φιλοδοξία και ένα ερώτημα που εξακολουθεί να απασχολεί: πώς θέλει τελικά να τον θυμάται ο κόσμος έναν άνθρωπο; Για όσα δημιούργησε ή για όσα επέλεξε να αφήσει πίσω του;