Η συνέντευξη Τύπου του Κ. Καραμανλή στην 68η ΔΕΘ
Κυρίες και κύριοι, αρχίζει η καθιερωμένη συνέντευξη του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας. Ο κ. Κούρτης από την ΕΤ-3 έχει το λόγο.
Ν. ΚΟΥΡΤΗΣ («ΕΤ-3›): Χθες κύριε Πρόεδρε, μιλούσα με ένα φίλο μου και μου έλεγε, γιατί ο κ. Καραμανλής δεν κάνει πιο συγκεκριμένο το όραμά του. Λέει για την Ελλάδα στην πρωτοπορία της Ευρώπης, αλλά για ποια Ελλάδα; Για παράδειγμα το 2010, το 2020, η Ελλάδα να είναι στις πέντε πιο δυνατές χώρες της Ευρώπης;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κατ’ αρχάς, να προσδιορίσουμε πού είναι σήμερα η Ελλάδα. Και χωρίς φόβο, χωρίς πάθος και αντιπολιτευτική διάθεση, η διαπίστωση είναι κοινή. Προκύπτει από όλα όσα μας λένε οι διεθνείς οργανισμοί, από όλα όσα μας παραθέτει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα, στην πολύ μεγάλη πλειοψηφία όλων των οικονομικών και κοινωνικών δεικτών, είναι, δυστυχώς, σήμερα ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δεύτερο βήμα είναι, με ποιες πολιτικές μπορούμε να αναστρέψουμε αυτή την κατάσταση. Είχα την ευκαιρία χθες να σας παρουσιάσω, συνοπτικά, στα πλαίσια μίας ομιλίας, τους βασικούς άξονες ή αν θέλετε τους βασικούς πυλώνες, τις κύριες πολιτικές με τις οποίες η αυριανή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα το επιτύχει αυτό. Και αυτοί οι τρεις άξονες είναι: η έμφαση που δίνουμε στην Παιδεία, η μεγάλη μεταρρύθμιση - όπως το ονομάζουμε εμείς - η επανίδρυση του κράτους και μια νέα οικονομική πολιτική, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας περιέγραψα χθες. Όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν - εμείς το πιστεύουμε βαθειά - σε διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των πολιτών. Και, βέβαια, στη δυνατότητα της ελληνικής πολιτείας να κάνει μια πραγματική - και όχι αποσπασματική - σταθερή και μόνιμη - και όχι προεκλογική - κοινωνική πολιτική. Με όλα αυτά, η Ελλάδα θα μπορεί να είναι στις χώρες εκείνες, που πρωταγωνιστούν στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Δεν θα σας προσδιορίσω, εάν θα είναι στις τρεις ή στις πέντε. Δεν το θεωρώ ότι αυτό είναι το καθοριστικό. Εκείνο που λέω είναι, ότι πιστεύω πως μπορούμε και πρέπει να ξεφύγουμε από το συμβιβασμό με το λίγο, με το μέτριο, με τη λογική ότι η Ελλάδα είναι περίπου καταδικασμένη να βρίσκεται ουραγός στην ομάδα κρατών που συναποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι μία από τις χώρες εκείνες που παίζουν σημαντικό ρόλο, που παρουσιάζει δείκτες - και στην κοινωνία και στην οικονομία – που θα την φέρνουν υψηλά στην κατάταξη των ευρωπαϊκών χωρών.
Μ. ΚΟΤΤΑΚΗΣ («ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ›): Κύριε Πρόεδρε, χθες το βράδυ στην ομιλία σας εξαγγείλατε την ίδρυση ενός Ενιαίου Ταμείου Κοινωνικής Μέριμνας. Διαβάζω στην ομιλία σας, ότι αυτό το Ταμείο θα έχει αρμοδιότητα την καταγραφή, την ενίσχυση και την προστασία όλων των πραγματικά κοινωνικά αδύναμων και οικονομικά ασθενών συμπολιτών μας. Επειδή υπάρχει μια φιλολογία, ένας δημόσιος διάλογος, σχετικά με την πολιτική αναδιανομής εισοδήματος στην Ελλάδα, ήθελα να σας ρωτήσω ποια θα είναι η πολιτική που θα εφαρμόσετε και με τι κριτήρια θα προχωρήσετε σ’ αυτή την αναδιανομή;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Να σας το πω πολύ απλά. Όλοι διαπιστώνουμε ότι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που έχει σήμερα η κοινωνία μας είναι η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτό είναι δεδομένο. Μας το δείχνουν όλοι οι αντικειμενικοί δείκτες: το ύψος της ανεργίας, το ποσοστό των συμπολιτών μας που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας κ.ο.κ. Αυτό σημαίνει ότι έχει ανάγκη ο τόπος από μία κοινωνική πολιτική, που να έχει όμως τα χαρακτηριστικά της συνέχειας, της σταθερότητας, της σοβαρότητας. Να μην είναι προσβολή στην αξιοπρέπεια του πολίτη, όπως είναι οι προεκλογικές μικροπαροχές. Και βέβαια να στηρίζεται και σε μία ισχυρή οικονομία. Υπάρχει όμως επίσης και ένα ζήτημα κοινωνικής αποτελεσματικότητας. Και μ’ αυτό έρχομαι να απαντήσω στο σκέλος της ερώτησής σας, που αφορά το συγκεκριμένο θεσμό. Είναι, λοιπόν, ανάγκη να έχουμε μια συγκροτημένη πολιτική, σε σχέση με την πρόνοια, σε σχέση με την κοινωνική συμπαράσταση. Αυτό σημαίνει ότι από έναν ειδικό λογαριασμό του προϋπολογισμού μπορεί να συγκεντρώνονται τα χρήματα και να κατευθύνονται συγκροτημένα και συντονισμένα σ’ εκείνους τους πολίτες που έχουν πράγματι ανάγκη. Εκείνο που δεν ρωτήσατε, αλλά σπεύδω να το πω, γιατί φαντάζομαι βρίσκεται στο μυαλό πολλών, είναι: και οι πόροι αυτοί, πού θα βρεθούν; Πρέπει να σας πω, ότι εμείς διαπιστώνουμε - και όχι μόνο εμείς, αλλά η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα - ότι σήμερα υπάρχει κατασπατάληση πόρων. Εάν προκύψει επόμενη ερώτηση, μπορώ αναλυτικά να το εξηγήσω αυτό. Όμως σας δίνω μόνο ένα στοιχείο: Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθορίζει ή προσδιορίζει το κόστος της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς στην Ελλάδα, στον δημόσιο τομέα μόνο, στα 10 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, δηλαδή με άλλα λόγια περίπου στα 3,5 τρισεκατομμύρια δραχμές. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι μόνο η περιστολή αυτού επιτρέπει όχι μόνο το συγκεκριμένο θεσμό που προτείνουμε, αλλά και πολλές ακόμα εκδοχές άσκησης κοινωνικής πολιτικής.
Δ. ΡΙΖΟΣ («ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ›): Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε και γνωρίζουμε όλοι μας, ότι μείζον πολιτικό πρόβλημα αποτελεί, με κάθε μέσον, επικοινωνιακή κυριαρχία της κυβέρνησης. Γνωρίζετε ότι εκτός από τα μεγάλα Ραδιοτηλεοπτικά Μέσα, τα οποία εν πολλοίς χειραγωγούνται από την κυβέρνηση, και οι εφημερίδες της από εδώ πλευράς, οι οποίες δεν είναι φιλικές προς την εξουσία, γνωρίζουν έναν άνευ προηγουμένου οικονομικό ανταγωνισμό. Αποκλείονται από την κρατική διαφήμιση, ενώ συγχρόνως δίδεται πακτωλός χρημάτων στα φιλοκυβερνητικά Μέσα Ενημέρωσης τα οποία διευθύνονται από ιδιοκτήτες οι οποίοι λυμαίνονται και τις κρατικές προμήθειες. Εσείς, ως κυβέρνηση, αλλά και τώρα, ως αντιπολίτευση, πώς σκοπεύετε, πώς σκέπτεστε να αντιμετωπίσετε αυτό το αντιδημοκρατικό φαινόμενο;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κύριε Ρίζο, η ερώτησή σας, στην ουσία, έχει δύο σκέλη και γι’ αυτό θα κάνω μια σειρά από επισημάνσεις. Πρώτη επισήμανση είναι ότι όποιος δεν έχει ουσιαστική πολιτική καταφεύγει σε απόπειρες εντυπωσιασμού, δημιουργίας δηλαδή εντυπώσεων, συχνά παραπλανητικών ή πλαστών. Δεύτερον, όπως γνωρίζετε, πολύ συχνά όλοι μας, τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά εγώ, στηλιτεύουμε καθεστωτικές συμπεριφορές. Στο γενικό αυτό τίτλο συμπεριλαμβάνονται και οι συμπεριφορές στις οποίες αναφέρεστε. Το τρίτο που θέλω να πω είναι ότι θα πρέπει να προσέξει πάρα πολύ η κυβέρνηση όταν εφαρμόζει τέτοιου είδους πρακτικές. Είχα την ευκαιρία, πριν από λίγο καιρό, να το επισημάνω, σε σχέση μ’ ένα συγκεκριμένο θέμα, την προσπάθεια εκμετάλλευσης των Ολυμπιακών Αγώνων, ως προς τη διαφήμιση. Τόνισα ότι η κυβέρνηση δεν δικαιούται να το κάνει. Το επεσήμανα στην Πρόεδρο του ΑΘΗΝΑ 2004 και το είπα και στον κ. Ρονγκ στην τελευταία επίσκεψή του στην Ελλάδα. Θέλω να πω το εξής; Καταρχήν, ως νοοτροπία, εμείς δεν πιστεύουμε ότι οι δημοσιογράφοι είναι εξωνημένοι. Και πάντως σε καμία περίπτωση δεν έχω την πρόθεση να κάνω τέτοιες απόπειρες, γιατί τις θεωρώ ότι είναι αποκυήματα βαθιά αντιδημοκρατικής και αλαζονικής νοοτροπίας. Σε σχέση με την πορεία προς τις εκλογές εμείς το παρακολουθούμε, θα το επισημαίνουμε και θα αντιδρούμε. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι τέτοιες συμπεριφορές, ή τέτοιες πρακτικές, μπορούν να ανατρέψουν τη βούληση των πολιτών να γυρίσουν επιτέλους σελίδα. Τώρα, σε ό,τι αφορά το μέλλον, δηλαδή την περίοδο της νέας διακυβέρνησης, εμείς πιστεύουμε - και θα το κάνουμε πράξη - ότι σε αυτά πρέπει να ισχύει ο νόμος. Να ισχύουν οι κανόνες της ίσης συμπεριφοράς. Για να πω και κάτι ακόμα, όχι μόνο μεταξύ των –ας το πούμε– «εθνικής εμβέλειας Μέσων›, αλλά, επιτέλους, να εφαρμοστεί και η δέσμευση του 30% της κρατικής διαφήμισης και για τα Περιφερειακά Μέσα.
Α. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ («ΑΝΤ1›): Κύριε Πρόεδρε, μόλις ανακοίνωσε τα μέτρα η Κυβέρνηση, ο κ. Σημίτης, στελέχη σας είπαν από τη μία πλευρά ότι είναι «ψίχουλα›. Ο κ. Σουφλιάς, που τον έχετε δίπλα σας, είπε ότι είναι «παροχές με δανεικά›. Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι είναι «έγκλημα για την οικονομία›. Λέτε ότι θα τα εφαρμόσετε παρά ταύτα. Όλα αυτά δεν είναι αντιφατικά; Θέλω να ρωτήσω ακόμα το εξής: είναι δυνατόν να μην κάνετε καμία παροχή μέχρι τις εκλογές, ή να περιμένουμε παροχές όταν θα ανακοινώσετε το επιμέρους πρόγραμμά σας; Ευχαριστώ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Θέσατε πολλά πράγματα μαζί. Θα επιχειρήσω να απαντήσω σε όλα αυτά. Είπα, από την πρώτη ώρα και επιμένω, ότι εδώ πρόκειται για δύο ‘’πακέτα’’, δύο δέσμες που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός. Να ξεκινήσω από τη δεύτερη. Δεν θέλω να την σχολιάσω, διότι τη θεωρώ, κυρίως, προσβλητική προς τους πολίτες. Εμφανίζεται ο κ. Σημίτης να ξαναϋπόσχεται, με 4 χρόνια καθυστέρηση, αυτά που είχε υποσχεθεί το 2000 και μάλιστα στηριγμένα σε παντελώς αυθαίρετες υποθέσεις εργασίας. Σε ό,τι αφορά την πρώτη δέσμη, είπα από την πρώτη ώρα ότι πρόκειται για αποσπασματικές προεκλογικές μικροπαροχές. Και αυτή είναι η πραγματικότητα. Καταρχήν ξεκινώ από την διαπίστωση ότι είναι προσβολή στην αξιοπρέπεια του πολίτη να ακολουθείται μια τακτική, μια πρακτική η οποία μας πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω, πολλές δεκαετίες πίσω. Την τελευταία στιγμή και υπό το κράτος του πανικού μιας επερχόμενης ήττας να επιχειρεί να κάνει κανείς παροχές. Κοινωνική πολιτική είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Θα έρθω σε αυτό αμέσως μετά. Δεύτερον, είναι αποσπασματικές, διότι δεν είναι συνεκτικό στοιχείο μιας ευρύτερης πολιτικής. Σας παρουσίασα, χθες, τις τρεις μεγάλες πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας. Τις πολιτικές εκείνες για την παιδεία, για το κράτος, για την οικονομία, που οδηγούν πράγματι μια κυβέρνηση σε μια πολιτική ευρείας κοινωνικής στήριξης όλων των πολιτών. Κυρίως εκείνων που είναι ασθενέστεροι, όχι ως προεκλογικό τερτίπι ή τέχνασμα, αλλά ως μόνιμη υποχρέωση, ως καθήκον της πολιτείας. Θέλω να σας κάνω και δύο σχόλια ακόμα, σε ό,τι αφορά τα συγκεκριμένα που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός. Πρώτα απ’ όλα, διακρίνονται από σύγχυση πανικού. Μέσα στις υποτιθέμενες παροχές για τους ασθενέστερους είδαμε και πολιτικές που στηρίζουν την βιομηχανία. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να στηριχθεί και η βιομηχανία. Αλλά τι σχέση έχουν αυτά με κοινωνικό πακέτο; Δεύτερον, είδαμε εξαγγελίες για τα αυτοκίνητα. Εάν τις δείτε, στην ουσία τους, συνιστούν σοβαρή κοινωνική αδικία. Διότι δεν απευθύνονται στον μέσο Έλληνα, στον πολίτη του μεσαίου ή του χαμηλότερου εισοδήματος. Απευθύνονται, κυρίως λόγω κυβισμού, στους πολίτες των υψηλών εισοδημάτων. Από εκεί και πέρα, να έρθουμε στα αγροτικά. Πιστεύετε ότι θα λύσει κανένα πρόβλημα για το συνταξιούχο του ΟΓΑ το 1 ευρώ την ημέρα, ή για τους αποδέκτες του ΕΚΑΣ τα 0,80 ευρώ την ημέρα; Είναι ουσιαστική ελάφρυνση οι 10.000 ή το πολύ 15.000 δραχμές για το πετρέλαιο ετησίως; Ένα σωστό μέτρο, αλλά αυτό το έχουμε πει εδώ και οκτώ χρόνια, είναι η μείωση του ΦΠΑ για την αγορά αγροτικών μηχανημάτων, από 18% σε 8%. Εδώ προκύπτει όμως ένα μέγα θέμα. Μέχρι πριν από λίγες μέρες, ακούγαμε από τον κ. Σημίτη και τους παράγοντες της κυβέρνησης τα εξ αμάξης, γιατί το προτείναμε αυτό με συνέπεια και σταθερότητα εδώ και χρόνια. Τι έγινε ξαφνικά και είναι καλό μέτρο; Το επόμενο σχόλιο που θέλω να κάνω είναι ότι, πράγματι, πρόκειται για δανεικά. Όταν έχουμε ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα στον προϋπολογισμό, όταν όλοι, αυτή τη στιγμή, γνωρίζουν ότι ο προϋπολογισμός βρίσκεται σε τροχιά απόκλισης - σας έδωσα τα συγκεκριμένα στοιχεία χθες - αλλά αυτά είναι και εύκολα να τα βρει κανένας, διότι είναι δημοσιευμένα. Όταν έχουμε ένα πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος, είναι προφανές ότι γίνονται με δανεικά. Θα μου πείτε, ότι αυτός είναι λόγος να μη γίνεται καμία πολιτική; Όχι βέβαια! Αλλά πρέπει να επισημαίνεται αυτό, διότι, αν μη τι άλλο, δείχνει τι περιθώρια πραγματικής, κοινωνικής πολιτικής θα είχε μια οικονομία, που θα ήταν ισχυρή και σφριγηλή, με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που θα περιόριζε το μέγεθος του δημόσιου χρέους ουσιαστικά. Κατά συνέπεια, συμπεραίνω: Κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να είναι προεκλογικά τεχνάσματα. Δεν μπορεί να είναι μικροπαροχές. Κοινωνική πολιτική είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Σημαίνει την προσφορά υπηρεσιών στον πολίτη, σε καίριους τομείς, όπως είναι η Παιδεία, η Υγεία, η εγγύηση για την ασφάλισή του, για τη σύνταξή του. Σημαίνει ασφάλεια. Σημαίνει όλες εκείνες τις υπηρεσίες, που βελτιώνουν και την ποιότητα ζωής του, αλλά και δίνουν τις ευκαιρίες να αλλάξει την μοίρα του. Για παράδειγμα, μία ποιοτική εκπαίδευση, εκτός απ’ όλα τ’ άλλα που έχουμε πει, είναι ο ισχυρότερος μοχλός αναδιανομής εισοδήματος για τους νέους ανθρώπους. Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν θα υπάρχουν και κάποιες δεδομένες μεταφορές πόρων υπέρ των εισοδηματικά ασθενεστέρων. Πρέπει να υπάρχει και αυτό. Αλλά όχι με τα χαρακτηριστικά της προεκλογικής μικροπαροχολογίας.
Ρ. ΣΤΑΜΟΥ («ΣΚΑΪ›): Κύριε Πρόεδρε, η δική σας κυβέρνηση θα εγγυηθεί το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα; Πώς θα το πράξετε αυτό; Και τι θα απαντήσετε στην απάντηση που πιθανόν δώσει η κυβέρνηση;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κοιτάξτε, εμείς προτείνουμε - και νομίζω το περιέγραψα αναλυτικά χθες - κάποιες πολιτικές συγκεκριμένες, προωθημένες. Πολιτικές τομές, πολιτικές με στόχευση μέσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη, που οδηγούν σε μία πολιτεία, σ’ ένα κράτος, που θα έχει τη δυνατότητα να κάνει πράγματι μία ευρύτατη κοινωνική πολιτική. Και μάλιστα με την ευρεία έννοια του όρου, που σας την περιέγραψα πριν, δηλαδή την προσφορά υπηρεσιών στον πολίτη σε μία σειρά από υψηλής προτεραιότητας ζητήματα για τη ζωή του, για το μέλλον του, για την ασφάλειά του, αλλά και με την έννοια της μεταφοράς πόρων υπέρ των οικονομικά ασθενεστέρων. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να το κάνει κανείς αυτό. Μελετάμε όλους τους τρόπους, δεν απορρίπτουμε κανέναν. Όταν θα έρθει η ώρα να ανακοινώσουμε το συγκεκριμένο πρόγραμμά μας για την εφαρμοσμένη κοινωνική πολιτική, αν θέλετε για την πολιτική της πρόνοιας, θα τα εξειδικεύσουμε όλα αυτά. Τίποτα δεν απορρίπτουμε, αλλά και τίποτα δεν είναι υιοθετούμε εξ αρχής. Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Το κρίσιμο ερώτημα είναι να διασφαλίσουμε ότι η ελληνική οικονομία και το ελληνικό κράτος θα είναι σε θέση να στηρίξει μια κοινωνική πολιτική, που να έχει τα χαρακτηριστικά της διαχρονικότητας, της συνέπειας, της σταθερότητας. Μία κοινωνική πολιτική που μεταβάλλει πράγματι προς το καλύτερο το βιοτικό επίπεδο των πολλών και κυρίως των ασθενεστέρων. Κάνω εδώ μια μικρή παρένθεση. Με στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποδεικνύεται ότι με τους πόρους που δαπανώνται υπέρ της κοινωνικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια, μόλις το 1% των Ελλήνων βελτιώνει τη θέση του, σε σχέση με τη φτώχεια, όταν το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ξεπερνά το 8%. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ακόμη και αυτή η στρεβλή κοινωνική πολιτική που εφαρμόζεται, στην ουσία, στερείται αποτελεσματικότητας. Άρα, για μας η κοινωνική πολιτική είναι ένα κυρίαρχο ζήτημα, το οποίο όμως αφορά την κυβέρνηση - κάθε κυβέρνηση θα έπρεπε να την αφορά - στο βάθος του χρόνου και όχι μόνο αποσπασματικά, λίγο πριν από τις εκλογές.
Δ. ΤΣΙΟΔΡΑΣ («MEGA›): Κύριε Πρόεδρε διαβάζοντας τη χτεσινή ομιλία σας και ακούγοντάς σας και τώρα, κάνετε λόγο για την άσχημη κατάσταση της οικονομίας, για τα ελλείμματα, τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα κ.λπ. και λέτε ότι η πραγματική σύγκλιση δεν γίνεται με αυτούς τους ρυθμούς ούτε σε μισό αιώνα. Αυτό που δεν γίνεται σε μισό αιώνα, εσείς λέτε ότι θα το κάνετε σε 7 χρόνια, μέχρι το 2010, μιας και η προοπτική 2010 ήταν ο άξονας της χτεσινής ομιλίας σας. Θα αυξήσετε τις δαπάνες για την παιδεία και την υγεία, θα φτιάξετε Ταμείο Κοινωνικής Μέριμνας, θα μειώσετε το έλλειμμα και, ταυτόχρονα, θα μειώσετε τους φόρους. Έχετε το μαγικό ραβδί, μάγους οικονομολόγους, που δεν τους ξέρουμε, ή απλώς υπόσχεστε προεκλογικά για να κερδίσετε ψήφους;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Θα ξεκινήσω από το τελευταίο. Εάν ήθελα να υποσχεθώ προεκλογικά, θα είχα μιμηθεί τον κ. Σημίτη. Δεν το κάνω. Και το θεωρώ δείγμα του ήθους και της σοβαρότητας της παράταξής μας, της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και του σεβασμού με τον οποίο απευθύνεται και αντιμετωπίζει τους πολίτες. Αυτό νομίζω ότι είναι ξεκάθαρο. Από εκεί και πέρα, ακριβώς για τους λόγους για τους οποίους είπατε κι εσείς, την περιγραφή δηλαδή μιας δυσμενούς κατάστασης στην οικονομία, περιγράφουμε την ανάγκη και προτείνουμε μια διαφορετική πολιτική, η οποία σε κάποιους τομείς είναι ριζικά διαφορετική από τη σήμερα ακολουθούμενη. Αυτό μπορεί να επιτρέψει την εφαρμογή διαφορετικών πολιτικών και στο επίπεδο της κοινωνικής διάστασης. Επειδή βάλατε το ζήτημα των πόρων - και χαίρομαι γι’ αυτό - θέλω να κάνω ένα σχόλιο παραπάνω. Σας θυμίζω ότι μόνο τα, δήθεν, εξυγιαντικά προγράμματα για την ατυχή Ολυμπιακή Αεροπορία, έχουν στοιχίσει περισσότερο από 1 τρισ. δρχ. Οι αστικές συγκοινωνίες; Ακόμη περισσότερο. Το συσσωρευμένο βάρος από τον ΟΤΕ; Πλησιάζει το 1,3 τρις. Έρχεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και μας λέει ότι κάθε χρόνο χάνονται 3,3 τρισ. δρχ. (10 δισ. ευρώ) στη διαφθορά και στη γραφειοκρατία. Η ίδια έκθεση επισημαίνει ότι οι προσφερόμενες σήμερα υπηρεσίες στο δημόσιο τομέα στη χώρα μας, θα μπορούσαν να παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα, με το 73% των σήμερα δαπανώμενων πόρων. Δηλαδή υπάρχει τεράστιο περιθώριο εξοικονόμησης πόρων. Εφόσον, βέβαια, αποφασίσουμε πράγματι να τους διαχειριστούμε ορθολογικά. Εφόσον αποφασίσουμε να συγκρουστούμε με τα φαινόμενα της διαφθοράς και της διαπλοκής. Εφόσον πράγματι ακολουθήσουμε μια πολιτική που θα περιορίζει στο ελάχιστο το κόστος που επισωρεύει η γραφειοκρατία. Γι’ αυτό θα είδατε πόσο μεγάλη προτεραιότητα δίνουμε στα ζητήματα που έχουν σχέση με τη βαθειά μεταρρύθμιση στο κράτος. Εμείς θεωρούμε ότι μπορεί πράγματι μια πολιτική, η οποία όμως θα έχει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τη σημερινή, να οδηγήσει πολύ σύντομα σε απελευθέρωση πόρων, που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη, για την περιφερειακή ανάπτυξη, για την κοινωνική πολιτική.
ΧΡ. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗ («ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ»): Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να συνεχίσω από την ερώτηση του συναδέλφου. Είπατε ότι υπάρχουν περιθώρια μεταφοράς πόρων από περιστολή, από περιορισμό της σπατάλης. Αυτός είναι ένας τρόπος. Φαντάζομαι όμως ότι είναι συγκυριακός. Θεσμικά πως θα κατοχυρώσετε εσείς την αναδιανομή του εισοδήματος; Πως αυτό θα γίνει μόνιμα και αυτόματα; Θα περιμένουν οι διάφορες κοινωνικές τάξεις κάθε φορά να γίνονται περικοπές από αλλού για να πάρουν κάτι παραπάνω; Θα ήθελα να σας ρωτήσω ευθέως: είστε διατεθειμένοι να προχωρήσετε σαν κυβέρνηση σε άμεσες παροχές σε κοινωνικές ομάδες που πλήττονται ιδιαίτερα, όπως είναι οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι, οι νέοι επιστήμονες;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Το ότι είναι προτεραιότητά μας η στήριξη των εισοδηματικά ασθενέστερων, νομίζω ότι το έχουμε αποδείξει. Και επιτρέψτε μου να πω ότι το έχω αποδείξει προσωπικά, πολλές φορές μέχρι τώρα. Όμως, πρώτον, έχω απέχθεια με τη λογική των εύκολων προεκλογικών υποσχέσεων. Και σας παρακαλώ να το σεβαστείτε αυτό. Μπορεί οποιοσδήποτε να διαφωνεί, αλλά επιτρέψτε μου να επιμείνω σε αυτό. Δεύτερον, για να είμαστε σοβαροί και να μην ακολουθούμε τον κ. Σημίτη στην απόπειρα εξαπάτησης των πολιτών: η ευρύτητα μιας διαχρονικής και συνεπούς κοινωνικής πολιτικής και με τη μορφή της άμεσης στήριξης των εχόντων πραγματικά ανάγκη, είναι άμεσα συνδεδεμένη: Πρώτον, με την εξοικονόμηση των πόρων που σας είπα. Δεύτερον, με τη δυνατότητα περιορισμού του δημόσιου χρέους. Και, τρίτον - ίσως το σημαντικότερο από όλα - με τους αναπτυξιακούς ρυθμούς, που θα δώσει η νέα οικονομική πολιτική την οποία επαγγελλόμαστε και στην οποία πιστεύουμε. Άλλωστε, ένα σημαντικό κομμάτι της χτεσινής παρουσίασης, αφορούσε ακριβώς τις προτεραιότητες εκείνες που οδηγούν σε μια άλλη οικονομική πολιτική, στοχεύουσα σε πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτά όλα, με απλά λόγια, σημαίνουν ότι δημιουργείται ένα περιβάλλον, όπου από τη μία με τον δραστικό περιορισμό της σπατάλης και από την άλλη με τη δημιουργία πλούτου -κάνω εδώ μια μικρή παρένθεση: επιτέλους ας συνειδητοποιήσουμε ότι κι αυτό πρέπει να είναι μια μεγάλη προτεραιότητα, να δημιουργήσουμε στη χώρα μας, να γεννήσουμε πλούτο- θα επιτρέψει αναμφισβήτητα μια κοινωνική πολιτική πιο γενναία, πιο ευρεία και κυρίως πιο σταθερή και πιο αξιόπιστη.
Β. ΧΙΩΤΗΣ («ΤΟ ΒΗΜΑ›): Κύριε Πρόεδρε, θα σταθώ κι εγώ σε δυο σημεία της χτεσινής σας ομιλίας. Πρώτον, είπατε ότι θα διατηρήσετε στις θέσεις τους όσους ασχολούνται με την ολυμπιακή προετοιμασία. Και αναρωτιέμαι: Είναι αυτό ένα άλλοθι για να αλλάξετε όλους τους άλλους, ή θα διατηρήσετε κι άλλους στη θέση τους; Γιατί έχω ήδη διαπιστώσει και μια ανησυχία σε δικά σας στελέχη, που εποφθαλμιούν αυτές τις θέσεις. Θα ρωτήσω και το δεύτερο: ανακοινώσατε ότι θα καταργήσετε το ΣΔΟΕ. Δυο φορές έχω σημειώσει ότι έχετε πει ότι το ΣΔΟΕ αποτελείται από υπαλλήλους που κατά το 90% στις αρχαιρεσίες τους ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ. Θα αλλάξετε το πράσινο ΣΔΟΕ μ’ ένα γαλάζιο ΣΔΟΕ;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Στην πρώτη ερώτηση: δεν είναι κανένα άλλοθι. Πρώτα απ’ όλα, ξεκινώ με τους Ολυμπιακούς Αγώνες λέγοντας ότι είναι μια υπόθεση που αφορά όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες. Είναι εθνική υπόθεση. Διαπράττει σοβαρότατο ατόπημα η κυβέρνηση, στην απεγνωσμένη της απόπειρα, πανικόβλητα, να χρησιμοποιήσει και τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως μέσο εκβιασμού. Απλώς, ειρήσθω εν παρόδω, αυτοί οι εκβιασμοί ποτέ δεν πιάνουν και το έχει αποδείξει όχι μόνο η ελληνική ιστορία, αλλά και η διεθνής εμπειρία. Δεύτερον, θέλουμε να στείλουμε ένα μήνυμα ότι εμείς ερχόμαστε να εφαρμόσουμε μια διαφορετική πολιτική, την οποία στις αδρές γραμμές της σας παρουσίασα χτες, αλλά δεν ερχόμαστε ως ολετήρες. Το κράτος έχει συνέχεια. Και εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι κάνουν με εντιμότητα, σοβαρότητα και ικανότητα τη δουλειά τους θα συνεχίσουν να την κάνουν. Αυτό κατ’ αρχήν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, γιατί είναι μια μείζων εθνική υπόθεση και μάλιστα με το χαρακτήρα του επείγοντος, αφού, σε λίγους μήνες πια από σήμερα, θα τους έχουμε. Το γενικεύω όμως, ως κανόνας ισχύει για όλο τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Εκείνοι που έχουν να φοβηθούν από εμάς, είναι εκείνοι οι οποίοι υπεξαιρούν δημόσιο χρήμα. Εκείνοι οι οποίοι επιχειρούν να καρπωθούν οφέλη, στη βάση αμφισβητούμενης νομιμότητας συμβάσεων. Γενικά οι επωφελούμενοι από αμαρτωλά καθεστώτα σε συγκεκριμένους τομείς. Οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι μπορεί να ψηφίζουν κάτι διαφορετικό από εμάς, αλλά εντίμως, φιλοτίμως κάνουν τη δουλειά τους είναι οι φυσικοί μας σύμμαχοι για να εφαρμόσουμε αυτές τις πολιτικές. Άλλωστε νομίζω ότι με έχετε ακούσει πολλές φορές -εσείς ειδικά που ακολουθείτε και τις περιοδείες- να στέλνω αυτό το μήνυμα σε όλα τα μέρη της Ελλάδας. Έρχομαι στο ΣΔΟΕ. Το μεγάλο πρόβλημα με το ΣΔΟΕ δεν είναι η στελέχωσή του. Το αναφέρω αυτό, διότι δείχνει τη λογική της σημερινής κυβέρνησης. Το μεγάλο πρόβλημα με το ΣΔΟΕ είναι ότι στην ουσία λειτουργεί μ’ ένα τρόπο όχι απλώς πιεστικό, αλλά εκβιαστικό σε βάρος επιχειρήσεων, συχνότατα με πολιτική στόχευση. Να επικαλεστώ ένα μόνο παράδειγμα: Πριν από αρκετούς μήνες, μια εταιρεία δημοσκοπήσεων ανακοίνωσε μια δημοσκόπηση η οποία έτυχε να είναι αρκετά ευνοϊκή για τη Νέα Δημοκρατία, ή έτσι θεωρήθηκε από τα Μέσα Ενημέρωσης και τις εφημερίδες. Την επόμενη μέρα την επισκέφθηκε το ΣΔΟΕ. Αυτά δεν συνάδουν με μια ευνομούμενη κοινωνία, μια ευνομούμενη πολιτεία. Εκείνο που λέμε εμείς είναι ότι βεβαίως πρέπει να υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί, αλλά οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αυτοί, πρέπει να έχουν τα μέσα, το ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς καμιά διάκριση ποια είναι η εκλογική του προτίμηση, αλλά κάνει σωστά τη δουλειά του και χωρίς κομματικά προσδιορισμένους στόχους. Και βέβαια μέσα σ’ ένα πλαίσιο γενικής φορολογικής μεταρρύθμισης, μέσα από την προσπάθεια που ανακοίνωσα χτες ότι θα κάνουμε. Δηλαδή της όσο γίνεται περισσότερο αντικειμενικοποίησης της φορολογίας, ώστε αν δεν εξαλείφονται, πάντως να περιορίζονται στο ελάχιστο οι δυνατότητες συναλλαγών, που, όπως δυστυχώς συμβαίνει και είμαι βέβαιος ότι το γνωρίζετε, σήμερα είναι σχεδόν ο κανόνας σε πολλές περιπτώσεις.
ΣΤ. ΤΖΙΜΑΣ («ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ›): Κύριε Πρόεδρε, χθες υπήρξε μία εξέλιξη στην κρίση που έχει ξεσπάσει το τελευταίο διάστημα στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην αντιπαράθεση μεταξύ Φαναρίου και Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης απέστειλε επιστολή στον Πρωθυπουργό, στον κ. Σημίτη, με την οποία του ζητάει να επέμβει, έτσι ώστε να διατηρηθούν τα κεκτημένα του Φαναρίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα. Ο καθένας καταλαβαίνει, ότι πρόκειται για μια πολύ σοβαρή εξέλιξη και, ανεξαρτήτως των προθέσεων του Οικουμενικού Πατριάρχη, επιχειρείται μια εμπλοκή της πολιτείας στην αντιπαράθεση αυτή. Τι θα κάνατε εσείς κ. Πρόεδρε αν ήσασταν Πρωθυπουργός και παίρνατε αυτή την επιστολή;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Πέραν του τι θα έκανα εάν ήμουν Πρωθυπουργός, θέλω να σας κάνω μία πολύ σαφή δήλωση στο ζήτημα αυτό. Το θέμα που έχει ανακύψει πρέπει να λυθεί, με γνώμονα την ενότητά της, από την ίδια την Εκκλησία και μόνον. Η μόνη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει η πολιτεία στο θέμα αυτό, είναι να μην εμπλακεί. Να μην εμπλακεί σε ζητήματα που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. Άλλωστε, όποτε ενεπλάκη η πολιτεία στα θέματα της Εκκλησίας αυτό απέβη σε βάρος και της Εκκλησίας και της πολιτείας.
Κ. ΠΑΡΡΑΣ («ALPHA›): Κύριε Πρόεδρε, έχω παρακολουθήσει πάρα πολλές φορές ομιλίες σας, τοποθετήσεις σας, να στηλιτεύετε κάποιες συγκεκριμένες υποθέσεις και να χρησιμοποιείτε τη λέξη ‘’σκάνδαλο’’, όταν τις χαρακτηρίζετε. Ιδιαίτερη αναφορά κάνετε, θα έλεγα μόνιμα, στην υπόθεση του Χρηματιστηρίου. Θέλω να σας ρωτήσω, λοιπόν, αν μετά τις εκλογές είστε Πρωθυπουργός, αν θα παραπέμψετε αυτές τις υποθέσεις. Αν θα στηθούν, επί των ημερών της δικής σας κυβερνήσεως, νέα Ειδικά Δικαστήρια;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κύριε Παρρά, να ξεκινήσουμε από το εξής. Βεβαίως, σωστά λέτε, ότι επανειλημμένα μιλώ για το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου. Αλλά θεωρώ ότι υποτιμάμε όλους τους Έλληνες πολίτες αν εκτιμούμε, ότι μόνο εγώ το λέω. Πιστεύω ότι περισσότερο από 10 εκατομμύρια Έλληνες όχι απλώς το λένε, αλλά γνωρίζουν πολύ καλά ότι έγινε ένα τεραστίων διαστάσεων σκάνδαλο στο Χρηματιστήριο εκείνη την εποχή, με αλυσιδωτές μεγάλες επιπτώσεις: την απώλεια περισσότερων από 30 τρισεκατομμυρίων δραχμών, κυρίως από τους μικροεπενδυτές, την ενθυλάκωση κάποιων πόρων από τους επιτήδειους που γνώριζαν τα πράγματα, την κακοποίηση ενός πολύ ευαίσθητου θεσμού της ελεύθερης οικονομία για μικροκομματικά οφέλη κλπ. Κατά συνέπεια, είναι ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος. Και, στην ουσία, συνιστά ομολογία ενοχής της κυβέρνησης η μόνιμη, η στείρα απόπειρά της να αποφύγει οποιονδήποτε έλεγχο, ακόμα και συζήτηση στη Βουλή. Εξεταστική Επιτροπή προτείναμε και την αρνήθηκε όχι μία, δύο φορές. Ερχομαι στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας. Ακούστε, πρόθεσή μας είναι να κοιτάξουμε μπροστά. Πρόθεσή μας είναι να μην διχάσουμε τους Έλληνες. Έχουμε τόσα πολλά να κάνουμε, που το θεωρώ σπατάλη χρόνου να ασχολούμαστε με το παρελθόν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας σε περίπτωση κατά την οποία προκύψουν παρανομίες. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει ως προτεραιότητά της να ασχοληθεί με τα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης που θα έχει απέλθει. Περιγράφουμε την κατάσταση, κάνουμε την κριτική μας, αλλά τότε θα έρθει η ώρα να εφαρμόσουμε το δικό μας πρόγραμμα και να φτάσουμε εκεί που θέλουμε βάση των πολιτικών μας επιλογών. Κατά συνέπεια ούτε ενέργεια, ούτε χρόνο θέλουμε να σπαταλήσουμε σε τέτοιες κατευθύνσεις. Όμως, οφείλω να το υπογραμμίσω, ότι κάποτε πρέπει και στον τόπο μας να σεβόμαστε τους νόμους. Και αν διαπιστωθούν και όπου διαπιστωθούν παρανομίες, παραβάσεις της νομιμότητας, βεβαίως θα επακολουθήσουν και οι συνέπειες.
Μ. ΣΠΥΡΑΚΗ («STAR›): Κύριε Πρόεδρε, τον Απρίλιο του 2005 η Ελληνική Βουλή θα κληθεί να εκλέξει το νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ακόμη και αν κερδίσετε τις εκλογές, υπάρχει ισχυρό ενδεχόμενο να μην διαθέτετε την απαραίτητη πλειοψηφία, ώστε να εκλέξετε ως Κόμμα τον δικό σας εκλεκτό. Θα ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω, μια και υπάρχουν και προτάσεις στελεχών σας προς αυτή την κατεύθυνση, αν τάσσεστε υπέρ μιας εκ των προτέρων πολιτικής συμφωνίας, ακόμη και πριν τις εκλογές, που θα φτάνει ακόμη και σε συγκεκριμένα πρόσωπα για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να αποφύγετε κι αυτό που εμείς λέμε, σενάριο της κεντροδεξιάς παρένθεσης;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κυρία Σπυράκη, κάθε πράγμα στον καιρό του. Θεωρώ το ζήτημα ανεπίκαιρο. Όμως, επειδή αναφέρατε και εσείς τα περί παρένθεσης, θέλω να κάνω δύο σημειώσεις εδώ. Πρώτα απ’ όλα όποιος μιλάει για παρένθεση, το πρώτο που κάνει είναι να ομολογεί ότι απέτυχε ο ίδιος και δεν έχει πιθανότητα να κερδίσει τις εκλογές. Δεύτερον, θεωρώ αδύνατο, όχι μη πιθανό, να ανατραπεί μια λαοπρόβλητη κυβέρνηση λίγο μετά την εκλογή της, βάση οιουδήποτε προσχήματος. Δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο ούτε στον τόπο μας, ούτε συνηθίζεται τουλάχιστον στην Ευρώπη αυτό. Κατά συνέπεια, θα σας έλεγα ως υπεύθυνη τοποθέτηση, ας ξεχάσουν αυτές τις φαντασιώσεις όσοι, εντός ή εκτός Βουλής, τις φαντασιώνονται.
Α. ΔΕΛΑΤΟΛΑΣ («ΕΘΝΟΣ›): Κύριε Πρόεδρε, από τότε που εκλεγήκατε στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας υπήρχε μια – μέχρι πρόσφατα θα έλεγα - μόνιμη κριτική, ότι δεν υπάρχει ικανή ηγετική ομάδα. Λίγο - πολύ αυτή την ηγετική ομάδα την έχουμε διακρίνει. Όμως έχουμε διακρίνει και κάτι άλλο, ιδίως πρόσφατα: Διαφορετικές προσεγγίσεις σε πολύ σοβαρά θέματα, όπως αυτά της οικονομίας, στο πακέτο Σημίτη, σε θέματα κοινωνικής πολιτικής, ακόμα και σε θέματα θεσμικά. Ρωτώ, δεν σας ανησυχεί αυτό με δεδομένο μάλιστα, ότι είναι οι μνήμες πολύ νωπές από παρόμοιες καταστάσεις, που είχαμε ζήσει στην τελευταία Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κύριε Δελατόλα, χαίρομαι κατ’ αρχήν, διότι διαπιστώνετε ότι υπάρχει - και μάλιστα καλή και ισχυρή - ομάδα στη Νέα Δημοκρατία. Και είμαι βέβαιος ότι εσείς το διαπιστώνετε, βάσει της εμπειρίας που έχετε και της γνώσης που έχετε της Νέας Δημοκρατίας. Από εκεί και πέρα πρέπει να σας πω, ότι διαφωνώ, έχω διαφορετική αντίληψη δηλαδή με την διαπίστωση που κάνετε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχουμε εσωτερικό διάλογο και θα έχουμε πάντα. Είναι φυσικό να γίνεται αυτό. Αλλά στις βασικές επιλογές, θα σας έλεγα, ότι καμιά φορά αναρωτιέμαι κι εγώ πώς δεν υπάρχει ακόμα περισσότερος διάλογος. Σας το λέω ειλικρινά αυτό, διότι αυτή τη στιγμή η Νέα Δημοκρατία έχει κάνει κάποιες καίριες επιλογές, τις οποίες τις έχουμε ανακοινώσει. Κάποιες απ’ αυτές θα τύχουν και ακόμα μεγαλύτερης επεξεργασίας. Σας δίνω ένα παράδειγμα: Παρουσίασα χθες βασικούς άξονες του προγράμματός μας για τη δημοσία διοίκηση ή για την οικονομία. Επεται η ακόμα μεγαλύτερη εξειδίκευσή τους στο σύντομο μέλλον. Λέω, λοιπόν, το εξής: Οταν συμφωνούμε όλοι σ’ αυτές τις καίριες επιλογές, είναι φυσικό να αναζητούμε ακόμα μεγαλύτερες εξειδικεύσεις, να κατατίθενται ιδέες, να γίνεται συζήτηση, ζύμωση - για να μεταχειριστούμε έναν όρο των νεανικών μας χρόνων - και να καταλήγουμε. Θεωρώ ότι η Νέα Δημοκρατία, σε επίπεδο εσωτερικής αρμονίας, ενότητας και συμφωνίας στις πολιτικές επιλογές, παρουσιάζει, μετά από πολλά χρόνια, μια πρωτοφανή επιτυχία. Και είμαι βέβαιος ότι το διαπιστώνετε και εσείς αυτό. Και αυτό προδικάζει και το συμπαγές της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής.
Γ. ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ («ΑΝΤ1-FM›): Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ότι αύριο αν δεν κάνω λάθος, ο κ. Σκανδαλίδης θα στείλει και στη Νέα Δημοκρατία το σχέδιο για την αλλαγή του εκλογικού νόμου, του εκλογικού συστήματος. Το πρώτο μου ερώτημα είναι, εάν εσείς θα συνεχίσετε στη στρατηγική σας το να μην συζητάτε αυτό το θέμα καθόλου με την κυβέρνηση; Και αν κερδίσετε την επικείμενη αναμέτρηση θα ανοίξετε εσείς ο ίδιος, ως κυβέρνηση πλέον, ως Πρωθυπουργός, το θέμα της αλλαγής του εκλογικού συστήματος; Και το ρωτώ αυτό, γιατί και στο Κόμμα σας μέσα υπάρχουν κάποιες απόψεις, ότι χρειάζεται εκσυγχρονισμός. Ευχαριστώ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Η αρχική μου αντίδραση είναι ένα ρητορικό ερώτημα: Εσείς τι πιστεύετε, όταν τίθεται ζήτημα αλλαγής του εκλογικού νόμου λίγο πριν τις εκλογές; Εξυπηρετεί τι; Την ανάγκη, τάχα, του εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος; Και, εν πάση περιπτώσει, επειδή είναι ρητορικό το ερώτημα, να το γενικεύσω και να μην πω, τι πιστεύετ εσείς, αλλά τι πιστεύουν οι πολίτες; Οι πολίτες πιστεύουν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ότι και αυτό είναι ένα από τα προεκλογικά τεχνάσματα της κυβέρνησης Σημίτη. Κατά συνέπεια, εμείς αυτό δεν το νομιμοποιούμε. Είναι απλή η θέση. Εάν κάποιος έχει να προτείνει κάτι, νομίζει ότι πρέπει κάτι να αλλάξει, υπάρχει χρόνος μετά τις εκλογές ή υπήρχε χρόνος μετά τις προηγούμενες εκλογές να συζητηθούν αυτά. Επειδή θέσατε και ένα δεύτερο σκέλος, θα σας πω, ότι εγώ πιστεύω πως σε γενικές γραμμές ο εκλογικός νόμος αυτός είναι και αποτελεσματικός και αντιπροσωπευτικός. Θεωρώ δηλαδή ότι έχει λειτουργήσει καλά. Τώρα, εάν κάποιοι εκτιμούν ότι σε δευτερεύοντα σημεία χρειάζονται αλλαγές, αυτή η συζήτηση μπορεί να γίνει. Στο αν θα πάρουμε εμείς την πρωτοβουλία, ή θα την πάρει κάποιος άλλος, δεν δίνω τόσο μεγάλη σημασία. Μπορεί να την πάρουμε εμείς. Αλλά θέλω να πω, ότι αυτές οι συζητήσεις γίνονται σε ένα χρόνο, ο οποίος πολιτικά δεν είναι βεβαρημένος, άρα δεν είναι ύποπτος. Διότι, όταν γίνονται σ’ αυτό το χρόνο, το μόνο που κάνουν είναι να επιβεβαιώνουν την αναξιοπιστία αυτού που προκαλεί τη συζήτηση.
ΧΡ. ΚΟΡΑΗ («ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ›): Κύριε Πρόεδρε θα ήθελα να επανέλθω στο θέμα του κοινωνικού πακέτου. Ανεξαρτήτως αν είναι προεκλογικά τερτίπια, «τσίντζες› όπως είπε και ο κ. Σουφλιάς, θα το εφαρμόσετε αν γίνετε κυβέρνηση; Δεν μας το έχετε διευκρινίσει. Επίσης θέλω να θυμίσω και μια προσωπική σας δέσμευση από τον προεκλογικό αγώνα του 2000, όταν είχατε πει ότι η κατώτατη σύνταξη πρέπει να είναι 150.000. Θα την εφαρμόσετε κι αυτήν, εάν βεβαίως εκλεγείτε; Ευχαριστώ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Για μεν το δεύτερο περιμένουμε πρώτα τον κ. Σημίτη να εφαρμόσει τις 152.000. Γιατί ο κ. Σημίτης έχει την τάση να εξαγγέλλει διάφορα πράγματα, τα οποία δεν τα εφαρμόζει και μετά έρχεται, 4 χρόνια αργότερα, και τα επανα-εξαγγέλλει για την επόμενη τετραετία. Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, νομίζω ότι ήμασταν σαφείς. Βεβαίως θα το εφαρμόσουμε, στη λογική της συνέχειας του κράτους. Ανειλημμένες υποχρεώσεις - και μάλιστα σε πολίτες - δεν πρόκειται εμείς να τις ανατρέψουμε. Άλλο αυτό όμως και άλλο η πολιτική κριτική που κάνουμε για την ηθική πλευρά –αν θέλετε- του ζητήματος. Εγώ θεωρώ -και σας το λέω απερίφραστα- ότι είναι προσβολή για τους πολίτες, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, να έρχεσαι να τους λες: «Σας στέρησα τόσα πολλά, τόσα χρόνια. Σας συνέθλιψα με τις φορολογικές επιδρομές. Σας τσάκισα με την ακρίβεια. Σας έχω υπό το άγχος της ανεργίας, τη δική σας και του παιδιού σας αύριο. Δεν σας παρέχω ασφάλεια. Δεν σας παρέχω καλή παιδεία, αφού πρέπει να δαπανάτε εσείς για τη μόρφωση των παιδιών σας. Τρέμετε μην αρρωστήσετε και αναγκαστείτε να πάτε σε δημόσιο νοσοκομείο. Εν πάση περιπτώσει, εκλογές έρχονται, πάρτε τώρα ένα ευρώ την ημέρα, μήπως μπορέσω και σας εξαπατήσω›.
Γ. ΤΑΣΣΙΟΠΟΥΛΟΣ («ΑΘΗΝΑ 9,84›): Κύριε Πρόεδρε, με βάση όσα είπατε χτες αλλά και σήμερα, δώσατε το μήνυμα μιας ακριβής δημόσιας διοίκησης. Με βάση τους στόχους τους οποίους έχετε θέσει για αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, αλλά και μείωση του κόστους, θα προχωρήσετε σε αλλαγή πολιτικής; Εξηγούμαι: θα καταργήσετε δημόσιες υπηρεσίες και ποιες, ή θα προσπαθήσετε γενικά να αλλάξετε το κλίμα, με μετατάξεις ή περιορισμό των προσλήψεων;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Υπάρχει μια ολόκληρη δέσμη μέτρων, την οποία βασικά την ακούσατε χτες και στοχεύει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του δημόσιου τομέα, τουλάχιστον όσον αφορά το στενότερο δημόσιο τομέα, το κράτος. Διότι στο επίπεδο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πράγματι στόχος μας είναι η μείωση της παρουσίας του κράτους, στο παραγωγικό σκέλος της οικονομίας. Γι’ αυτό και μιλούμε για ουσιαστικές αποκρατικοποιήσεις, σε αντιδιαστολή με τις μετοχοποιήσεις εισπρακτικού και μόνο χαρακτήρα που κάνει η κυβέρνηση. Άρα, εάν μιλούμε για τον κατ’ εξοχήν δημόσιο τομέα, εκείνο το οποίο θα επιδιώξουμε να κάνουμε, είναι να βελτιώσουμε την απόδοσή του, με μια σειρά από κινήσεις που έχουν σχέση με την εξοικονόμηση πόρων, έχουν σχέση με την κινητροδότηση των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα, με την αξιολόγησή τους, με τη διαρκή τους επιμόρφωση, με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Και μόνο το περιθώριο της τεράστιας οικονομίας, που μας επιτρέπουν να προγραμματίζουμε οι διαπιστώσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μας δίνουν το δικαίωμα να είμαστε πολύ αισιόδοξοι στην κατεύθυνση αυτή.
Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΣ («ΤΑ ΝΕΑ›): Κύριε Πρόεδρε, να παραμείνω στο ίδιο αντικείμενο. Είπατε πριν ότι προτεραιότητά σας είναι να δημιουργήσετε πλούτο. Για να δημιουργηθεί πλούτος δεν υπάρχουν και πάρα πολλές συνταγές στην εποχή μας. Βλέπω στο πρόγραμμά σας ότι έχετε μια παράγραφο για το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό. Όταν λέτε «άνοιγμα αγορών στον ανταγωνισμό› εννοείτε και την αγορά εργασίας; Όταν μιλάτε για αποκρατικοποιήσεις εννοείτε για αποκρατικοποιήσεις με απώλεια θέσεων εργασίας; Θα το αντέξετε αυτό σαν κυβέρνηση; Ένα δεύτερο σημείο, επίσης επειδή δεν υπάρχει στο πρόγραμμά σας, είναι το εξής: η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα υπογεννητικότητας. Γι’ αυτό δεν μας έχετε πει τίποτα στις εξαγγελίες σας. Ευχαριστώ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Εμείς πιστεύουμε ότι, τα τελευταία χρόνια, δεν δημιουργείται πλούτος στην Ελλάδα, ή εν πάση περιπτώσει με ρυθμούς οι οποίοι είναι πάρα πολύ χαμηλοί. Και μην ανατρέξει κανείς στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. Γιατί όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό κυρίως είναι αποτέλεσμα των πολύ μεγάλων κοινοτικών εισροών, της δραστηριότητας που δημιουργούν τα ολυμπιακά έργα. Δεν υπάρχει, όμως, αυτό που θα λέγαμε αυτοτροφοδοτούμενη, δυναμική ανάπτυξη. Εμείς πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να αναστραφεί. Για να αναστραφεί σημαίνει ότι θα κάνουμε μια σειρά από πράγματα. Ακούσατε τα περισσότερα χτες. Απλώς να επισημάνω ότι χρειάζεται ένα κράτος, το οποίο εκτελεί την αποστολή του, τηρεί το νόμο, κρατά το πλαίσιο του ανταγωνισμού. Μια οικονομία όπου υπάρχουν κίνητρα για δημιουργικές πρωτοβουλίες. Ενα πλαίσιο το οποίο ενθαρρύνει τις επενδύσεις. Αυτό, θα σας ζητούσα –ασχέτως του τι πιστεύετε για τη Νέα Δημοκρατία και το πρόγραμμά της- να το κάνετε κι εσείς, όσο μπορείτε, θέμα, εκεί που γράφετε ή παρουσιάζετε τις απόψεις σας. Η Ελλάδα πρέπει να γίνει ένας τόπος που προσελκύει επενδύσεις. Είναι δραματικό, είναι τραγικό το 2002 να έχουμε μόνο 50 εκ. δολάρια ξένες επενδύσεις. Είναι τραγικό και αστείο μαζί. Πρέπει να σας πω ότι την ίδια στιγμή στην Ιρλανδία ήταν 19.033 εκ. δολάρια οι ξένες επενδύσεις. Στην Πορτογαλία ήταν 4.700 εκ. δολάρια και στην Ελλάδα μόνο 50 εκ. Αυτό σας δίνει ένα μέγεθος της αποτυχίας της σημερινής κυβέρνησης και της αναξιοπιστίας της έναντι των επενδυτών, ξένων και Ελλήνων. Κατά συνέπεια υπάρχει πολύ μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Μιλήσατε για αποκρατικοποιήσεις. Εμείς πιστεύουμε στις αποκρατικοποιήσεις. Πιστεύουμε, για παράδειγμα, ότι όταν γίνονται τη σωστή ώρα -μέγα θέμα η επιλογή του χρόνου, πότε κάνει κανείς μια συγκεκριμένη κίνηση- έχει πολύ μεγάλη σημασία. Να σας δώσω το παράδειγμα της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Σήμερα η κυβέρνηση οδηγείται, μετά την αποτυχία επανειλημμένων πολιτικών της στην Ολυμπιακή Αεροπορία, άρον – άρον σε μία λύση τελευταίας ανάγκης. Ως τέτοια θα την περιγράψω, γιατί δεν είναι αποκρατικοποίηση. Με δραστική μείωση του προσωπικού. Εάν είχε γίνει η αποκρατικοποίηση της Ολυμπιακής Αεροπορίας όταν έπρεπε, η Ολυμπιακή ίσως να ήταν σήμερα μια ισχυρή, σφριγηλή, ακμάζουσα εταιρεία. Άρα, το ζήτημα δεν είναι αποκρατικοποιήσεις με λιγότερες θέσεις εργασίας. Το ζήτημα είναι αποκρατικοποιήσεις που απεγκλωβίζουν τις δημιουργικές δυνάμεις και δημιουργούν, τελικά, ένα πλαίσιο που γεννά πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας. Θέσατε το ζήτημα της αγοράς εργασίας. Εγώ δεν πιστεύω σε δραστικές μεταβολές. Θεωρώ όμως ότι είναι ένα από τα ζητήματα, που σε συνεννόηση με τις παραγωγικές δυνάμεις, κυρίως τους εκπροσώπους των εργαζομένων, μπορούμε να κουβεντιάσουμε. Όχι για δραματικές αλλαγές, αλλά για να βρούμε τρόπους που θα διευκολύνουν τις προσλήψεις. Αυτό είναι ένα ζήτημα. Συζητούσαμε προχθές με τη ΓΣΕΒΕ, δηλαδή τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που είναι το 99% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Μας έλεγαν πόσα αντικίνητρα υπάρχουν πόσες διαδικασίες, πόση γραφειοκρατία, για να προσλάβει μια μικρομεσαία επιχείρηση, έναν άνθρωπο. Θα μου επιτρέψετε να μεταχειριστώ λόγια του Γραμματέα της ΓΣΕΒΕ για ’’λαδώματα’’ που χρειάζονται για να γίνουν αυτά. Δεν είναι δικά μου τα λόγια αυτά. Αντιλαμβάνεστε ότι υπάρχει μια σειρά από θέματα που μπορούμε, χωρίς φόβο και πάθος, να συζητήσουμε με τους αρμόδιους εκπροσώπους, τους αρμόδιους φορείς και να βρούμε λύσεις.
Γ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ («ΝΕΤ›): Κύριε Πρόεδρε, επανειλημμένα έχετε πει ότι το 21% του ελληνικού πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Ένα μεγάλο τμήμα αυτού του πληθυσμού είναι αγρότες. Χτες, για τρίτη φορά αν θυμάμαι καλά, είπατε ότι η Νέα Δημοκρατία θα ρυθμίσει τα ληξιπρόθεσμα αγροτικά χρέη. Πως θα γίνει αυτό; Ποια χρέη θα αφορά αυτή η ρύθμιση; Θα γίνει νομοθετικά; Θα αφορά μόνο την Αγροτική; Θα αφορά κι άλλες Τράπεζες; Κάποιες περισσότερες εξηγήσεις μπορείτε να δώσετε σε αυτό το θέμα;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Να ξεκαθαρίσω κάτι. Πρώτα από όλα το ζήτημα είναι: πρέπει να γίνει αυτό ή δεν πρέπει; Εμείς λέμε ότι πρέπει. Και διότι συνιστά μια ουσιαστική ανακούφιση στους αγρότες και διότι, σε πολλές περιπτώσεις, αυτά τα χρέη, στην ουσία, δεν θα ξεπληρωθούν ποτέ. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και γιατί, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, είναι και αποτέλεσμα αυτό που ονομάζουμε νόμιμης ή νομιμοποιημένης ληστείας με τα πανωτόκια. Κατά συνέπεια, είναι μια πολιτική επιλογή στην οποία επιμένουμε. Και αφορά βεβαίως τα χρέη στην Αγροτική Τράπεζα. Το ξεκαθαρίζουμε αυτό.
ΣΠ. ΓΚΟΥΤΖΑΝΗΣ («FLASH› και «ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ›): Κύριε Πρόεδρε έχω μια ερώτηση με δυο σκέλη. Στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Ν.Δ. θα δούμε αυτή τη φορά γυναίκες σε εκλόγιμες θέσεις, που δεν είχαμε δει το 2000; Στην κυβέρνησή σας θα αξιοποιήσετε προσωπικότητες, ενδεχομένως εκτός Βουλής, ανεξάρτητα από το αν επίσης ενδεχομένως προέρχονται εκτός του κομματικού σας χώρου, ας πούμε από την ευρύτερη Κεντροαριστερά;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κάνουμε πολύ σοβαρή δουλειά επεξεργασίας για τα ψηφοδέλτια. Σε σύντομο χρονικό διάστημα θα ξεκινήσουμε και τις διαδικασίες. Δεν είμαι αυτή τη στιγμή έτοιμος να σας πω πώς θα διαμορφωθούν τα ψηφοδέλτια και το ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι θα δείτε πολύ έντονη την παρουσία των γυναικών γενικά στα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας. Δίνω πολύ μεγάλη βαρύτητα σε αυτό. Ενα μεγάλο βήμα έγινε ήδη στους συνδυασμούς που στηρίξαμε στις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση. Είμαι βέβαιος ότι αυτό θα το διευρύνουμε, ακόμη περισσότερο, στις βουλευτικές εκλογές. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος. Γνωρίζετε καλά και το έχω πει πολλές φορές ότι πιστεύω πως από την ώρα που επαγγελλόμαστε ένα πολύ ουσιαστικό βήμα προς τα μπρος, από την ώρα που λέμε ότι η Ελλάδα στην ουσία ολοκληρώνει ένα κύκλο, ένα κύκλο στον οποίο έγιναν και σημαντικά πράγματα (εμπεδώθηκε η δημοκρατία, εξασφαλίστηκε η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια κλπ.) ανοίγει ένα νέο μεγάλο στοίχημα για τη χώρα. Το νέο μεγάλο στοίχημα είναι στοίχημα ποιότητας. Στοίχημα απόδοσης και αποτελέσματος. Για να γίνει αυτό, θα χρειαστούν πάρα πολλοί άνθρωποι και όχι άνθρωποι που προέρχονται μόνο από έναν πολιτικό χώρο. Άρα, εγώ προσωπικά είμαι πολύ ανοιχτός στη συμμετοχή και βοήθεια ανθρώπων, από όλους τους πολιτικούς χώρους που μπορούν να βοηθήσουν. Επειδή το στενέψατε κάπως και το προσδιορίσατε σε ένα πλαίσιο καθαρά κυβερνητικό, δηλαδή Υπουργικού Συμβουλίου, χωρίς κανείς να το αποκλείει τελείως αυτό, αντιλαμβάνεστε ότι εδώ υπάρχει μια δυσκολία. Και η δυσκολία είναι απλή: μια πολιτική, πρέπει να την πιστεύει κανείς για να την εφαρμόσει ως πολιτικός προϊστάμενος. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Προτιμώ δηλαδή την ουσία, παρά τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Σε επίπεδο εφαρμογής, βεβαίως, άνθρωποι από άλλους πολιτικούς χώρους μπορούν να βοηθήσουν. Σε επίπεδο πολιτικής επιστασίας, αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο, για λόγους – φαντάζομαι - κατανοητούς σε όλους.
Δ. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ («ALTER›): Κύριε Πρόεδρε, ήθελα να ρωτήσω το εξής: χθες κλείνοντας την ομιλία σας από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης είπατε χαρακτηριστικά και μάλιστα σε προσωπικούς τόνους, ότι η Νέα Δημοκρατία κι εσείς ο ίδιος μπορείτε να εγγυηθείτε, να διασφαλίσετε την ομαλή πορεία σε περίπτωση που πάρετε την εξουσία και γίνεται κυβέρνηση και μάλιστα χωρίς κανένα ρίσκο. Προφανώς υποψιάζομαι ότι η αναφορά στη έννοια του «ρίσκου› έγινε ως απάντηση στα περί υψηλού ρίσκου, στα περί τετραετίας υψηλού ρίσκου που επικαλείται μονίμως το τελευταίο διάστημα ο Πρωθυπουργός. Αυτό δεν έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι πολλά στελέχη σας ιδίως το καλοκαίρι, κορυφαία στελέχη σας έσπευσαν πριν ακόμη γίνεται κυβέρνηση να προδικάσουν για το ποιος θα είναι ο προτεινόμενος ως υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε 1,5 περίπου χρόνο; Και μάλιστα κάποιοι να πουν ότι θα πρέπει για να φέρουμε το ΠΑΣΟΚ σε δύσκολη θέση να προτείνουμε ακόμη και τον ίδιο τον Σημίτη στην έσχατη περίπτωση; Ευχαριστώ πολύ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Αυτό δεν το άκουσα ποτέ. Αλλά πρέπει να σας πω το εξής: Το να εκφράζονται προβληματισμοί, σε όλα τα θέματα, ακόμα και στα πολύ μελλούμενα, δεν είναι ενοχλητικό. Όμως δεν βλέπω πού διαπιστώνετε την αντίφαση με το πρώτο σκέλος της ερώτησης που είναι και η ουσία. Ο κ. Σημίτης προσπαθεί λοιπόν αυτή τη στιγμή να βάλει τους πολίτες μπροστά σ’ έναν εκβιασμό: «Μόνο εγώ ξέρω να κυβερνάω, μόνον εγώ πρέπει να κυβερνάω, μόνο εμένα είστε υποχρεωμένοι να με αφήνετε να κυβερνάω›. Είναι μια νοοτροπία. Εμείς δεν την δεχόμαστε αυτή τη νοοτροπία. Σας είπα και πριν, δεν έχω δει πολίτες ή λαό, ο οποίος να υποκύπτει σε τέτοιου είδους εκβιασμούς. Εγώ θεωρώ ότι η επόμενη τετραετία είναι τετραετία κυρίως υψηλών στόχων. Και αυτό προτείνουμε ως Νέα Δημοκρατία στους Έλληνες πολίτες. Εάν είναι κάποιοι που θεωρούν ότι τα πράγματα είναι όλα τόσο καλά, εάν είναι ευχαριστημένοι με το πώς λειτουργεί το κράτος, με το πώς αντιμετωπίζει το κράτος τους πολίτες, με το επίπεδο Παιδείας, με τους μισθούς τους, τότε πράγματι μπορεί να δικαιολογούν τη σημερινή κυβέρνηση. Εμείς πιστεύουμε ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να συμβιβαζόμαστε με όλες αυτές τις καταστάσεις που περιληπτικά θα τις ονόμαζα ένα καθεστώς μετριότητας. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να πάμε με άλλους ρυθμούς. Αυτό προτείνουμε στους πολίτες. Και έχουμε σχέδιο γι’ αυτό, συγκροτημένο σχέδιο. Ερχόμαστε και τους λέμε: Σας προτείνουμε τρεις μεγάλες πολιτικές: μία τομή στην Παιδεία, που είναι βασικός μοχλός και δημιουργίας και αναδιανομής του πλούτου για να μπορούν οι Έλληνες, κυρίως οι νέοι Έλληνες να είναι στην πρωτοπορία των εξελίξεων. Μια μεγάλη τομή στο Κράτος, για να γίνει αυτό από δυνάστης που είναι σήμερα, φίλος του πολίτη. Μία νέα οικονομική πολιτική, που θα στοχεύει κυρίως στη δημιουργία πλούτου. Γιατί όλα αυτά; Για να φτάσει ο Έλληνας πολίτης στα ευρωπαϊκά επίπεδα, για να βελτιώσουμε το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και κυρίως των εισοδηματικά ασθενεστέρων, με μια κοινωνική πολιτική, με την ευρεία έννοια του όρου, που θα έχει τα στοιχεία της διαχρονικότητας και της σταθερότητας, μια πολιτική που έχει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο. Αυτοί, λοιπόν, πιστεύουμε ότι είναι υψηλοί στόχοι. Θεωρούμε ότι μπορούμε να τους πετύχουμε. Πιστεύουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων το καταλαβαίνει και το θέλει αυτό. Αν θέλετε να σας το πω με λίγο διαφορετικούς όρους. «Πιστεύω – το έλεγε ο Ελύτης – σε μια όμορφη πατρίδα που να βγάνει θάματα›.
ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ («DΕVELT›): Κύριε Πρόεδρε, εγώ θα πάω σε έναν άλλο τομέα, στην εξωτερική πολιτική η οποία δεν εθίχθηκε μέχρι τώρα σε ερωτήσεις και στους αντίκτυπους της στην οικονομία και στην καθημερινότητα του Έλληνα. Ο κ. Πρωθυπουργός είπε την περασμένη βδομάδα εδώ στη Θεσσαλονίκη ότι η επίλυση των θεμάτων σχετικά με την Κύπρο και την Τουρκία θα είναι ο βασικός άξονας, το βασικό κομμάτι στην άσκηση πολιτικής την επόμενη τετραετία. Και την ενδεχόμενη λύση αυτών των θεμάτων τη συνέδεσε με μείωση των αμυντικών δαπανών και μεταφορά αυτών των κονδυλίων που ενδεχομένως θα απελευθερωθούν στον κοινωνικό τομέα και στην ανάπτυξη του τόπου, ώστε να ωφεληθούν οι Έλληνες. Πιστεύετε εσείς κυρίως βλέποντας όσα γίνονται στην Τουρκία τον τελευταίο χρόνο, με την αλλαγή κυβέρνησης και την άσκηση της πολιτικής από την Άγκυρα, ότι οι στόχοι αυτοί είναι επιτεύξιμοι;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Θα ξεκινήσω με την εξής διαπίστωση: Θεωρητικά τουλάχιστον ο κ. Σημίτης, πράγματι, είχε δίκιο. Ποιος δεν θέλει να είμαστε σε θέση να μειώσουμε τις δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα, τις αμυντικές δαπάνες και να αφιερώσουμε τα χρήματα αυτά σε άλλους στόχους, που έχουν σχέση κυρίως με την ανάπτυξη και βέβαια την κοινωνική πολιτική; Βεβαίως, μια και το είπε ο Πρωθυπουργός, να πω ότι ο κ. Σημίτης το πρώτο που θα έπρεπε να κάνει σε σχέση με αυτά είναι να κοιτάξει να επιβάλλει τον εξορθολογισμό των αμυντικών δαπανών. Γιατί μόλις πρόσφατα είχαμε μία σύμβαση με πολλά ερωτηματικά γύρω από τα ελικόπτερα. Γνωρίζετε φαντάζομαι την υπόθεση. Ενώ πριν από λίγους μήνες, με το συγκεκριμένο ποσό που δαπανήθηκε, είχε δεσμευτεί η κυβέρνηση να αγοράσει 46 ελικόπτερα, με το ίδιο στην ουσία ποσό, τελικά πήραμε 20. Άρα υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ζήτημα εκεί - το έθεσα δημοσίως – που χρήζει, αν μη τι άλλο, ελέγχου και επανεξέτασης. Τώρα, μιλώντας για την εξωτερική πολιτική, ακούω τον Πρωθυπουργό να λέει, ή πάντως καθαρά να εννοεί, ότι αυτά τα μεγάλα ζητήματα επιβάλλουν να μείνει στην κυβέρνηση. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι: Εχει να φοβηθεί η Ελλάδα ή οι Έλληνες πολίτες γύρω από την άσκηση πολιτικής σε αυτά τα μεγάλα εθνικά θέματα από μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας; Μα, στο κάτω-κάτω της γραφής, θα μου επιτρέψετε να πω, ποια κυβέρνηση είναι αυτή που αναγκάστηκε να αλλάξει δραματικά, διαμετρικά τον προσανατολισμό της εξωτερικής της πολιτικής σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν; Είναι η ακολουθούμενη σήμερα εξωτερική πολιτική από την κυβέρνηση συνεχής και συνεπής σε σχέση με την πολιτική που ακολουθούσε το ΠΑΣΟΚ στα προηγούμενα χρόνια; Θέλω να πω, λοιπόν, ότι είναι υπερβολική δόση αλαζονείας, θα τολμούσα να πω είναι ιστορική ύβρις να υπαινίσσεται ή να λέει ο Πρωθυπουργός ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα χειριστεί όσο πρέπει υπεύθυνα τα μεγάλα εθνικά θέματα. Η Νέα Δημοκρατία έχει δώσει και δείγμα γραφής ιστορικά, αλλά και σήμερα ότι με περίσσια ευθύνη και σοβαρότητα χειρίζεται τα εθνικά θέματα. Απλώς να σας πω και να σας θυμίσω την συμπεριφορά που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια στη διαχείριση των μεγάλων εθνικών θεμάτων. Επανειλημμένα στηρίξαμε την κυβέρνηση, ακόμα κι αν είχαμε διαφωνίες σε επιμέρους χειρισμούς ή τακτικές κινήσεις. Να σας πω μάλιστα ότι ήταν ο ίδιος ο κ. Σημίτης που, όταν συζητάγαμε και δίναμε όλοι τη μάχη για να βοηθήσουμε την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ζήτησε να πάρουμε πρωτοβουλίες στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Το έκανα, όχι μόνο γιατί μου το ζήτησε ο Πρωθυπουργός της χώρας, αλλά γιατί πίστευα ότι αυτό είναι το εθνικό μας καθήκον και αυτό που πρέπει να κάνουμε. Μου ζητάτε να κάνω προβλέψεις. Γνωρίζετε καλά ότι το περιβάλλον στην Τουρκία δεν επιτρέπει πολλές προβλέψεις, ειδικά σε μία φάση όπως είναι τον τελευταίο καιρό που είναι φανερό ότι πράγματα αλλάζουν. Εγώ θεωρώ ότι όλοι οι Έλληνες πιστεύουμε σε μία πολιτική που οδηγεί στην εξομάλυνση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, βεβαίως στη βάση του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. Και θεωρώ ότι μεγιστοποιούμε την πιθανότητα και του ήρεμου κλίματος, αλλά και της προοπτικής της οριστικής εξομάλυνσης όσο εκπέμπουμε σταθερά αυτό το μήνυμα. Και αυτό έκανα πάντα και στις επαφές μου με την τουρκική ηγεσία. Γνωρίζετε άλλωστε ότι τον σημερινό Πρωθυπουργό της Τουρκίας τον έχω συναντήσει δύο φορές και το μήνυμα αυτό νομίζω ήταν και σαφές και ξεκάθαρο. Θεωρώ ότι εκεί πρέπει να επιμείνουμε. Θεωρώ ότι πρέπει να είμαστε σαφείς σε σχέση με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας. Και θεωρώ ότι μια πολιτική σταθερότητας και συνέπειας οδηγεί στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Σε τελική ανάλυση κάποιες αποφάσεις πρέπει να τις πάρει η ίδια η Τουρκία για τον εαυτό της. Αναφέρομαι κυρίως τώρα στον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό, όχι με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά με την βαθύτερη έννοια του εξευρωπαϊσμού της.
ΧΡ. ΚΑΨΑΛΗΣ («ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ›): Θα ήθελα να δώσω συνέχεια στην προηγούμενη ερώτηση. Ο Πρωθυπουργός πριν από μία εβδομάδα τόσο στην ομιλία του όσο και στην συνέντευξη Τύπου, χαρακτήρισε αλλοπρόσαλλες τις θέσεις του Κόμματός σας στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και υποστήριξε μάλιστα ότι δεν τολμάτε να παρουσιάσετε αυτές τις θέσεις σας στους Ευρωπαίους συμμάχους σας, στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και ότι αν το κάνετε αυτό θα πάρετε αρνητικές απαντήσεις. Θα ήθελα να ξεκαθαρίσετε, εάν συμφωνείτε με τα βασικά χαρακτηριστικά της εξωτερικής πολιτικής που εφαρμόζεται από τη νυν Κυβέρνηση. Αν συμφωνείτε ειδικότερα στην βήμα-βήμα προσέγγιση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων. Και αν θεωρείτε ότι με αυτόν τον τρόπο, με αυτήν την εφαρμοζόμενη πολιτική σε συνδυασμό βέβαια με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Τουρκία απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι δυνατόν να λυθούν οι φερόμενες ως Ελληνοτουρκικές διαφορές.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Σ’ ό,τι αφορά τα σχόλια του κυρίου Σημίτη, δεν έχω να πω τίποτα. Θεωρώ, ότι είναι ανάξια σχολιασμού και είναι ανεύθυνο να λέγονται τέτοια πράγματα από ένα Πρωθυπουργό. Θεωρώ ότι είναι υποτιμητικό και για τον ίδιο και για την κυβέρνησή του. Τελικά, όμως, είναι και προσβολή στους πολίτες να επιχειρεί να αντλήσει υποτιθέμενα εκλογικά οφέλη, κάνοντας αυτού του είδους την κινδυνολογία. Είναι ανεπίτρεπτο. Σε ό,τι φορά την ουσία. Εμείς τις θέσεις της χώρας τις προβάλλουμε πάντα στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Και στα περισσότερα θέματα πρέπει να σας πω, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα έχει στηρίξει τις εθνικές θέσεις. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Βεβαίως με την προσπάθεια, βεβαίως με τον αγώνα που κάνουμε. Πρέπει να πω ότι η ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτική μας οικογένεια είναι, σε γενικές γραμμές, πολύ εντάξει απέναντί μας, στις τοποθετήσεις που παίρνει σε θέματα που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Τη βήμα - βήμα προσέγγιση δεν την βλέπω να την εφαρμόζει ούτε η Κυβέρνηση. Την εξήγγειλε κάποτε και την ξέχασε στο δρόμο. Άρα στην ουσία δεν υπάρχει βήμα – βήμα προσέγγιση. Το ζήτημα που τίθεται είναι, θέλουμε την εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία; Ναι, την θέλουμε. Στηρίζουμε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας; Ναι, υπό τον όρο βέβαια, ότι το θέλει και πραγματικά η ίδια η Τουρκία. Τώρα, ένα κρίσιμο ερώτημα που τίθεται και πρέπει να σας το αναφέρω είναι αν η Τουρκία έχει ανταποκριθεί μέχρι στιγμής στις κινήσεις καλής θελήσεως της Ελλάδας. Η πραγματικότητα - και πρέπει να την βλέπουμε κατάματα - είναι πως όχι. Βεβαίως υπάρχει μια βελτίωση κλίματος και δεν είναι κακό αυτό. Αλλά περιμένουμε να δούμε την πραγματική της ανταπόκριση. Αυτή είναι η αλήθεια. Γι’ αυτό λέω, πρέπει να στείλουμε ένα μήνυμα φιλίας, καλής γειτονίας, συνεργασίας, στήριξης του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της, αλλά και ταυτόχρονα σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. Αυτό νομίζω, ότι είναι η σωστή πολιτική. Με ρωτήσατε, αν υπάρχει συμφωνία ή διαφωνία. Είναι σημαντικό, ότι και από την αλλαγή πολιτικής του ΠΑΣΟΚ και από τις διεθνείς συγκυρίες, έχει εξασφαλιστεί ότι η εξωτερική πολιτική δεν είναι πλέον πεδίο μεγάλων διαφορών. Αυτή είναι η αλήθεια και αυτό είναι καλό για τον τόπο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει, ότι δεν πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση για τα εθνικά μας θέματα. Ολοι μας. Εμείς, άλλωστε γνωρίζετε και είχα την ευκαιρία να το πω και χθες, πιστεύουμε και στη θεσμική κατοχύρωση της εθνικής μας στρατηγικής.
ΙΩ. ΤΣΩΧΟΣ («ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ›): Κύριε Πρόεδρε, αφού πρώτα σας ευχηθώ, Χρόνια Πολλά για τα σημερινά σας γενέθλια, προχωρώ στην ερώτηση. Είπατε χθες, ότι ζητούμενο είναι μία νέα πολιτική, με νέους ανθρώπους, νέα οράματα, νέες αξίες. Υπάρχει μία συλλογιστική που έχει εκφραστεί από κάποια στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, αναφέρω ενδεικτικά τον κ. Βουλγαράκη, ότι πρέπει να υπάρξει μία ανανέωση σε πρόσωπα, με «αποστρατεία› της παλαιάς φρουράς, κάποιων βαρόνων του Κόμματος. Θα ήθελα τις σκέψεις σας πάνω σ’ αυτό το θέμα μια και πλησιάζουν εκλογές και κατάρτιση ψηφοδελτίων.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κατ’ αρχάς, να σας ευχαριστήσω για τις ευχές και που θυμηθήκατε, ή πληροφορηθήκατε εν πάση περιπτώσει, τη σημερινή μέρα. Θα σας πω το εξής: Κατ’ αρχήν, εγώ διαφωνώ απόλυτα μ’ αυτές τις ορολογίες. Και ότι θεωρώ πως κάνουμε καθημερινά πράξη την ανανέωση στη Νέα Δημοκρατία. Δείτε την Κοινοβουλευτική μας Ομάδα. Δείτε τους ανθρώπους που προσελκύουν και φέρνουν κοντά μας οι δραστηριότητές μας. Επιτρέψτε μου να πω, ότι σε μεγάλο βαθμό η ανανέωση μπορεί να απεικονίζεται και στον ομιλούντα. Αλλά η ανανέωση δεν παραπέμπει αποκλειστικά στο ηλικιακό κριτήριο. Σημαίνει πριν απ’ όλα ποιότητα. Λοιπόν, ναι στην ανανέωση, αλλά χρειαζόμαστε και την πείρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θεωρώ ότι είναι προσβλητικό και ηθικά δημιουργεί ερωτηματικά να θεωρείται ότι συλλήβδην αντιμετωπίζουμε ως παρίες ανθρώπους, που και ήθος έχουν και προσφορά μεγάλη, όχι μόνο στην παράταξη, αλλά και στα εθνικά μας πράγματα. Κατά συνέπεια, τέτοιου είδους αφορισμοί δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Όλους τους έχει ανάγκη η Νέα Δημοκρατία. Το μέλημά μας είναι να φέρουμε ακόμα περισσότερους κοντά μας και όχι να κάνουμε αποκλεισμούς.
Λ. ΚΛΕΙΤΟΥ («ΒΡΑΔΥΝΗ›): Κύριε Πρόεδρε, έχετε κατ’ επανάληψη καταγγείλει την κυβερνητική πρακτική των αποκλεισμών και των διώξεων. Όταν γίνετε, εάν γίνετε, Κυβέρνηση και εσείς Πρωθυπουργός, τι μέτρα σκοπεύετε να λάβετε για να αποκαταστήσετε όλους εκείνους που υπέστησαν αυτού του είδους τις διώξεις; Και το κυριότερο πώς θα μπορέσετε να αλλάξετε την ψυχολογία των οπαδών της παράταξής σας που είτε χάνετε, είτε κερδίζετε, πολλές φορές αισθάνονται παρίες; Ευχαριστώ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Επειδή ξεκινήσατε με ένα ‘’αν’’, πρέπει να σας πω, ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Εγώ, γι’ αυτό τουλάχιστον, είμαι βέβαιος. Στο δεύτερο σκέλος, εμείς αντιδρούμε και ασκούμε σκληρή κριτική στην κυβέρνηση, γιατί πράγματι πολύ συχνά καταφεύγει σε αποκλεισμούς και διακρίσεις. Υπάρχει, λοιπόν, ένα ζήτημα εδώ. Εμείς που ασκούμε κριτική και αντιδρούμε σ’ αυτό, θα έρθουμε να το αντιγράψουμε; Υπάρχει και ζήτημα πολιτικό και ζήτημα ηθικό και ζήτημα σοβαρότητας και αξιοπιστίας. Επ’ ουδενί. Το κριτήριο μας είναι η ικανότητα, η υπευθυνότητα και η εντιμότητα. Θα κάνω τον εξής διαχωρισμό. Όπου υπάρχουν περιπτώσεις παραβίασης της νομοθεσίας θα εφαρμοστεί η νομιμότητα. Αλλά ‘’διωγμούς’’ η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αποκλείεται να κάνει. Όταν λέω, ότι θα είμαστε κυβέρνηση όλων των Ελλήνων, το εννοώ. Όταν λέω, ότι θα συνεργαστούμε με τους πολίτες ή τους εκπροσώπους των φορέων ή τους ανθρώπους της Αυτοδιοίκησης, όποιος και αν τους στήριξε στις εκλογές ή ότι και αν έχουν ψηφίσει, το εννοώ. Κυρία Κλήτου, όταν μιλώ για υψηλούς στόχους, όταν μιλώ για μια Ελλάδα που μπορεί να τρέξει με άλλους ρυθμούς, να δώσει πολλές ευκαιρίες στους πολίτες, χρειάζεται συλλογική προσπάθεια. Και η συλλογική προσπάθεια σημαίνει ότι θα ξεπεράσουμε τα υπολείμματα, τα ‘’πέτρινα χρόνια’’, τις διακρίσεις και τους διαχωρισμούς, ή έστω τις καχυποψίες άλλων εποχών. Μπορεί να έχουμε διαφωνίες στην πολιτική ζωή, μπορεί καμιά φορά να έχουμε και διαφορετικές προτεραιότητες, αλλά πιστεύω και το πιστεύω βαθιά, ότι σε κάποιες μεγάλες επιλογές μπορούμε να συμφωνήσουμε. Να τις επιδιώξουμε πολλοί άνθρωποι μαζί, έστω και αν δεν ψηφίζουμε το ίδιο κόμμα. Και αυτό θεωρώ ότι είναι κομβικό σημείο για τη φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας, για τη σοβαρότητα της αυριανής Κυβέρνησης, πάνω απ’ όλα για την απόδοσή της και την επίτευξη των στόχων της.
Χ. ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ («ΧΩΡΑ›): Κύριε Πρόεδρε, έχετε τονίσει και διορθώστε με αν κάνω λάθος, ότι η πάταξη της διαφθοράς και της αδιαφάνειας είναι το πρώτο σας μέλημα μόλις αναλάβετε τη διακυβέρνηση. Ωστόσο οι πολιτικοί σας αντίπαλοι υποστηρίζουν, ότι έχετε σηκώσει πολύ ψηλά τον πήχη και πως δεν θα μπορέσετε τελικά να υπερπηδήσετε το συγκεκριμένο θέμα. Τι τους απαντάτε εσείς, πώς θα το κάνετε τελικά αυτό πράξη; Ευχαριστώ.
Κ.ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Επιτρέψτε μου να πω, ότι η απάντηση είναι γρήγορη και απλή. Εφαρμόζοντας το νόμο. Στον τόπο μας δυστυχώς έχει καλλιεργηθεί από κάποιους κύκλους μια νοοτροπία, ότι ο νόμος ελαστικός είναι και ανάλογα με τις δυνατότητες πρόσβασης στην εξουσία μπορεί να γίνεται και ελαστικότερος. Δεσμεύομαι, λοιπόν, για την τήρηση του νόμου. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Θα τολμούσα να σας πω, ότι αυτό από μόνο του είναι ένα πολύ μεγάλο βήμα προς τα μπρος.
Ν. ΡΟΥΜΠΟΣ («ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ›): Κύριε Πρόεδρε, πριν λίγες μέρες κατηγορήσατε το ΠΑΣΟΚ, ότι σας έκλεψε το σύνθημα: «Ανάπτυξη παντού - Ευημερία για όλους›, μέχρι και στο λιμάνι είχατε πίσω σας αυτό το σύνθημα. Τώρα κοιτάζω το φόντο πίσω σας δεν έχει κανένα σύνθημα, βλέπω αρκετό γαλάζιο, βλέπω σύννεφα εκεί πέρα, ουρανό. Είστε προς αναζήτηση νέου συνθήματος, θα είναι αυτό που θα βλέπουμε συνέχεια από πίσω σας, τι γίνεται;
Κ.ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Δεν κατηγόρησα την κυβέρνηση. Απλώς, με την επισήμανση αυτή αναδεικνύουμε την ένδεια, τη φτώχεια επιχειρημάτων και μηνυμάτων που έχει. Γιατί πράγματι είναι περίεργο ή αν θέλετε κωμικό να εμφανίζεται μια κυβέρνηση που υποτίθεται ότι παίρνει μάλιστα πρωτοβουλίες τον τελευταίο καιρό να αντιγράφει ή να υιοθετεί ακόμα και φραστικές διατυπώσεις που προσπαθούν να συμπυκνώσουν ένα μήνυμα που έχει παρουσιάσει το Κόμμα το οποίο μέμφεται η κυβέρνηση με πάρα πολλούς τρόπους και με ιδιαίτερη οξύτητα πριν από λίγο καιρό. Αυτή είναι η ουσία του θέματος. Και νομίζω, ότι είναι επιτυχής η αναφορά αυτή. Αν μη τι άλλο θα μπορούσαν να βρουν άλλα συνθήματα.
Γ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ («ΑΠΟΦΑΣΗ›): Κύριε Πρόεδρε, από την πρώτη στιγμή που είχατε εκλεγεί Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας στο Συνέδριο του 1997, θυμάμαι ακριβώς την ομιλία σας, είχατε πει ότι θα κόψετε τον ομφάλιο λώρο ανάμεσα στην πολιτική και τα οργανωμένα συμφέροντα. Χθες επανήλθατε στο θέμα αυτό και όχι μόνο χθες, γενικότερα στις ομιλίες σας αναφέρεστε σε ένα σχέδιο δράσης κατά της διαφθοράς. Έχετε μιλήσει -όλα αυτά τα οποία θα πω είναι μέσα σε εισαγωγικά, το έχετε πει εσείς- για διαπλεκόμενους επιχειρηματίες, για οργανωμένα συμφέροντα, για εθνικούς προμηθευτές, για επιχειρηματικά μονοπώλια, για κλειστά επιχειρηματικά ολιγοπώλια και για μεγαλοεργολάβους κατασκευαστές. Θα ήθελα να σας ρωτήσω το εξής: Γιατί δεν προσωποποιείτε τις καταγγελίες; Αυτό είναι νομίζω ένα ερώτημα το οποίο το έχουν οι περισσότεροι οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας, οι περισσότεροι πολίτες σήμερα στην κοινωνία. Εάν προσωποποιήσετε αυτές τις καταγγελίες, πείτε μας πότε θα το κάνετε, πριν ή μετά τις εκλογές για να ξέρουμε αν έχετε συμβιβαστεί ή όχι μ’ αυτά τα συμφέροντα; Ευχαριστώ πολύ.
Κ.ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Να ξεκινήσω από μία πρώτη διατύπωση, λέγοντας, ότι αυτή την ερώτηση την ακούω κάθε φορά στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Καλό είναι να επαναλαμβάνεται για να εμπεδώνεται η απάντηση. Βεβαίως ερώτηση κάνετε και την σέβομαι απόλυτα. Αλλά θεωρώ, ότι είναι λάθος βάση να εκτιμάτε ότι εάν πούμε ή δεν πούμε ονόματα, θα είναι προϊόν συμβιβασμού. Εξηγούμαι. Εγώ έχω πληρώσει πολύ ακριβά τις επιλογές που έχω κάνει σ’ αυτό το επίπεδο και το γνωρίζετε. Κατά συνέπεια, όχι απλώς δεν έχω συμβιβαστεί, δεν έχω και κανέναν λόγο συμβιβασμού. Όμως θέλω να στείλω ένα μήνυμα: Το βασικό μήνυμα είναι, ότι δεν κυνηγάω μάγισσες, δεν έχω προσωπικές βεντέτες με κανέναν. Εμένα και τη Νέα Δημοκρατία εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να ισχύει ο νόμος, να γίνεται σεβαστό το πλαίσιο. Κανένας, μα κανένας, απ’ όπου και αν προέρχεται, να μην μπορεί να το παραβιάσει ασκώντας αθέμιτες ή και άνομες επιρροές, είτε από την εγγύτητά του στην πολιτική εξουσία, είτε επειδή έχει στην κατοχή του Μέσα Ενημέρωσης κλπ. Αυτό είναι το μήνυμα. Και σ’ αυτό το μήνυμα όχι απλώς είμαι ασυμβίβαστος, αλλά είμαι και πολύ σκληρός. Δεν υπηρετείται όμως αυτό το μήνυμα εάν αρχίσω να λέω ο τάδε, ή ο τάδε, ή ο τάδε. Γιατί τότε είναι μοιραίο να δημιουργηθεί η αίσθηση, ότι πρόκειται για προσωπική αντιπαλότητα. Δεν έχω αισθήματα αρνητικά, μίσους, ή προσωπικής αντιπαράθεσης με κανέναν. Εκείνο που θεωρώ ότι είναι σημαντικό για την Ελλάδα του αύριο, είναι να εξαλείψει αυτά τα φαινόμενα τα οποία έχουν πάρει πράγματι μορφή χιονοστιβάδας τα τελευταία χρόνια. Και αυτό φαίνεται από τις υπέρογκες δαπάνες του δημοσίου, από το πώς εκτοξεύονται τα κόστη στις συμβάσεις ή στα δημόσια έργα κλπ. Κατά συνέπεια το μήνυμα είναι: θα γίνει σεβαστό το πλαίσιο. Και αν κάποιος έχει παρανομήσει, αυτός να υποστεί τις συνέπειες του νόμου. Αλλά όχι, ότι η Νέα Δημοκρατία ή εγώ προσωπικά βρίσκομαι σε διένεξη με τον «Α› ή τον «Β›. Στο κάτω – κάτω της γραφής θα σας έλεγα, ότι αυτό για έναν μελλοντικό Πρωθυπουργό είναι και υποτιμητικό.
Π. ΚΟΥΡΤΖΙΔΗΣ («ΑΞΙΑ›): Κύριε Πρόεδρε, να σας ευχηθώ κι εγώ πολύχρονος, αν και με πρόλαβε ο Βορειοελλαδίτης συνάδελφος και επίσης να ξεπεράσετε την αμυγδαλίτιδα που σας ταλαιπώρησε, παρόλα αυτά ήσασταν συνεπής στα καθήκοντά σας.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Εσύ είσαι πολύ πληροφορημένος.
Π. ΚΟΥΡΤΖΙΔΗΣ: Θα ήθελα να προεκτείνω την ερώτηση του συναδέλφου και να σας ρωτήσω αν δεσμεύεστε να επανεξετάσετε, όχι μόνο αυτές που λέτε αμαρτωλές συμβάσεις για τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά και αμαρτωλές, ενδεχομένως, συμβάσεις που έχουν συνάψει με το δημόσιο ο εθνικός προμηθευτής, όπως εσείς λέτε, ο εθνικός εργολάβος, όπως εσείς χαρακτηρίζετε συγκεκριμένο οικονομικό παράγοντα και αν δεσμεύεστε ότι θα επανεξετάσετε τυχόν παρανομίες των διοικητών τραπεζών και των διοικητών των ΔΕΚΟ, ειδικά στην περίπτωση του χρηματιστηρίου.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Θεωρώ ότι έχω απαντήσει ήδη. Πολύ συνοπτικά σας λέω ότι, όπου έχει παραβιαστεί, θα εφαρμοστεί ο νόμος. Δεν το συζητώ αυτό. Αλλά, από την άλλη πλευρά, θέλω ξανά να πω ως πολιτικό μήνυμα, ότι η ενέργεια της Νέας Δημοκρατίας, είναι προσανατολισμένη προς το μέλλον. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα εφαρμοστεί ο νόμος, όπου έχουμε αποδείξεις, ή έστω πολύ ισχυρές ενδείξεις, ότι έχει παραβιαστεί. Βεβαίως θα εφαρμοστεί, αλλά θέλω να πω ότι δεν είναι η πρώτη προτεραιότητα της Νέας Δημοκρατίας να ασχοληθεί μόνο με το παρελθόν. Η πρώτη προτεραιότητα είναι να εξασφαλίσουμε την τήρηση του νόμου. Να εξαφανίσουμε τα φαινόμενα της διαφθοράς και να πάμε εμπρός. Όχι να μας πάρει 2 ή 3 ή 5 χρόνια σε ατέλειωτες διενέξεις για πράγματα τα οποία έγιναν 5 ή 10 χρόνια πίσω. Άρα θα τηρηθεί ο νόμος, αλλά το κύριο βάρος είναι στην εφαρμογή του προγράμματός μας.
Ν. ΣΤΕΦΟΣ («ΕΣΠΡΕΣΟ›): Κύριε Πρόεδρε, θέλω να σας ρωτήσω το εξής. Βλέπω εδώ, δίπλα σας, έχετε αρκετά ηγετικά στελέχη του Κόμματος, τον κ. Σουφλιά, τον κ. Σιούφα, τον κ. Παυλόπουλο, τον κ. Μεϊμαράκη. Θέλω να σας ρωτήσω, υπάρχουν όμως και στελέχη τα οποία δεν βρίσκονται στη Νέα Δημοκρατία. Βέβαια η ερώτηση αυτή έχει γίνει και στο παρελθόν, αλλά τώρα λίγους μήνες πριν τις εκλογές, νομίζω ότι αποκτάει μια ιδιαίτερη αξία. Θα ήθελα να σας ρωτήσω, στελέχη όπως ο κ. Μάνος θα επιστρέψουν; Θα παραμείνει στη Νέα Δημοκρατία ο κ. Μάνος, δηλαδή θα είναι στο ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας; Ο κ. Σαμαράς θα επιστρέψει στη Νέα Δημοκρατία, πριν ή μετά τις εκλογές; Ο κ. Αβραμόπουλος θα επανέλθει στη Νέα Δημοκρατία; Και αν επανέλθει, προκειμένου να επανέλθει, θα δούμε πιθανόν ένα σκηνικό τύπου Διονύσου; Ευχαριστώ πολύ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Κύριε Στέφο, όπως και εσείς είπατε, αυτή η ερώτηση επαναλαμβάνεται κάθε φορά που έχουμε συνέντευξη και βεβαίως και η απάντηση θα είναι αυτή που έχετε κάθε φορά που έχουμε συνέντευξη. Δεν θα μπω σε ονοματολογία. Έτσι κι αλλιώς δεν έχω τίποτα νεώτερο, δεν έχει αλλάξει τίποτα από αυτά που σας έχω πει τις τελευταίες φορές.
Τ. ΜΟΥΣΑΣ («ΠΑΡΟΝ›): Κύριε Πρόεδρε, παρά το γεγονός ότι έχετε γενέθλια σήμερα, το ΠΑΡΟΝ ως εφημερίδα που τα λέει έξω από τα δόντια, δεν μπορεί να είναι γλυκό μαζί σας. Σας ερωτώ, υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι εμφανίζονται ως υποψήφιοι της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι δεν έχουν πάρει το χρίσμα επίσημα από το Κόμμα. Τους έχετε χρίσει εσείς ή έχουν αυτοχρισθεί;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Για την υπόθεση της διαμόρφωσης των ψηφοδελτίων, γίνεται εδώ και πολύ καιρό προεργασία. Και βεβαίως στο αμέσως επόμενο διάστημα θα ξεκινήσουν και οι διαδικασίες. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Θα το δείτε να γίνεται αυτό και μάλιστα με έντονους, με εργώδεις ρυθμούς. Από κει και πέρα, τα άλλα είναι συμπεριφορές που καμιά φορά έχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, στις περισσότερες περιπτώσεις. Εκείνο που θέλω πάντως να επισημάνω - και παίρνω ευκαιρία την ερώτησή σας - επειδή βλέπω σε κάποιες περιπτώσεις φαινόμενα ανταγωνισμού, που ξεφεύγουν από τα όρια, είναι ότι αυτό θα είναι ένα από τα κριτήρια της αξιολόγησης.
Α. ΚΑΤΣΕΝΟΣ («ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ›): Κύριε Πρόεδρε, οι εκλογές του 2000 άφησαν πίσω τους αρκετές αμφισβητήσεις ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα. Σήμερα η Νέα Δημοκρατία θεωρείται ότι έχει τους αναγκαίους μηχανισμούς εκείνους ελέγχου των εκλογικών καταλόγων για τη διασφάλιση του εκλογικού αποτελέσματος; Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Το ζήτημα αυτό το παρακολουθούμε πάρα πολύ στενά και από πολύ κοντά. Είμαι βέβαιος ότι μπορούμε να εγγυηθούμε τη γνησιότητα του εκλογικού αποτελέσματος, ναι.
Ε. ΣΠΥΡΙΔΩΝΙΔΗΣ («ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ›): Κύριε Πρόεδρε, εσείς μιλάτε για επανίδρυση του κράτους και ο κ. Σημίτης επαγγέλλεται τον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος. Θα ήθελα να σας ρωτήσω πόσο βοηθούν και αν συνάδουν με αυτές τις εξαγγελίες η απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών, τα φαινόμενα διαπλοκής στην πολιτική, η αδιαφάνεια στα οικονομικά των κομμάτων. Σας ευχαριστώ.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Επειδή κάνατε μια αναφορά, περίπου ότι έχουμε το ίδιο σημείο εκκίνησης. Εμείς επαγγελλόμαστε πράγματι την επανίδρυση του κράτους, γιατί θεωρούμε ότι αυτό είναι αίτημα κατ’ αρχήν των πολιτών, αλλά και βασική προϋπόθεση για την Ελλάδα του αύριο. Το να έρχεται ο κ. Σημίτης, μετά από 8 χρόνια στην πρωθυπουργία και 20 χρόνια στην εξουσία, να επαγγέλλεται κινήσεις δήθεν για τον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος, πέραν του ότι είναι φανερό τι σκοπούς εξυπηρετεί, παρέχει και ένα πολύ βασικό στοιχείο αναξιοπιστίας. Από εκεί και πέρα, επειδή αναφέρατε κάποιες συγκεκριμένες καταστάσεις που μπορεί να παρουσιάζονται, πρέπει να σας πω, ότι κακό κάνουν όλα αυτά, γι’ αυτούς όμως οι οποίοι τα προωθούν. Είπατε, για παράδειγμα, η αδιαφάνεια στα οικονομικά των κομμάτων. Εμείς δεν έχουμε καμία αδιαφάνεια σε αυτά, όλα είναι δημοσιευμένα. Να σας δώσω ένα τελευταίο παράδειγμα, που έγινε και συζήτηση, για την περίφημη υπόθεση των κωδικών. Εμείς είπαμε, από την πρώτη ώρα, να γίνει νομοθετική ρύθμιση. Να βγουν όλα στο φως. Και όχι μόνο των βουλευτών, αλλά κατά μείζονα λόγο, να πω και αυτή τη λέξη, εκείνων που έχουν άμεση πρόσβαση και στη λήψη αποφάσεων, αλλά και στη διαχείριση πόρων. Ο κ. Σημίτης το αρνήθηκε αυτό. Αν αρνείσαι τέτοιες, κατά την άποψή μου, στοιχειώδεις υποχρεώσεις για να αποκαθίσταται η σοβαρότητα και η αξιοπιστία των προσώπων του δημοσίου βίου στους πολίτες, πώς μπορείς να μιλάς για εξυγίανση του δημόσιου βίου;
Δ. ΤΡΙΚΑΣ («ΗΜΕΡΗΣΙΑ›): Κύριε Πρόεδρε, ομολογώ ότι μία απάντησή σας ήταν έκπληξη για μένα, δεν την περίμενα, γι’ αυτό και δεν έχω μαζί το κείμενο μιας ομιλίας που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει την ερώτηση, αλλά φαντάζομαι ότι θα το θυμάστε. Είπατε για τον εκλογικό νόμο και επιστρέφω σε αυτό το θέμα, ότι κατά τη γνώμη σας λειτουργεί καλά. Θυμάμαι στην ομιλία που είχατε κάνει τον Ιανουάριο του 2000, στο Συνέδριο Θέσεων και Αρχών της Νέας Δημοκρατίας, είχατε περιγράψει την ανάγκη, με συγκεκριμένες μάλιστα παραγράφους, των αλλαγών που πρέπει να γίνουν στον εκλογικό νόμο και στη διοικητική διαίρεση της χώρας, ώστε να μπορέσει να εκσυγχρονιστεί αυτός ο τόπος και θεσμικά. Τι άλλαξε την άποψή σας στο διάστημα αυτό;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Δεν άλλαξε τίποτα. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Εγώ πιστεύω πράγματι ότι αυτό το εκλογικό σύστημα έχει λειτουργήσει καλά. Από εκεί και πέρα πράγματι υπάρχουν σκέψεις. Έχουμε εκφράσει και εμείς, και εγώ ο ίδιος, προτάσεις για σημαντικές βελτιώσεις. Αλλά θεωρώ ότι είναι τελείως ανεπίκαιρο αυτή η συζήτηση να προκύπτει λίγους μήνες πριν από τις εκλογές. Να σας κάνω και ένα καταληκτικό σχόλιο εδώ. Πριν από 2,5 μήνες περίπου, χωρίς κραυγές, χωρίς κομματικό πατριωτισμό όπως συνηθίζεται να λέγεται, είπα ότι πρέπει να πάμε σε εκλογές, δεν μπορώ να τις επιβάλλω, αλλά το καλό για τον τόπο είναι να γίνουν εκλογές. Έρχεται λίγες μέρες μετά ο κ. Σημίτης και λέει, ότι από εδώ κι εμπρός ό,τι κάνουμε, μα ό,τι κάνουμε - το είπε στους Υπουργούς του - θα το κάνουμε για να βελτιώσουμε την εκλογική τύχη του Κόμματός μας. Και αμέσως μετά προκύπτουν οι δήθεν πρωτοβουλίες για τον εκλογικό νόμο. Λίγο μετά προκύπτουν οι αποσπασματικές δέσμες, τα πακέτα των παροχών των μικροπαροχών κλπ. Θεωρώ ότι όλα αυτά, όχι απλώς επιβεβαιώνουν, αλλά δικαιώνουν αυτό που είπα, ότι ο χρόνος από τώρα μέχρι τις εκλογές, τρέχει σε βάρος του τόπου. Γιατί είμαι βέβαιος ότι καταλαβαίνουν όλοι, ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του σημερινού κυβερνητικού κόμματος, ότι αυτή η κυβέρνηση, ούτε θέλει, ούτε μπορεί πια να πάρει αποφάσεις που έχουν σχέση με το καλό του τόπου. Το μόνο που την απασχολεί, καθ’ ομολογία του ίδιου του Πρωθυπουργού, είναι η εκλογική της τύχη.
Α. ΔΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ («ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ - ΜΗΤΣΗΣ›): Κύριε Πρόεδρε, αναφέρατε χτες ότι προετοιμάζετε γνήσιες αποκρατικοποιήσεις. Ποιες θα είναι οι πρώτες δύο γνήσιες αποκρατικοποιήσεις που θα κάνετε και πώς θα αντιμετωπίσετε τις αντιδράσεις από τους συνδικαλιστικούς φορείς, ακόμα και της παράταξής σας. Στο δίλημμα εργασιακή ειρήνη ή εφαρμογή του προγράμματος, τι θα προτιμήσετε;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Το κρίσιμο ερώτημα εδώ, είναι όταν λέμε αποκρατικοποιήσεις τι εννοούμε. Αυτό είναι η ουσία του θέματος. Διότι εμφανίζεται η κυβέρνηση να μιλάει για αποκρατικοποιήσεις. Και ποιες είναι οι αποκρατικοποιήσεις που έκανε; Με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην ουσία το μόνο που έκανε είναι να πουλάει τμήματα μεγάλων επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα με μοναδικό κριτήριο το εισπραχτικό όφελος. Αυτό δεν είναι αποκρατικοποίηση, δεν αλλάζει τους όρους λειτουργίας της οικονομίας, δεν αυξάνει τον ανταγωνισμό, δεν δίνει κίνητρα καλύτερης απόδοσης για την ίδια την επιχείρηση, δεν μεταβάλλει, συχνότατα, το μονοπωλιακό ή ολιγοπωλιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η συγκεκριμένη επιχείρηση. Για εμάς η μείζων προτεραιότητα που μας διαφοροποιεί και από την πρακτική της κυβέρνησης, είναι οι αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες θα μεταφέρουν το management. Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης, αυτό σημαίνει αποκρατικοποίηση. Αλλαγή των όρων λειτουργίας. Μου λέτε, να ονοματίσω τις δύο πρώτες. Δεν θα το κάνω σήμερα. Έχουμε μια σειρά. Το ποια ακριβώς θα είναι πρώτη και ποια δεύτερη, είναι αντικείμενο μελέτης, η οποία θα έχει και μεγάλη σχέση με το ποιες ακριβώς συνθήκες θα επικρατούν την επομένη των εκλογών, ποια είναι η ακριβής οικονομική κατάσταση, τι θα προκύψει από την απογραφή κλπ. Όμως θέλω να εμπεδωθεί η μεγάλη μας διαφορά. Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Εγώ δεν πιστεύω ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν καταλάβει, στη μεγάλη τους τουλάχιστον πλειοψηφία, ποιο είναι το καλό τους. Πιστεύω ότι, σας δίνω ένα πολύ απλό παράδειγμα, ότι οι εργαζόμενοι στην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ έχουν κατανοήσει πολύ καλά ότι ήταν σωστή η δική μας θέση, όταν εδώ και χρόνια λέγαμε ότι έπρεπε να γίνει αποκρατικοποίηση. Θέλω να ξέρετε και κάτι ακόμα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα διαλόγου. Πιστεύω ότι η αλαζονεία και η αποφυγή του διαλόγου, είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανασφάλειας. Ίσως να θυμάστε ότι, ήδη από το 1998, πήγα προσωπικά στα γραφεία της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ και συζήτησα, επί πολλές ώρες, με τους εργαζόμενους. Δεν λέω ότι ταυτίστηκαν με τις απόψεις μας. Είδα, όμως, ότι υπάρχει περιθώριο συνεννόησης. Κατάλαβαν τι εννοούσαμε, εμείς σεβαστήκαμε τις κάποιες φοβίες ή ανησυχίες τους. Υπάρχει περιθώριο διαλόγου. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι υπάρχει κανένας εργαζόμενος ο οποίος να πυροβολεί τα ίδια του τα πόδια, ειδικά όταν βλέπει ότι η σημερινή κατάσταση δεν είναι βιώσιμη και οδηγεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, με μαθηματική ακρίβεια, στην ίδια τη διακινδύνευση της θέσης απασχόλησης που έχει. Θεωρώ ότι όλοι οι πολίτες και όλοι οι εργαζόμενοι, βεβαίως με τη σωστή πληροφόρηση, τη συνεννόηση, μπορούν να στηρίξουν, να δεχτούν μια πολιτική, η οποία είναι καλύτερη για όλους. Και για τους εργαζόμενους.
Α. ΓΙΟΥΡΜΕΤΑΚΗΣ («TRT›): Κύριε Πρόεδρε, θέλω να σας ρωτήσω το εξής: δίπλα σας αυτή τη στιγμή υπάρχουν πέντε βασικοί συνεργάτες σας στο πάνελ, αριστερά και δεξιά πίσω από τις θέσεις των δημοσιογράφων υπάρχουν πολλά από τα λεγόμενα πρωτοκλασάτα στελέχη του Κόμματος, οι λεγόμενοι «Βαρώνοι› και μια σειρά βουλευτών γύρω – γύρω. Φαντάζομαι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι μόλις κερδίσετε τις εκλογές, θα θελήσουν να συνεισφέρουν στην υλοποίηση των οραμάτων που εξαγγείλατε χτες. Μερικοί μάλιστα περιμένουν πάρα πολύ καιρό για να το κάνουν. Θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν έχετε προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά της νέας κυβέρνησης. Αν θα είναι ολιγομελές το νέο κυβερνητικό σχήμα, εάν έχουν προτεραιότητα οι «Βαρώνοι› στην κατάληψη των κυβερνητικών θέσεων και εάν στις σκέψεις που κάνετε σκέφτεστε καμιά φορά ότι τα δύσκολα μπορεί ν’ αρχίζουν μετά τη νίκη στις εκλογές.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Θέσεις συμβολής και συνεισφοράς υπάρχουν για όλους που θέλουν να βοηθήσουν. Ως προς τον σχηματισμό της κυβέρνησης, αφήστε να κάνω κάτι κι εγώ. Θεωρώ ότι όλοι μπορούν να προσφέρουν. Με αυτή την έννοια όχι μόνο το σημερινό στελεχιακό της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και πολλοί άλλοι άνθρωποι που θέλουμε να φέρουμε κοντά μας, μπορούν να προσφέρουν.
Α. ΓΚΑΝΤΙΡΗΣ («ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΗΜΑΘΙΑ› και «ΡΑΔΙΟ ΝΑΟΥΣΑ›): Κύριε Πρόεδρε, θα υποβάλλω την ίδια ερώτηση, που αν μας έδινε την ευκαιρία ο Πρωθυπουργός την περασμένη Κυριακή θα την έκανα και σε αυτόν. Αλλά δυστυχώς ο Υπουργός του Κολωνακίου δεν έδωσε αυτή την ευκαιρία, στα περιφερειακά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Κύριε Πρόεδρε, πριν από λίγες μέρες η Τοπική Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης κλπ., διοργάνωσε ένα ταξίδι στον οδικό άξονα 10. Περνώντας από τα Σκόπια διαπιστώσαμε ότι αυτή η ιστορία με το όνομα, πρέπει να έχει κλείσει, γιατί η Αστυνομία των Σκοπίων έχει πολυτελέστατα τζιπ και αμερικάνικα αυτοκίνητα, σε όποιες χώρες κι αν πήγαμε λέγαμε ότι είμαστε από τη Μακεδονία δημοσιογράφοι και όλοι νόμιζαν ότι είμαστε από τα Σκόπια. Αυτό είναι ένα θέμα και διαπιστώνουμε ότι τελικά οι Έλληνες ξεχνούν εύκολα και δεν ξεχνούν μόνο κ. Πρόεδρε. Οι Έλληνες έχουμε κι ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα: το πρόβλημα της υπογεννητικότητας. Θέλω γι’ αυτά τα δύο θέματα να μου απαντήσετε.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Για το πρώτο δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι χειρισμοί και οι εξελίξεις των τελευταίων ετών δεν έχουν βοηθήσει, έχουν πάει στην αρνητική κατεύθυνση. Πάντως εγώ εκείνο που θα σας πω είναι ότι για μας δεν έχει κλείσει αυτό το θέμα. Επιμένουμε σε αυτό. Εάν αισθάνεται η κυβέρνηση ότι κάτι έχει αλλάξει, οφείλει να το πει. Και μάλιστα να συγκαλέσει Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως δεσμεύεται, αφού η στάση της Ελλάδας, η επίσημη τουλάχιστον, είχε συναποφασιστεί το 1993, υπό τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στο δεύτερο –και ζητώ συγγνώμη από τον συνάδελφό σας που προηγουμένως έθεσε το ζήτημα της υπογεννητικότητας, το δημογραφικό δηλαδή, να πω το εξής: για μας -και χθες είχα την ευκαιρία να το διατυπώσω- η οικογένεια και κατ’ επέκταση το δημογραφικό, είναι ζήτημα πρώτης προτεραιότητας. Όμως αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει μια πολιτική η οποία θα στηρίζει την πολύτεκνη οικογένεια. Μια πολιτική που θα εμπεδώνει αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες. Μια στεγαστική πολιτική με αποτέλεσμα. Μια πολιτική παιδείας, και βεβαίως, μια πολιτική η οποία, σε τελική ανάλυση, θα βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο όλων. Δεν μπορούμε δηλαδή να μιλάμε για δημογραφικό πρόβλημα ή για υπογεννητικότητα και να αφήνουμε τους πολίτες και κυρίως τους νέους ανθρώπους, εκτεθειμένους στην αβεβαιότητα της ανεργίας, της φτώχειας, της μη ανεύρεσης ευκαιριών.
Ν. ΞΑΝΑΛΑΤΟΣ(«ΠΑΤΡΑ TV›): Κύριε Πρόεδρε, κατ’ επανάληψη εσείς και τα στελέχη σας έχετε δηλώσει πως η Αχαϊα δεν θα έπρεπε να έχει αυτή την αντιμετώπιση από τη σημερινή κυβέρνηση. Εάν και εφόσον γίνετε κυβέρνηση πως σκέφτεστε να την αντιμετωπίσετε;
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Με συγχωρείτε που θα αντιδράσω έτσι, δεν είναι έλλειψη σεβασμού ούτε στο πρόσωπό σας, ούτε κατά μείζονα λόγο στους πολίτες της Αχαϊας, αλλά αντιλαμβάνεστε ότι σε μια τέτοια συνέντευξη είναι πολύ δύσκολο να κάνω συγκεκριμένα σχόλια και παρουσίαση προγραμμάτων για κάθε νομό της χώρας. Είναι γνωστά τα προβλήματα της Αχαϊας, είναι γνωστό το τι έχει υποστεί. Εμείς πιστεύουμε ότι μπορεί να παίξει ένα πολύ διαφορετικό ρόλο, αλλά θα σας παρακαλέσω να περιμένετε τη διατύπωση των αναπτυξιακών μας προγραμμάτων για κάθε Περιφέρεια και για κάθε Νομό της χώρας. Και ειδικά για περιοχές, όπως είναι η Αχαϊα, που έχουν μείζονα σημασία, θα είμαι κι εγώ παρών στην παρουσίαση αυτή. Θα έχουμε εκεί την ευκαιρία να τα πούμε αναλυτικά.
Γ. ΚΟΛΑΤΟΣ («ΘΕΣΣΑΛΙΑ TV›): Κύριε Πρόεδρε, έχω ένα πιο εξειδικευμένο ερώτημα για τον αγροτικό τομέα. Χτες ξεκινήσατε την ομιλία σας λέγοντας ότι ο κόσμος αλλάζει και θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι το μικρότερο βαθμό δεκτικότητας στις αλλαγές αυτές έχει ο αγροτικός κόσμος. Στον Ιούνιο ψηφίστηκε η νέα ΚΑΠ και η κυβέρνηση διατύπωσε την άποψη ότι διασφαλίστηκαν οι πόροι μέχρι το 2013 για τα μεσογειακά προϊόντα. Συναντιέστε με τον Πρόεδρο της Κομισιόν τον κ. Πρόντι και εκφράζετε την ανησυχία σας. Τα ακούει αυτά ο κόσμος και δεν ξέρει τι να πιστέψει. Ακούει επίσης τις προτάσεις Φίσλερ που μιλούν για αποσύνδεση της παραγωγής. Λογικό αφού αγωνιά να αναρωτιέται αν είναι πραγματικά διασφαλισμένο το μέλλον των μεσογειακών προϊόντων και το μέλλον κατ’ επέκταση της υπαίθρου. Τέλος, ακούει τον Πρωθυπουργό να εξαγγέλλει μια δέσμη μέτρων για τον αγροτικό τομέα και την ύπαιθρο και ακούει εσάς αμέσως μετά να λέτε ότι είναι εμπόριο ελπίδας και αντιγραφή του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας. Τι από τα δυο είναι: εμπόριο ελπίδας ή αντιγραφή του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας; Γιατί αν είναι και τα δύο, τότε πολύ εύκολα κάποιος θα βγάλει το συμπέρασμα, ότι και το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας είναι εμπόριο ελπίδας. Ευχαριστώ. Κ.
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Όποιος το βγάλει αυτό το συμπέρασμα, ζει σε άλλη χώρα. Διότι θα έπρεπε να έχει εννοήσει ότι η Νέα Δημοκρατία, με συνέπεια και σοβαρότητα, παρουσιάζει αυτές τις προτάσεις εδώ και χρόνια. Και βεβαίως υπάρχει ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό, θα έλεγα και ηθικό, με την, έστω και αποσπασματική, αντιγραφή ορισμένων από αυτές τις ρυθμίσεις, που γίνεται μόνο προεκλογικά, αφού όλο τον προηγούμενο καιρό τις κατηγορούσε η Κυβέρνηση και τις καταδίκαζε. Η κυβέρνηση βαρύνεται διότι στην πρόσφατη αναθεώρηση της ΚΑΠ δεν επέβαλε τη συμπερίληψη, σε αυτό το πακέτο, των μεσογειακών προϊόντων που μας αφορούν άμεσα. Τα μεσογειακά προϊόντα αφορούν πάνω από το 73% των προϊόντων μας. Είναι το βαμβάκι, είναι ο καπνός, είναι το λάδι, είναι τα κηπευτικά, είναι το κρασί κλπ. Κατά συνέπεια σήμερα έχουμε ένα ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, διότι όπως ξέρετε λαμβάνουν χώρα οι διαπραγματεύσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Και αν παρακολουθήσατε νομίζω τις τελευταίες μέρες, ήδη οι προτάσεις και μάλιστα η επιμονή πολλών πλευρών είναι για ουσιαστική μείωση ή άρση των στηρίξεων των προϊόντων. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι χρειάζεται εγρήγορση και έντονη παρουσία για την υπεράσπιση των συμφερόντων των αγροτών μας και των προϊόντων μας. Σε κάθε περίπτωση όμως θέλω να καταλήξω στο εξής: εμείς έχουμε ένα διατυπωμένο, ξεκάθαρο αγροτικό πρόγραμμα. Το παρουσιάσαμε μάλιστα πριν από λίγους μήνες στη Λάρισα. Είναι μια ολοκληρωμένη πολιτική. Ένα μήνυμα θέλω να δώσω: Εμείς θα είμαστε δίπλα στον αγρότη, θα είμαστε σκληροί και πάντα παρόντες στις διαπραγματεύσεις. Αλλά έχει πολύ μεγάλη σημασία να καταλάβουμε όλοι ότι πρέπει να στραφούμε στην ποιότητα, στην τυποποίηση, στα προϊόντα με ονομασία προέλευσης. Δεν είναι μόνο χρέος του αγρότη, είναι πάνω από όλα χρέος της πολιτείας να καθοδηγήσει τους αγρότες και να δώσει το πλαίσιο και τα κίνητρα γι’ αυτό. Αλλά πρέπει να εννοήσουν και οι παραγωγοί μας ότι αυτό είναι το μέλλον για να γίνουμε ξανά ανταγωνιστικοί και να μπορούμε να μπούμε με αξιώσεις στις διεθνείς αγορές.
Δ. ΝΑΤΣΙΟΣ («ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΕΡΡΩΝ›): Κύριε Πρόεδρε, σας ακούσαμε προηγουμένως να λέτε ότι γίνεται μια σοβαρή προεργασία για την κατάρτιση των ψηφοδελτίων και ότι γίνεται μια σοβαρή δουλειά. Αυτό σημαίνει ότι επειδή διανύουμε προεκλογική περίοδο στη μάχη των εκλογών η Νέα Δημοκρατία θα παραταχθεί με τα πιο αξιόμαχα ψηφοδέλτια σε όλους τους νομούς της χώρας, ή θα δούμε και πάλι υποψηφίους οι οποίοι συμμετέχουν για να διευκολύνουν την εκλογή των ήδη υπαρχόντων Βουλευτών;
Κ.ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Αυτό δεν το θεωρώ ακριβώς ερώτηση. Είναι περισσότερο σχόλιο. Σεβαστό αλλά διαφωνώ. Πιστεύω ότι η Νέα Δημοκρατία κάνει την καλύτερη δυνατή προσπάθεια να έχει τους καλύτερους δυνατούς συνδυασμούς και αυτό έκανε και στις προηγούμενες εκλογές.
ΚΑΠΡΑΝΟΣ («ΚΑΝΑΛΙ 1›): Κύριε Πρόεδρε, στους νέους Έλληνες που είναι και το μέλλον της χώρας μπορεί να τους προσφέρονται κάρτες, δόσεις, αυτοκίνητα, επιδόματα, να προσφέρονται ευκαιρίες απασχόλησης αλλά δεν βλέπουν θέσεις εργασίας. Δεν έχουν δουλειά οι νέοι Έλληνες. Πώς εσείς ως κυβέρνηση εγγυάστε την αύξηση θέσεων εργασίας πολύ γρήγορα γιατί δεν μπορούν να περιμένουν άλλο τα παιδιά αυτά.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Νομίζω ότι όλο το πλέγμα της πολιτικής, τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας σας περιέγραψα χθες, εκεί κατατείνει. Σε μια κοινωνία, σε μια οικονομία που θα γεννάει ευκαιρίες, θα γεννάει πλούτο, θα προσφέρει προοπτική σε όλους τους ανθρώπους και κυρίως στους νέους. Αυτό δεν γίνεται με μαγικό ραβδί. Χρειάζεται συγκεκριμένες πολιτικές. Εμείς θεωρούμε ότι η μεγάλη επένδυση αυτής της χώρας είναι η νέα γενιά. Γι’ αυτό ρίχνουμε τόσο μεγάλο βάρος στην Παιδεία και τον Πολιτισμό. Χρειάζεται λοιπόν μία σειρά από πολιτικές που θα κατατείνουν εκεί. Όμως επιτρέψτε μου για να μην επαναλαμβάνω τον εαυτό μου να καταλήξω με το εξής συμπέρασμα: το βασικό είναι να πιστέψουμε όλοι ότι ήρθε η ώρα να δημιουργήσουμε ξανά. Θεωρώ ότι υπολειπόμαστε εκεί ως κοινωνία. Δεν λειτουργεί καλά το κράτος. Δεν υπάρχουν τα κίνητρα. Υπάρχει μια κυβέρνηση συμβιβασμένη με τη μετριότητα. Τα μηνύματα που παίρνουν όλοι οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι δεν είναι στην κατεύθυνση της αξιοσύνης, της έντιμης εργασίας. Ο εύκολος πλουτισμός, για παράδειγμα, δείχνει να επηρεάζει πολύ περισσότερο ως ελιξίριο, παρά η επίμονη προσπάθεια που οδηγεί μεσομακροπρόθεσμα σε σημαντικούς στόχους. Θεωρώ λοιπόν ότι μαζί με μια νέα οικονομική πολιτική, έχει πολύ μεγάλη σημασία - και με την πολιτική μας, αλλά και γενικότερα με τα υποδείγματα, με τα μηνύματα και τους συμβολισμούς που στέλνουμε - να ανορθώσουμε τον αξιακό κώδικα της κοινωνίας.
Θ.ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ: Να δώσουμε άλλη μία ερώτηση κ. Πρόεδρε στο «TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ› για να κλείσουμε με την Θεσσαλονίκη.
Δ. ΒΕΝΙΕΡΗΣ («TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ›): Κύριε Πρόεδρε, γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Στις αναμετρήσεις των τελευταίων 50 χρόνων υπήρχε πάντοτε έντονα το στοιχείο της προσωπικής αντιπαράθεσης μεταξύ των επικεφαλής των δύο παρατάξεων και όχι μόνο κομμάτων από την εποχή του Γεωργίου Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αργότερα την αναμέτρηση Ανδρέα Παπανδρέου με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον κ. Μητσοτάκη. Σήμερα είστε εσείς και ο κ. Σημίτης. Υπάρχει και σήμερα έντονα το στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης και το διαπιστώνουμε καθημερινά από το λόγο και τον δικό σας και του κ. Σημίτη. Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών ή και ετών ίσως δείχνουν μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο Κόμμα που εσείς είστε επικεφαλής και στο Κόμμα που ο κ. Σημίτης είναι επικεφαλής. Παρόλα αυτά η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πάντα μικρή και κάποιες φορές υπέρ εκείνου, κάποιες φορές είναι με το μέρος σας. Πώς το ερμηνεύετε πολιτικά; Αυτό νομίζω ότι είναι ένα σπάνιο στοιχείο πολιτικής για τη χώρα μας.
Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: δύο σύντομα σχόλια θα κάνω. Το πρώτο είναι ότι, σε κάθε μέτρηση, ακόμα και τη δυσμενέστερη, πάντα κανείς βρίσκει ή προσπαθεί να βρει, κάτι που να απαλύνει λίγο την κατάσταση, όπως εμφανίζεται σε βάρος του. Το δεύτερο που πρέπει να σας πω επειδή μιλάτε φαντάζομαι γι’ αυτή την προσέγγιση, την «πρωθυπουργικότητα›. Αυτό παλιά θυμάμαι ήταν θέμα δημοτικότητας. Τώρα έγινε «πρωθυπουργικότητα». Όταν θα ανατραπεί και αυτός ο δείκτης θα πάμε ίσως σε κάτι άλλο. Όμως, πρέπει να σας πω ότι θα ανησυχούσα αν ήμουν 8 χρόνια Πρωθυπουργός, και ήμουν περίπου στον ίδιο βαθμό - ισοψηφών, ας το πω έτσι - έστω και στις μετρήσεις, με κάποιον ο οποίος ποτέ δεν έχει διακονήσει, ακόμα τουλάχιστον, το συγκεκριμένο θώκο. Έτσι πρέπει να το δείτε αυτό. Εγώ προσωπικά θα ήμουν πολύ δυσαρεστημένος όταν μετά από τόσα χρόνια έχει εμπεδωθεί η εικόνα, έστω και δια της συνηθείας, στους πολίτες να βλέπει έναν άνθρωπο να βρίσκεται σε μία θέση απέναντι σε κάποιον ο οποίος κάνει μια προσπάθεια, ηγείται μιας συγκεκριμένης πολιτικής παράταξης, αλλά που δεν έχει ακόμα βρεθεί στη συγκεκριμένη θέση για να γίνει η σύγκριση.
Θ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ: Ευχαριστούμε πολύ. Το ραντεβού ανανεώνεται για του χρόνου το Σεπτέμβρη το πρώτο Σαββατοκύριακο.