Η Fanny Eaton, Τζαμαϊκανή μούσα καλλιτεχνών και υπέρτατο μοντέλο στη δεκαετία του 1860 για σπουδαίους Άγγλους ζωγράφους, οι οποίοι επεδίωκαν να επαναπροσδιορίσουν τα βικτωριανά πρότυπα της ομορφιάς, έχει σήμερα την τιμητική της, και η Google της αφιερώνει το σημερινό της doodle.

Η Fanny Eaton (Φάνυ Ίτον), ή Fanny Matilda Antwistle όπως ήταν το κανονικό της όνομα, γεννήθηκε στην επαρχία Σάρεϊ της Τζαμάικα, στις 13 Ιουλίου 1835. Μετακόμισε με τη μητέρα της στη Βρετανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1840, προς την αρχή της Βικτωριανής Εποχής.

Σε ηλικία 20 ετών ξεκίνησε το μόντελινγκ για ζωγράφους πορτρέτων στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, ενώ σύντομα τράβηξε την προσοχή μιας συλλογικότητας ανερχόμενων καλλιτεχνών, της Αδελφότητας των Προραφαηλιτών.

Η Eaton έκανε το δημόσιο ντεμπούτο της στον πίνακα του Simeon Soloman, «Η Μητέρα του Μωυσή», ο οποίος εκτέθηκε το 1860 στη Βασιλική Ακαδημία.

Κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, το όνομά της συνδέθηκε καλλιτεχνικά με διάφορους εξέχοντες Προραφαηλίτες ζωγράφους, όπως οι Dante Gabriel Rossetti, John Everett Millais και Rebecca Soloman.

Αναδείχθηκε ως το μοντέλο με την απόλυτη ομορφιά και έγινε το επίκεντρο της προσοχής σε μια εποχή όπου ακόμα οι μαύροι ήταν στο περιθώριο και συχνά είχαν αρνητικό πρόσημο στη βικτωριανή τέχνη.

Το έργο του John Everett Millais «Jephthah», το 1867, πιστεύεται ότι χαρακτηρίζει την τελευταία παρουσία της σε πίνακα ζωγραφικής. Η Eaton πέθανε στις 4 Μαρτίου 1924, στο Λονδίνο, σε ηλικία 88 ετών.

Σύμφωνα με τη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, οι προραφαηλίτες, γνωστοί και ως η «αδελφότητα των Προραφαηλιτών», ήταν μία ομάδα κυρίως Άγγλων ζωγράφων (Ροσέτι, Χαντ, Μίλαι, Μπερν-Τζόουνς, Σπαρτάλη) που ιδρύθηκε το 1848 με αίτημα την ανανέωση της ζωγραφικής μέσω της μίμησης Ιταλών ζωγράφων, προγενέστερων του Ραφαήλ.

Όπως διαβάζουμε στο artmag.gr, η τέχνη τους συνδύαζε νατουραλιστική αληθοφάνεια και τάση για ηθική διαπαιδαγώγηση και τεχνοτροπικά βασιζόταν στη ζωγραφική της πρώιμης Αναγέννησης, έως τα νεανικά χρόνια του Ραφαήλ, και των Φλαμανδών ζωγράφων, όπως οι Van Eyck. Ήξεραν πως οι ακαδημίες ισχυρίζονταν ότι αντιπροσώπευαν την παράδοση του Ραφαήλ, το «Υψηλό Μεγαλειώδες Ύφος», όπως το έλεγαν.

Αυτό το μίγμα νοσταλγίας ενός εξιδανικευμένου μεσαιωνισμού κι ενός αφύσικου ρεαλισμού, άρχισε να έχει απήχηση αφότου την εναγκαλίστηκε ο σημαντικός κριτικός John Ruskin, το 1851, ο οποίος έγραψε γι΄ αυτούς στους Times: «Καθώς κερδίζουν εμπειρία, βάζουν στην Αγγλία τα θεμέλια μιας σχολής της Τέχνης που είναι ευγενέστερη από οποιαδήποτε γνώρισε ο κόσμος εδώ και τριακόσια χρόνια».

Η κίνησή τους ωστόσο γνώρισε μεγάλες αντιδράσεις από το κατεστημένο της εποχής.