Τρεις μήνες μετά το θάνατο του Μανώλη Γλέζου η οικογένεια του καλεί την Κυριακή 28 Ιουνίου στις 11 το πρωί, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών σε συνάντηση μνήμης «εκείνους που ήθελαν να τον αποχαιρετήσουν με τη φυσική τους παρουσία τη μέρα της κηδείας του και δεν μπόρεσαν λόγω των περιοριστικών μέτρων».

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

“Μια οφειλόμενη πρόσκληση

Πέρασαν κιόλας τρεις μήνες που ο αγαπημένος μας Μανώλης δεν είναι πια κοντά μας.

Εμείς, η οικογένεια του,προσκαλούμε την Κυριακή 28 Ιουνίου, στις 11 το πρωί στο Α΄νεκροταφείο, σε μια συνάντηση μνήμης εκείνους που ήθελαν να τον αποχαιρετήσουν με τη φυσική τους παρουσία τη μέρα της κηδείας του και δεν μπόρεσαν λόγω των περιοριστικών μέτρων,εκείνους που θέλουν να του πουν από κοντά ότι δεν τον έχουν ξεχάσει, εκείνους που θέλουν να του δώσουν μια κρυφή υπόσχεση για τη συνέχιση των αγώνων του και των οραμάτων του.

Θα μιλήσει για τον Μανώλη ο Λαοκράτης Βάσσης, θα διαβάσει ποιήματα του η Μάνια Παπαδημητρίου και θα παίξει με το βιολί του, αγαπημένους Απεραθίτικους σκοπούς ο Γιάννης Ζευγώλης”.

Ο μεγάλος αγωνιστής της Αριστεράς έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών, στις 30 Μαρτίου από καρδιακή ανεπάρκεια. Υπήρξε από εμβληματικότερες μορφές του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα καθώς και της πρώτης εικοσαετίας του 21ου αιώνα. Πρωταγωνίστησε τόσο στην Αντίσταση καθώς κατέβασε τη σημαία της ναζιστικής Γερμανίας από την Ακρόπολη τον Μάιο του 1941, μαζί με τον Απόστολο Σάντα. Η παράτολμη ενέργεια του να κατεβάσει τη σημαία με τη σβάστιγκα από την Ακρόπολη έκανε τον Ντε Γκωλ να τον χαρακτηρίσει ως τον «πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης». Την επόμενη χρονιά συνελήφθη από την Γκεστάπο, φυλακίστηκε, βασανίστηκε και γλίτωσε τα χειρότερα μόνο επειδή αρρώστησε βαριά από φυματίωση. Όμως ο Γλέζος ήταν και έκανε πολλά περισσότερα.

Στις 21 Απριλίου του 1943 συνελήφθη και πάλι αυτή τη φορά από τους Ιταλούς κατακτητές για την εναντίον τους δράση του, οπότε και παρέμεινε στη φυλακή για τρεις μήνες. Έξι μόλις μήνες μετά την απελευθέρωσή του από τους Ιταλούς, στις 7 Φεβρουαρίου του 1944 συνελήφθη και πάλι. Αυτή τη φορά από συνεργάτες των κατακτητών, για «επικίνδυνη αντεθνική δράση» ενώ φυλακίστηκε για 7,5 μήνες. Κατάφερε τελικά να δραπετεύσει στις 21 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αναλαμβάνοντας αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ριζοσπάστης, ενώ αργότερα υπήρξε διευθυντής και της εφημερίδας Αυγής. Ωστόσο, γρήγορα συνελήφθη για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, φτάνοντας μάλιστα να καταδικαστεί σε θάνατο τρεις φορές.

Στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ο Γλέζος συνελήφθη τα ξημερώματα στην οδό Φαιδριάδων στην Κυψέλη όπου διέμενε μαζί με την οικογένεια του, μαζί με το υπόλοιπο των πολιτικών ηγετών και κρατήθηκε για τέσσερα χρόνια διαδοχικά στο Γουδί, το Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια (Χωροφυλακής), τη Γυάρο, το Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό απ΄όπου και απελευθερώθηκε το 1971 μετά από γενική αμνηστία. Συνολικά καταδικάστηκε 28 φορές για την πολιτική και αντιστασιακή δραστηριότητα του από τις οποίες τρεις φορές σε θάνατο.

Ο συνολικός χρόνος παραμονής του στις φυλακές ήταν 11 έτη και 5 μήνες, ενώ 4 έτη και 6 μήνες συμπλήρωσε στην εξορία. Έγιναν εννέα απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Το 1968 από την εξορία, καταδίκασε την επέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης στην Τσεχοσλοβακία. Οι συνεχείς δικαστικές του περιπέτειες μέχρι την οριστική του απαλλαγή με τη γενική αμνηστία του 1971 προκάλεσαν συχνά την αντίδραση της Ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης.

Ο Γλέζος ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Υπήρξε βουλευτής και πρόεδρος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και αργότερα Bουλευτής και ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη διετέλεσε βουλευτής του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης από το 2014 έως το 2015 διετέλεσε Eυρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ερχόμενος, μάλιστα, πρώτος σε ψήφους στη χώρα στις Ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014. Ήταν επίσης επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας της ΛΑ.Ε στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί.

Το 1962 βραβεύτηκε από την ΕΣΣΔ με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Μάλιστα ο Σαρλ ντε Γκωλ, την περίοδο των πρώτων δικαστικών του περιπετειών, τον χαρακτήρισε ως τον «πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης». Τώρα ο παρτιζάνος δεν είναι, πια, εδώ. Μας άφησε, όμως, ανεξίτηλες, τόσες μνήμες αγώνων.

Παρά τη σπουδαία παρακαταθήκη που άφησε πίσω προτιμούσε, καθώς έλεγε, να τον θυμούνται «απλώς και μόνο για τον χαιρετισμό που ανταλλάσσει με τους συνανθρώπους του: Καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα».