Ήμουν δέκα ετών σε εκείνη τη συναυλία στο Ολυμπιακό στάδιο. Γαντζωμένος στο χέρι του πατέρα μου μέχρι να ανέβουμε ψηλά στο πάνω διάζωμα. 80.000 κόσμος να τραγουδά, να γελάει και να κλαίει κάτω από την μπαγκέτα του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη.

Θυμάμαι τον παλμό του κόσμου, τα χέρια του Μίκη να ανεβοκατεβαίνουν, και τα δάκρυα στα μάτια του γονιών μου που ξαναζούσαν τις στιγμές από τις μεγάλες συναυλίες του 1974 στο στάδιο Καραϊσκάκη αλλά κυρίως τις μνήμες και τα βιώματα της γενιάς τους. Τις διώξεις γιατί ήταν μέλη της νεολαίας Λαμπράκη όπου ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν ο πρώτος γραμματέας της το 1963, τις παρατηρήσεις από τους χωροφύλακες επί Χούντας γιατί άκουγαν τραγούδια του στο αυτοκίνητο σε εκείνες τις μεγάλες λευκές κασέτες. Αλλά και στη μεταπολίτευση, σε κάθε συγκέντρωση σε κάθε κινητοποίηση. Ο Ρίτσος, ο Μπιθικώτσης, ο Μίκης ήταν εκεί και θα είναι για πάντα.

Τέτοια δάκρυα σήμερα και στα δικά μας μάτια ακούγοντας τα έπη του Μίκη. Τους μελοποιημένους αγώνες και αγωνίες του ελληνικού λαού. Με τα ίδια δάκρυα να προσπαθούμε να εξηγήσουμε στα παιδιά και τα εγγόνια μας ποιος ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης. Να καταλαβαίνουν τώρα ποιος έγραψε αυτά τα τραγούδια που λένε στις χορωδίες στα σχολειά τους.

Να μας ρωτάνε για “Το Σφαγείο” και οι αφηγήσεις μας να πνίγονται στους λυγμούς. Σήμερα βρέχει στις φτωχογειτονιές βρέχει και στην καρδιά μας.

Μίκης Θεοδωράκης,  Άξιος εστι ως αθάνατος!

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις