Αντώνης Βαρδής: Η μουσική της ζωής του πίσω από τα τραγούδια που αγαπήσαμε
Δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατό του, η ζωή πίσω από τις μελωδίες του μέσα από ιστορίες και δικές του εξομολογήσεις.
Δώδεκα χρόνια από τις 2 Σεπτεμβρίου 2014, τη μέρα που έφυγε από τη ζωή. Πίσω από τις μελωδίες και τα τραγούδια που έμειναν, υπήρχε μια ζωή με δύσκολα παιδικά και νεανικά χρόνια, μεροκάματα, έρωτες, χωρισμούς, δύο παιδιά, λάθη, δεύτερες ευκαιρίες και μια βαθιά ανάγκη, όσα δεν μπορούσε εύκολα να πει, να τα κάνει τραγούδι.
Πριν γίνει ο Αντώνης Βαρδής των μεγάλων τραγουδιών, υπήρξε ένα παιδί που βρέθηκε σχεδόν κατά τύχη πάνω σε ένα πάλκο.
Ήταν μόλις πεντέμισι ετών όταν, σε μια έξοδο με τους γονείς του, χόρεψε ένα ζεϊμπέκικο. Η Ρένα Ντάλια τον πρόσεξε, τον ανέβασε στο πάλκο και εκεί, μπροστά σε ανθρώπους που τότε δεν μπορούσε ακόμη να αντιληφθεί πόσο σπουδαίοι ήταν, τραγούδησε δύο τραγούδια.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου και ο Γιώργος Ζαμπέτας. Λίγο αργότερα, πριν ακόμη γραφτεί στο Δημοτικό, βρέθηκε να εργάζεται δίπλα στον Μανώλη Χιώτη.
Χρόνια μετά, κοιτάζοντας προς τα πίσω, καταλάβαινε πια τι σήμαιναν εκείνες οι συναντήσεις. Στη συνέντευξή του θυμόταν πως ως παιδί δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι είχε γνωρίσει τόσο μεγάλους δημιουργούς. Μεγαλώνοντας όμως και ακολουθώντας ο ίδιος τη μουσική, κατάλαβε ότι εκείνη ήταν μια σπάνια αρχή. Δεν ακολούθησε, ωστόσο, μια εύκολη διαδρομή από το παιδικό πάλκο προς την επιτυχία. Η ζωή είχε άλλα σχέδια.
Ένα παιδί που του έλειψε το πάλκο
Οι εμφανίσεις του σταμάτησαν όταν κρίθηκε ότι ένα τόσο μικρό παιδί δεν μπορούσε να εργάζεται επαγγελματικά.
Ο ίδιος θυμόταν αργότερα πόσο έντονα είχε βιώσει αυτή την απότομη διακοπή. Είχε δεθεί τόσο πολύ με τη μουσική και την επαφή με τον κόσμο, ώστε όταν αναγκάστηκε να σταματήσει είχε παρουσιάσει ακόμη και σωματικά συμπτώματα.
Ήταν μια παράξενη αρχή για ένα παιδί, είχε προλάβει να γνωρίσει το πάλκο πριν γνωρίσει καλά καλά το σχολείο και ύστερα χρειάστηκε να επιστρέψει στην καθημερινότητα.
Η μουσική όμως είχε ήδη εγκατασταθεί μέσα του.
Ο ίδιος θα έλεγε πολλά χρόνια αργότερα ότι είχε μεγαλώσει με το «αχ» του Στέλιου Καζαντζίδη και ότι αυτό το κουβαλούσε ακόμη μέσα του. Ίσως αυτό το «αχ» να εξηγούσε και κάτι από τη μελαγχολία που αργότερα θα περνούσε στα δικά του τραγούδια.
Οι δουλειές που δεν έγιναν για το βιογραφικό
Πριν μπορέσει να ζήσει από τη μουσική, ο Βαρδής είχε χρειαστεί να ζήσει από οτιδήποτε άλλο μπορούσε να του προσφέρει ένα μεροκάματο.
Δούλεψε σε ψιλικατζίδικο, σε χρωματοπωλείο, σε βενζινάδικο, στα υδραυλικά, στην οικοδομή και για ένα διάστημα στα καράβια.
Όταν αργότερα αυτές οι δουλειές απαριθμούνταν ως μέρος της μυθολογίας του αυτοδημιούργητου καλλιτέχνη, ο ίδιος τις αντιμετώπιζε πολύ πιο απλά.
«Κατά ανάγκη», έλεγε.
Δεν τις είχε κάνει για να αποκτήσει εμπειρίες που κάποτε θα διηγούνταν σε συνεντεύξεις. Τις είχε κάνει επειδή υπήρχε ανάγκη.
Και αυτή η ανάγκη δεν ήταν θεωρητική.
Σε μια από τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές της συνέντευξης θυμόταν την εποχή της στρατιωτικής του θητείας. Στο σπίτι βρίσκονταν η μητέρα του και ο μικρότερος αδελφός του. Τα οικονομικά ήταν τόσο δύσκολα, ώστε περιέγραφε ένα υπόγειο σπίτι με ενοίκιο περίπου 180 ή 200 δραχμές και περιόδους κατά τις οποίες δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα ούτε για τα στοιχειώδη.
Όσο εργαζόταν, βοηθούσε το σπίτι και όταν κλήθηκε να υπηρετήσει αυτό το εισόδημα χάθηκε.
Πίσω λοιπόν από τον μετέπειτα επιτυχημένο δημιουργό υπήρχε η μνήμη ενός νέου ανθρώπου που γνώριζε πολύ καλά τι σήμαινε να πρέπει να φέρεις χρήματα στο σπίτι.
Η πρώτη κιθάρα
Στα δεκαπέντε του είχε ταξιδέψει για ένα διάστημα στα καράβια μαζί με τον πατέρα του.
Κάπου εκεί συνειδητοποίησε ότι δεν του αρκούσε να τραγουδά, ήθελε να μπορεί να παίζει και ένα όργανο. Σε λιμάνι της Ιταλίας αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και άρχισε να μαθαίνει μόνος του.
Δεν υπήρξε πίσω από αυτή την εικόνα κάποια μεγάλη μουσική ακαδημία ή ένα οργανωμένο σχέδιο καριέρας.
Αυτό το παιδί που είχε βρεθεί στα έξι του δίπλα στον Τσιτσάνη και τον Χιώτη έπρεπε ουσιαστικά να ξαναβρεί μόνο του τον δρόμο προς τη μουσική.
Και τον βρήκε.
Από το βενζινάδικο στους Vikings
Μια από τις πόρτες άνοιξε εκεί όπου ίσως δεν θα περίμενε κανείς, στο βενζινάδικο όπου εργαζόταν.
Κάποιοι φίλοι από το Φάληρο γνώριζαν ότι τραγουδούσε και του πρότειναν να δημιουργήσουν συγκρότημα.
Έτσι γεννήθηκαν οι Vikings.
Ο ίδιος περιέγραφε εκείνη την εποχή γελώντας. Οι άλλοι ακολουθούσαν τη μόδα, τα μακριά μαλλιά, τις καμπάνες και το ύφος των Beatles, ενώ εκείνος αισθανόταν περισσότερο «λαϊκός τύπος».
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η ιστορία με τα ξένα τραγούδια.
Δεν γνώριζε καλά αγγλικά, αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε. Έγραφε τις αγγλικές λέξεις με ελληνικούς χαρακτήρες και τραγουδούσε όπως μπορούσε.
Κάποτε, όπως θυμόταν με αυτοσαρκασμό, Αμερικανοί που τον άκουσαν θεώρησαν ότι τραγουδούσε ελληνικά με περίεργη προφορά.
Αυτός ο Βαρδής, ο αστείος, ο αυτοσαρκαστικός, ο άνθρωπος που δεν έπαιρνε διαρκώς τον εαυτό του στα σοβαρά, απείχε αρκετά από τη σκοτεινή εικόνα που δημιουργούσαν πολλά από τα τραγούδια του.
Και αυτή η αντίθεση θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή.
Ο δρόμος πίσω στη μουσική
Μετά τους Vikings ήρθαν και άλλες δυσκολίες. Ένα ατύχημα στην Αυστρία τον πήγε επαγγελματικά πίσω και ακολούθησε η στρατιωτική θητεία στο Ναυτικό.
Κι όμως, μέσα από ένα τυχαίο γεγονός γνώρισε τον Δήμο Μούτση και ξαναμπήκε στον χώρο της μουσικής.
Τα χρόνια της Πλάκας υπήρξαν καθοριστικά.
Ο Βαρδής εργάστηκε ως κιθαρίστας στις μπουάτ και βρέθηκε δίπλα σε σημαντικούς δημιουργούς και ερμηνευτές. Για χρόνια υπήρξε ο μουσικός που στεκόταν πίσω από τη φωνή κάποιου άλλου, ώσπου τα τραγούδια που έγραφε άρχισαν να ζητούν τη δική τους θέση.
Ο δημιουργός που ντρεπόταν να δείξει τα τραγούδια του
Η αυτοπεποίθηση δεν ήρθε μαζί με το ταλέντο.
Ο Βαρδής είχε παραδεχτεί ότι ντρεπόταν να πηγαίνει τα τραγούδια του σε γνωστούς τραγουδιστές.
Άνθρωποι γύρω του χρειάστηκε να τον σπρώξουν και αργότερα χρειάστηκε να τον πείσουν και για κάτι ακόμη, ότι ορισμένα από αυτά τα τραγούδια έπρεπε να τα τραγουδήσει ο ίδιος.
Μιλούσε με ευγνωμοσύνη για τη Λίτσα Διαμάντη, η οποία του είχε πει με τον ευθύ χαρακτήρα της ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να δίνει όλα τα τραγούδια του δεξιά κι αριστερά.
Όταν τελικά έκανε τον δικό του δίσκο, δεν ένιωσε σαν ένας καλλιτέχνης που είχε μόλις κατακτήσει ακόμη έναν επαγγελματικό στόχο. Ένιωσε σαν παιδί, σαν τον μαθητή που γύριζε σπίτι κρατώντας το πρώτο του ενδεικτικό και έλεγε με χαρά ότι πέρασε την τάξη.
Η οικογένεια πίσω από τον καλλιτέχνη
Στη ζωή του δεν υπήρχαν μόνο οι δίσκοι, οι μπουάτ και οι συνεργασίες. Υπήρχε η οικογένεια.
Με την πρώτη του σύζυγο απέκτησε δύο παιδιά, τον Γιάννη και την Καλλιστώ. Ο γάμος κατέληξε σε χωρισμό και αργότερα, όταν η μητέρα των παιδιών και η κόρη του μετακόμισαν στο εξωτερικό, ο Γιάννης έμεινε μαζί του.
Η συγκατοίκηση αυτή δεν ήταν απλώς μια αλλαγή σπιτιού. Ήταν ουσιαστικά μια καινούργια γνωριμία ανάμεσα σε πατέρα και γιο.
Χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Βαρδής θα περιέγραφε δημόσια εκείνη την περίοδο με μεγάλη ειλικρίνεια. Έχει πει ότι οι δυο τους ουσιαστικά «ξανασυστήθηκαν» όταν εκείνος ήταν περίπου δεκαοκτώ ετών. Τα πρώτα χρόνια της κοινής τους ζωής δεν ήταν εύκολα, ο πατέρας του έπρεπε να μάθει καλύτερα τον ρόλο του πατέρα και ο γιος να γνωρίσει τον άνθρωπο πίσω από τη δημόσια εικόνα.
Η σχέση τους δεν χτίστηκε πάνω στην τελειότητα, χτίστηκε μέσα από τη συμβίωση, τις δυσκολίες, τις συγκρούσεις και τελικά τη βαθιά σύνδεση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους.
Και ίσως αυτό την έκανε περισσότερο αληθινή.
Αργότερα η μουσική θα τους έφερνε ακόμη πιο κοντά.
Ο Γιάννης δεν κληρονόμησε απλώς ένα επίθετο που ήταν ήδη γνωστό στο ελληνικό τραγούδι. Βρέθηκε να μοιράζεται με τον πατέρα του το ίδιο επάγγελμα, τις ίδιες σκηνές και τραγούδια.
Πίσω όμως από τη δημόσια εικόνα του «Αντώνης και Γιάννης Βαρδής» υπήρχαν πρώτα ένας πατέρας και ένας γιος που είχαν χρειαστεί χρόνο για να συναντηθούν πραγματικά.
Οι γυναίκες, οι έρωτες και οι χωρισμοί
Ο έρωτας είχε υπάρξει ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της ζωής του Βαρδή και αναπόφευκτα ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της μουσικής του.
Είχε παντρευτεί, είχε αποκτήσει παιδιά, είχε χωρίσει. Αργότερα παντρεύτηκε τη Χριστίνα Μαραγκόζη και ο γάμος αυτός επίσης κατέληξε σε χωρισμό.
Δεν έκρυβε ότι οι προσωπικές του σχέσεις τροφοδότησαν τη δημιουργία του.
Όταν στη συνέντευξη ρωτήθηκε τι του είχαν διδάξει οι γυναίκες, αρχικά αστειεύτηκε ότι όσο κι αν ένας άντρας προσπαθεί να τις καταλάβει, είναι δύσκολο.
Ύστερα όμως η απάντησή του άλλαξε.
«Χωρίς μια γυναίκα που να σε αγαπάει και να την αγαπάς, η ζωή είναι πολύ άδεια».
Και όταν η κουβέντα πήγε στις παλιότερες σχέσεις και στους χωρισμούς του, έγινε ακόμη πιο αποκαλυπτικός.
«Τα περισσότερα τραγούδια τα έχω γράψει για γυναίκες που γνώρισα, για γυναίκες που μ' αγάπησαν, που αγάπησα, που ερωτεύτηκα».
Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο έρωτας, η απώλεια, η επιστροφή, η μοναξιά και η ανάγκη του άλλου εμφανίζονταν τόσο επίμονα στα τραγούδια του.
Δεν αποτελούσαν απλώς θεματολογία, είχαν υπάρξει κομμάτια της ζωής του.
Ο γελαστός άνθρωπος που έγραφε λυπημένα τραγούδια
Όσοι έβλεπαν μόνο τον Βαρδή των τραγουδιών θα μπορούσαν εύκολα να σχηματίσουν την εικόνα ενός μονίμως μελαγχολικού ανθρώπου.Οι συνεντεύξεις του έδειχναν κάτι διαφορετικό.
Ήταν ένας άνθρωπος που αστειευόταν, πείραζε, αυτοσαρκαζόταν και γελούσε.
Στη συγκεκριμένη συνέντευξη, η Σεμίνα Διγενή τού επισημαίνει ακριβώς αυτή την αντίφαση. Στην καθημερινή κουβέντα ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος χιούμορ, ζωντάνια και αυτοσαρκασμό, όμως μόλις έπιανε την κιθάρα μπορούσε να αλλάξει εντελώς το κλίμα και να φέρει δάκρυα στα μάτια όσων τον άκουγαν. Ο ίδιος δεν διαφωνούσε.
Αναγνώριζε ότι υπήρχε μέσα του μια απαισιόδοξη πλευρά και αποκάλυπτε κάτι πολύ προσωπικό για τη διαδικασία της δημιουργίας. Ακόμη και όταν η ζωή του πήγαινε καλά, μπορούσε να βάλει σκόπιμα στο μυαλό του δύσκολες καταστάσεις, να ανασύρει άσχημα συναισθήματα και να δημιουργήσει μέσα του το κλίμα που χρειαζόταν για να γράψει.
Όπως αστειευόταν, «εξαπατούσε» πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό.
Τα τραγούδια έγιναν ο τρόπος του να μιλά
Ίσως η πιο σημαντική εξομολόγηση του Αντώνη Βαρδή να μην αφορούσε κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι.
Αφορούσε τον λόγο για τον οποίο έγραφε.
Είχε παραδεχτεί ότι υπήρχαν πράγματα που δυσκολευόταν να εκφράσει με τον συνηθισμένο τρόπο. Δεν ήταν πάντοτε εύκολο γι' αυτόν να πει όσα αισθανόταν.
Η μουσική τού πρόσφερε μια άλλη γλώσσα και το είχε περιγράψει με μία φράση.
«Βάζω μουσική στης ζωής μου το βιβλίο και το τραγουδώ».
Αν επιχειρούσε κανείς να συνοψίσει τη διαδρομή του, δύσκολα θα έβρισκε ακριβέστερα λόγια από τα δικά του.
Γιατί μέσα στα τραγούδια του υπήρχαν κομμάτια από εκείνο το βιβλίο, το παιδί από το Μοσχάτο, ο πιτσιρικάς που ανέβηκε στο πάλκο, ο έφηβος του μεροκάματου, ο ναυτικός, ο εργάτης, ο κιθαρίστας, ο άντρας που ερωτεύτηκε, ο σύζυγος που χώρισε, ο πατέρας που χρειάστηκε να γνωρίσει ξανά τον γιο του και ο άνθρωπος που μπορούσε να είναι ευτυχισμένος και παρ' όλα αυτά να αναζητά μέσα του τη λύπη για να τη μετατρέψει σε μελωδία.
Και ύστερα έμεναν τα τραγούδια
Το «Φεύγω» ήταν ένα από εκείνα που είχε αγαπήσει ιδιαίτερα ο κόσμος.
Ο ίδιος έλεγε ότι πολλές φορές ο κόσμος ήταν αυτός που έκανε έναν δημιουργό να κοιτάξει ξανά ένα τραγούδι του και να το αγαπήσει περισσότερο.
Δεν είχε νόημα για εκείνον να επιλέξει εύκολα ένα μόνο τραγούδι από όσα είχε γράψει.
Πίσω από διαφορετικές μελωδίες υπήρχαν διαφορετικές εποχές, πρόσωπα και συναισθήματα.
Και ίσως γι' αυτό η μουσική του συνέχισε να λειτουργεί για τόσους ανθρώπους σαν προσωπική εξομολόγηση, γιατί πριν γίνει δική τους είχε περάσει από εκείνον.
2 Σεπτεμβρίου 2014
Ο Αντώνης Βαρδής έφυγε από τη ζωή στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, σε ηλικία 66 ετών.
Για την οικογένειά του εκείνη η ημερομηνία δεν έγινε ποτέ απλώς μια επέτειος.
Χρόνια μετά, ο Γιάννης Βαρδής έγραφε για τον πατέρα του ότι όταν χάνεται ένας άνθρωπος, ο χρόνος παύει κατά κάποιον τρόπο να μετριέται. Για εκείνον, έλεγε, είχε σταματήσει σε εκείνο το ξημέρωμα.
Η Καλλιστώ είχε επιλέξει να θυμάται τη δύναμη και το κουράγιο με τα οποία ο πατέρας της πάλεψε μέχρι το τέλος.
Ίσως όμως, για όσους δεν τον γνώρισαν προσωπικά, η 2α Σεπτεμβρίου να μπορούσε να είναι αφορμή όχι μόνο για να θυμηθούν τον θάνατό του, αλλά και για να ξαναδιαβάσουν τη ζωή του.
Γιατί πριν από το τέλος είχαν προηγηθεί εξήντα έξι χρόνια και μέσα τους είχαν χωρέσει πολλά, ένα ζεϊμπέκικο ενός μικρού αγοριού, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Ζαμπέτας και ο Χιώτης, ένα υπόγειο σπίτι και δύσκολα μεροκάματα, ένα καράβι και μια πρώτη κιθάρα αγορασμένη στην Ιταλία, ένα βενζινάδικο και ένα συγκρότημα που λεγόταν Vikings, οι μπουάτ της Πλάκας, οι πρώτες συνθέσεις και οι μεγάλες φωνές που τραγούδησαν τις μελωδίες του.
Και ακόμη, οι γυναίκες που αγάπησε, οι χωρισμοί, τα παιδιά του, ένας γιος που χρειάστηκε να ξαναγνωρίσει τον πατέρα του και αμέτρητες νύχτες στις οποίες κάτι βαθιά προσωπικό μεταμορφωνόταν σε μουσική.
Γι' αυτό ίσως, δώδεκα χρόνια μετά, το πιο ουσιαστικό αφιέρωμα στον Αντώνη Βαρδή δεν ήταν να ειπωθεί απλώς ότι «έφυγε».
Ήταν να θυμηθούμε πώς έζησε.
Γιατί ο ίδιος είχε φροντίσει να αφήσει ένα παράξενο ημερολόγιο της ζωής του, όχι γραμμένο μόνο με λέξεις, αλλά και με νότες.