«Αυτό» που μπορεί να μην είναι η λύση για όλα, που μπορεί να είναι προβληματικό, ελλιπές, αλλά είναι «αυτό» που βασικά έχουμε, εντός του οποίου κατασκευαζόμαστε ως συνειδήσεις και λειτουργεί σαν σκαλωσιά για τις κατασκευές που καλούμαστε να δομήσουμε στο μέλλον, ώστε να έχουμε κάπου να σταθούμε ακόμα και για να γκρεμίσουμε, λέγεται δημοκρατία.

Σε αυτά τα θεμελιώδη πράγματα, όλοι εμείς που μπορεί να διαφωνούμε ή να συμφωνούμε σε άλλα, αλλά στην αξιακή μας κλίμακα βάζουμε πάνω πάνω την ελευθερία, την ισότητα και τον άνθρωπο, τραβάμε μια χοντρή κόκκινη γραμμή που μας χωρίζει τον ολοκληρωτισμό. Και χθες αυτή η κόκκινη γραμμή παραβιάστηκε και κάθε βήμα πέρα από αυτή είναι ένα βήμα προς το ολοκληρωτισμό.

Για δεκαετίες το Ελληνικό κράτος έχει ασκήσει ακραία κατασταλτική βία όμως δεν ήταν ακριβώς «αστυνομοκρατούμενο». Ενίοτε δε ήταν ακραία «αστυνομευόμενο» αλλά δεν είχαμε φτάσει ποτέ στο σημείο να υπάρχουν νόμοι για να υποκαθιστά η αστυνομία τη Δημοκρατία. Η αστυνομία ούτε είχε την εξουσία να αποφασίζει για τον πώς ορίζεται η δημοκρατία και τί αποτελεί κίνδυνο γι’ αυτή, ούτε να αποφασίζει για το συναθροίζεσθαι, για την ελευθερία των ανθρώπων να συγκεντρώνονται, να συνδιαλέγονται και να διαμαρτύρονται ανοιχτά και δημόσια.

Δεν είχε την εξουσία να αποφασίζει πότε θα απαγορεύει και πότε θα επιτρέπει μια δημόσια συγκέντρωση, ούτε πότε θα μπορεί να τη διαλύει. Αυτή η εξουσία της εκχωρήθηκε χθες, οπότε από σήμερα το κράτος είναι κυριολεκτικά «αστυνομοκρατούμενο». Πλέον η αστυνομία είναι ανώτερη της ελεγκτικής εξουσίας, μιας και με 187 σκοτεινές ψήφους της εκχωρήθηκε το δικαίωμα να καταστέλλει συγκεντρώσεις χωρίς η ίδια να ρωτάει κανέναν.

Για την ασόβαρη αιτιολόγηση ενός τόσο σοβαρού νομοσχεδίου που εκχωρεί τόσο σοβαρές εξουσίες, για τη δεδομένη αδυναμία να οριστεί επακριβώς το τί είναι μια συγκέντρωση που απαιτεί άδεια, για τον τρόπο που τελικά το νομοσχέδιο αυτό ψηφίστηκε, έχοντας απέναντι του μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας (κι όχι μόνο της αριστεράς) και για τους λόγους που τελικά όλο αυτό είναι εκτός πραγματικότητας είναι έως αυτονόητο. Θα πω μόνο ότι η ΝΔ μετατοπίζεται ακόμα δεξιότερα υπό το βάρος της ακροδεξιάς Σαμαρικής πτέρυγας, τα στελέχη της οποίας μισούν όχι μόνο την αριστερά αλλά και τον φιλελευθερισμό. Δεν είναι κρυφό ότι τέτοιες θέσεις έχουν εκφραστεί στο παρελθόν από τον Μάκη Βορίδη, που το 1990 μετέφρασε και κυκλοφόρησε το βιβλίο «Φιλελευθερισμός: ο εχθρός των λαών», κείμενο του Γάλλου ακροδεξιού Αλαίν ντε Μπενουά.

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά σηματοδοτούν την επιχειρούμενη μετάλλαξη του αστικού κράτους σε έναν Χομπσιανό υπερεξουσιαστικό Λεβιάθαν, διαιρεμένο σε εκατοντάδες κομμάτια, με χιλιάδες μάτια και χέρια που θα έχουν την εξουσία να βαράνε κατά το δοκούν και χωρίς την μέχρι σήμερα αναγκαία άδεια-εντολή μιας ανώτερης αρχής. Ουσιαστικά είναι σαν η νομοθετική εξουσία να λέει στην αστυνομία «το κράτος είστε εσείς», και δεδομένης της προϊστορίας της ΕΛΑΣ με πάμπολλα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας, ξέρουμε όλοι ότι αυτό δεν θα καταλήξει καλά.

Αυτό που συμβαίνει, προφανώς και δεν θίγει μόνο την αριστερά και είναι αδιανόητη ανοησία να το λένε κάποιοι αυτό. Αυτό θίγει τη δημοκρατία στη βάση της. Θίγει κάθε ελεύθερο δημοκράτη άνθρωπο, αριστερό, δεξιό, κεντρώο, εξ ου και πολλοί μη αριστεροί άνθρωποι πήραν θέση απέναντι στο «ιδιώνυμο Χρυσοχοΐδη» επιβεβαιώνοντας την κοινή μας αποδοχή για το ότι μπορούμε να διαφωνούμε και να διαμαρτυρόμαστε δημόσια και ελεύθερα ο ένας για τον άλλο, χωρίς όμως να θέλουμε να αλληλοαποκλειστούμε, να αλληλοεξοντωθούμε ή να έχουμε μια υπερεξουσιαστική αρχή που θα αποκλείει και θα εξοντώνει τις αντίθετες φωνές για λογαριασμό μας.

Από εκεί και πέρα οι αποστειρωμένοι νομοτεχνουργοί μπορούν βεβαίως να λένε ότι θέλουν αλλά όχι να αποφασίζουν ex cathedra ή να αποφασίζουν άλλοι κάνοντας επίκληση της αυθεντίας τους. Η κοινωνική πραγματικότητα και οι δυναμικές της κοινωνίας, ειδικά σήμερα, είναι πολύ μακριά από όλους αυτούς (από τη γενιά τους, την κοινωνική τους θέση και τάξη κ.λπ.) για να μπορούν να τις αναγνώσουν και ακόμα πιο μακριά από τους κανόνες που κατασκευάζουν.

Η κοινωνία και οι δυναμικές της είναι το ενεργό υπόστρωμα στο οποίο οι κανόνες και οι θεσμοί έρχονται και τοποθετούνται ως υπερδομή. Και για να λειτουργήσουν μακροπρόθεσμα θα πρέπει να έχουν σαν στόχο να αφουγκραστούν και να κατευθύνουν τις δυναμικές σε διάλογο με την κοινωνία. Αν, όπως τώρα, έχουν στόχο να τις καταπνίξουν, τοποθετώντας την κοινωνία απέναντι σαν να είναι προκαταβολικά ένοχη και αποφασίζοντας ερήμην της, είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν. Οι κοινωνικές δυναμικές φύονται όπως τα φυτά στους αρμούς των πεζοδρομίων και αν από λάθος ή από πρόθεση δεν τους αφήσεις χώρο καμιά φορά σηκώνουν και το πεζοδρόμιο.

Όλο αυτό είναι καταδικασμένο να αποτύχει, αν όχι αύριο ή σε ένα μήνα, ίσως τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβρη ή σε 3 χρόνια. Κι είναι πιθανό να αποτύχει πολύ θεαματικά και πολύ δυσάρεστα. Όταν μετατοπίζεις το όριο της νομιμότητας προς τα εσένα, βγάζοντας εκτός του ορίου ανθρώπους που μέχρι χθες ήταν νόμιμοι κι οι πράξεις τους ήταν νόμιμες, χωρίς μάλιστα αυτοί να έχουν συνηγορήσει σε αυτό, χωρίς να έχουν κάνει κάτι κακό και χωρίς να είχαν ποτέ πρόθεση να κάνουν, τότε αυτό που παράγεις είναι εκτοπισμός και αποκλεισμός. Κι ο αποκλεισμός είναι η φλόγα που πυροδοτεί μεγάλες κοινωνικές εκρήξεις.

Συμβαίνει πάντα όταν μετατοπίζεται η πολιτική ατζέντα προς τα ακροδεξιότερα, προς το δόγμα του «νόμου και της τάξης» (που κακώς το λέμε έτσι). Το έχουμε δει στη Γαλλία με την εξέγερση στα προάστια, το έχουμε στις ΗΠΑ και το ξαναβλέπουμε τώρα, το έχουμε δει και στην Ελλάδα κι ας αρνούμαστε να το αναγνωρίσουμε και να το ερμηνεύσουμε με όρους κοινωνικούς, κι ας επιλέγουμε να λέμε ότι αυτοί τα σπάνε γιατί «είναι βάνδαλοι» ή «δεν θήλασαν»…

Εδώ και τουλάχιστον δώδεκα χρόνια, μια μερίδα της πολιτικής τάξης και των δημοσιογράφων και φυσικά μια μερίδα της κοινωνίας συστηματικά αγνοεί ή παραχαράσσει την πραγματικότητα. Αγνοεί και αποκλείει μια άλλη μερίδα της κοινωνίας η οποία έχει λοιδορηθεί, έχει φάει ξύλο, έχει πεινάσει, και δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να αποτελέσει εκ νέου κομμάτι του κοινωνικού σώματος χωρίς κάποια ελπίδα να ζήσει αξιοπρεπώς. Κι επειδή η ύφεση που έρχεται θα είναι τεράστια, όλο αυτό είναι εκρηκτικό και γίνεται εκρηκτικότερο…

Η αριστερά μήτε επιχαίρεται μήτε επιθυμεί πτωχεύσεις, βία και νεκρούς. Η πλειοψηφία των ψηφοφόρων επίσης δεν εύχεται τη βία και τη φτωχοποίηση. Γνωρίζει την κοινωνική θέση και τάξη της και ακριβώς λόγω αυτών αντιλαμβάνεται ότι θα πληγεί πρώτη από κάθε μορφή κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Όσοι λοιπόν μιλάμε για κοινωνικές εκρήξεις δεν είναι γιατί τις επιθυμούμε, αλλά γιατί τις προβλέπουμε.

Ο Χάρης Χεϊζάνογλου είναι αρχιτέκτονας

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις