Ο καθηγητής Λοιμωξιολογίας και εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας, επισήμανε πως μολονότι τα αποτελέσματα για τη χώρα μας είναι ενθαρρυντικά, μιας και ο πραγματικός αριθμός των κρουσμάτων είναι πολύ κάτω από το 1% του πληθυσμού, δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, πολίτες και κρατικός μηχανισμός να επαναπαύονται. «Η πατρίδα μας κατάφερε να επιπεδώσει και να μειώσει την καμπύλη του ιού. Καταλυτική ήταν η συμμετοχή του κόσμου. Ωστόσο, η επιφυλακή και η εγρήγορση για το δεύτερο κύμα είναι σημαντική», σημείωσε ο κ. Τσιόδρας.

Εξάλλου, παρέθεσε τα έως τώρα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί από δύο έρευνες σχετικά με τον κορονοϊό που γίνονται στην Ελλάδα. Στην πρώτη έρευνα, εξετάστηκαν 3.400 αιμοδότες και τα 24 από τα δείγματα βγήκαν θετικά, ήτοι 0,7%. Παράλληλα, η δεύτερη έρευνα από εναπομείναντες ορούς, εξέτασε 2.569 δείγματα, εκ των οποίων τα 9 ήταν θετικά, δηλαδή ένα 0,35%. Τόνισε πως ο δείκτης R0 παραμένει αρκετά κάτω από 1%. «Τα αποτελέσματα φαίνονται και είναι κοντά στα αληθινά», πρόσθεσε ο καθηγητής.

Τα στοιχεία στη χώρα μας

Σύμφωνα με τους σχετικούς πίνακες που δημοσιεύει ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας, η μέση ηλικία των κρουσμάτων είναι 48 έτη (εύρος 0 έως 102 ετών), ενώ η μέση ηλικία των θανάτων είναι 76 έτη (εύρος 35 έως 102 ετών). Παράλληλα, τα περισσότερα κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους με βάση την δηλωθείσα διεύθυνση μόνιμης κατοικίας του ασθενούς, καταγράφονται σε Αργολίδα, Καστοριά και Ξάνθη. Ακολουθούν οι νομοί Αττικής, Εύβοιας, Λάρισας, Θεσσαλονίκης και Κοζάνης, ενώ λιγότερα κρούσματα έχουν καταγραφή σε Μεσσηνία, Πρέβεζα, Άρτα, Έβρο και Μυτιλήνη.

Εξάλλου, από την 1η Ιανουαρίου 2020 μέχρι σήμερα, στα εργαστήρια που διενεργούν ελέγχους για τον νέο κορονοϊό (SARS-CoV-2) και που δηλώνουν συστηματικά στον ΕΟΔΥ το σύνολο των δειγμάτων που ελέγχουν (θετικά και αρνητικά), έχουν συνολικά ελεγχθεί 160.991 κλινικά δείγματα, εκ των οποίων τα 4689 (2.9%) ήταν θετικά στον κορονοϊό (συμπεριλαμβάνονται και περισσότερα από ένα δείγματα ανά άτομο που ελέγχθηκε).

«Αν δεν είχαμε πάρει μέτρα, θα είχαμε 13.000 θανάτους»

Ο Σωτήρης Τσιόδρας σημείωσε ότι «χωρίς τα αυστηρά μέτρα οι θάνατοι θα ήταν πάνω από 13.000». «Βάσει των μαθηματικών μας εκτιμήσεων είχαμε συνολικό ποσοστό κρουσμάτων κάτω από 1% του πληθυσμού. Σήμερα έχουν καταγραφεί 173 θάνατοι. Με το καλύτερο δυνατό σενάριο, δηλαδή ένα 0,55% και χωρίς τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα, δηλαδή μια μείωση των επαφών του πληθυσμού περίπου 10%, ο αριθμός των θανάτων θα είχε μια μέση τιμή 13.685 θανάτους. Ενώ με μία μείωση των επαφών κατά 20% θα ήταν 7.015 θάνατοι. Τα χειρότερα σενάρια δεν τα αναφέρω, γιατί έστω και αργά κάποια μέτρα θα τα παίρναμε. Τότε όμως θα ήταν αργά».