Το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο μέτρο της ανισότητας αναπτύχθηκε από τον Ιταλό στατιστικό και κοινωνιολόγο Κοράντο Τζίνι και δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του το 1912 με τίτλο «μεταβλητότητα και ευμεταβλητότητα»

Ο συντελεστής Τζίνι, αντιγράφω, «μετρά την ανισότητα μεταξύ των αξιών μιας κατανομής συχνοτήτων (για παράδειγμα, επίπεδα εισοδήματος). Ένας μηδενικός συντελεστής Τζίνι εκφράζει την τέλεια ισότητα, όπου όλες οι τιμές είναι ίδιες (για παράδειγμα, όπου όλοι έχουν το ίδιο εισόδημα). Ο συντελεστής Τζίνι μιας μονάδας (ή 100%) εκφράζει τη μέγιστη ανισότητα μεταξύ των αξιών (π.χ., για ένα μεγάλο αριθμό ατόμων, όπου μόνο ένα άτομο έχει όλο το εισόδημα ή την κατανάλωση και όλοι οι άλλοι δεν έχουν, ο συντελεστής Τζίνι θα είναι σχεδόν ένα» 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat στην Ελλάδα αυτός ο δείκτης για τα εισοδήματα τα τελευταία χρόνια κυμάνθηκε από 31 («δικαιότερη» κατανομή το 2019) έως και 34,5 (έτος μεγαλύτερης διεύρυνσης των ανισοτήτων στα εισοδήματα).

Στην χώρα μας το 2020 το 25% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα, κατέχει το 45% το συνολικό Εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος. Μόλις 10,4% κατέχει το 25% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα.

Όπως μπορείτε να δείτε στον  σχετικό πίνακα σύμφωνα με το συντελεστή Gini η ανισότητα στα εισοδήματα των Ελλήνων κορυφώθηκε το 2014 (34,5) και άρχισε να μειώνεται από το 2017 έως το 2019 (31) – Πηγή: Έρευνες Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC), ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat.

Από το 2020 και μετά η πορεία δείχνει ανοδική και καθορίζεται από συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες που οι περισσότεροι κάτοικοι αυτής της χώρας αντιλαμβάνονται στην καθημερινότητά τους ως αδυναμία πληρωμών που δεν αφορά μόνο τους «ακραία φτωχούς».

Μάλιστα πριν την έκρηξη του ενεργειακού κόστους ήδη τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια ενίσχυσαν βάσει των στοιχείων έστω και ελαφρά το εισοδηματικό τους μερίδιο έναντι των φτωχότερων.

Η ακρίβεια που επιφέρει η κρίση στις μεταφορές και το φυσικό αέριο αφορά μεν όλους αλλά επηρεάζει κυρίως την αγοραστική δύναμη των χαμηλότερων στρωμάτων. Είναι δε βέβαιο ότι θα διευρύνει τις ανισότητες ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους τους τελευταίους μήνες του 2021 και στο εξής. «Η μείωση των φόρων αυξάνει το εισόδημα» λένε και ξαναλένε στα πάνελ οι κυβερνητικοί βουλευτές αλλά δεν εξηγούν ποιοι ευνοούνται συγκριτικά.

Ο πρωθυπουργός επικαιροποιεί τακτικά, πυροσβεστικά μέτρα ποσοστιαίας επιδότησης των συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών αξιολογώντας τα φαινόμενα ως παροδικά. Όμως η πανδημία είναι ακόμα στο Όμικρον, όσο παραμένουν ανεμβολίαστες ολόκληρες Ήπειροι, και η ενεργειακή κρίση δεν θα υποχωρήσει πριν το φθινόπωρο του 2022 ή και περεταίρω, όσο συγκρούονται Ρωσία και ΗΠΑ για το φυσικό αέριο. Όλα αυξάνονται (ενέργεια, τρόφιμα, ενοίκια, διόδια κλπ) εκτός από τους μισθούς που περιμένουν την ανάπτυξη. Οι δε συνταξιούχοι αντιμετωπίζονται σχεδόν ως προνομιούχοι έναντι των μισθωτών, έστω και αν 1 εκατομμύριο από αυτούς ζουν με κάτω από 500 ευρώ το μήνα.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ (ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ) ή 751 (ΚΙΝΑΛ) που προτείνει η αντιπολίτευση ξορκίζεται από την κυβέρνηση ως μακροοικονομικός κίνδυνος που θα επιφέρει προβλήματα στον πληθωρισμό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η κυβέρνηση μεταχρονολογεί για το 2022 δύο ποσοστιαίες αυξήσεις.

Ακόμα και αν το 2022 δικαιωθούν οι προσδοκίες της οικονομικής ανάπτυξης οι πιο «ψαγμένοι» δείκτες (όπως ο Gini) της Ελληνικής οικονομίας δείχνουν πως η τάση είναι να γίνουν οι πλούσιοι κατά τι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις