Ιωάννης Ιουστινιάνης: Ο Μαύρος Άγγελος, η τελευταία ασπίδα της Κωνσταντινούπολης
Ο Γενουάτης μισθοφόρος που πολέμησε για μια χαμένη αυτοκρατορία ως την ημέρα της Άλωσης στις 29 Μαΐου του 1453.
Τις τελευταίες εβδομάδες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όταν η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν πια η ακατάλυτη βασιλεύουσα της Οικουμένης αλλά μια κουρασμένη σκιά του εαυτού της, ένας Γενουάτης πολέμαρχος από τη Χίο έμελλε να συνδέσει το όνομά του με την ύστατη αντίσταση ενός κόσμου που κατέρρεε.
Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης δεν ήταν Βυζαντινός. Δεν γεννήθηκε κάτω από τους τρούλους της Αγίας Σοφίας ούτε μεγάλωσε με το όραμα της Ρωμανίας. Ήταν μισθοφόρος. Άνδρας της Δύσης. Πολεμιστής των κάστρων και της θάλασσας. Κι όμως, την ώρα που πολλοί εγκατέλειπαν την Πόλη ή περίμεναν μοιρολατρικά το τέλος, εκείνος διάλεξε να σταθεί δίπλα στον τελευταίο αυτοκράτορα και να πεθάνει για μια αυτοκρατορία που δεν ήταν δική του.
Η ιστορία του δεν είναι μόνο η ιστορία ενός στρατιώτη. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που βρέθηκε στο σημείο όπου τελείωσε ένας πολιτισμός και τη θυμόμαστε με αφορμή την επέτειο της Άλωσης της Πόλης, η οποία έγινε σαν σήμερα στις 29 Μαΐου του 1453.
Η Αυτοκρατορία που έσβηνε
Στα μέσα του 15ου αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρχε περισσότερο ως ανάμνηση παρά ως κράτος. Τα ταμεία ήταν άδεια. Οι παλιές επαρχίες είχαν χαθεί. Η Κωνσταντινούπολη στεκόταν απομονωμένη, περικυκλωμένη από μια ανερχόμενη οθωμανική δύναμη που μεγάλωνε κάθε χρόνο.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος γνώριζε πως δεν κυβερνούσε πια μια αυτοκρατορία, αλλά τα ερείπιά της. Απέναντί του υψωνόταν ο νεαρός Μωάμεθ Β΄ — μόλις 21 ετών — αποφασισμένος να γίνει ο νέος Αλέξανδρος και να κατακτήσει την Πόλη που για έντεκα αιώνες είχε αντισταθεί σε όλους.
Η κατασκευή του κάστρου Ρούμελι Χισάρ έπνιξε ασφυκτικά την Κωνσταντινούπολη. Η βοήθεια από τη Δύση έμενε υπόσχεση. Μέσα στην ίδια την Πόλη, ενωτικοί και ανθενωτικοί αλληλοσπαράσσονταν. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι φτώχεια, φόβο και προφητείες καταστροφής.
Και τότε, μέσα στον χειμώνα του 1453, εμφανίστηκε ο Giovanni Giustiniani Longo.
Ο «Μαύρος Άγγελος»
Στην Ευρώπη τον ήξεραν ως Giovanni Giustiniani Longo. Οι Βυζαντινοί τον αποκαλούσαν «Καπετάν-Γιουστουνιά». Οι εχθροί του τον έλεγαν «Μαύρο Άγγελο».
Η βαριά γκρίζα πανοπλία του, ο μαύρος μανδύας και το επιβλητικό του παράστημα τον έκαναν να μοιάζει περισσότερο με προάγγελο θανάτου παρά με άνθρωπο. Ήταν ειδικός στην άμυνα φρουρίων και διοικητής ενός από τους καλύτερους μισθοφορικούς στρατούς της Μεσογείου.
Στις 26 Ιανουαρίου 1453, τα πλοία του έδεσαν στο λιμάνι του Βουκολέοντα. Μαζί του έφερε περίπου 700–800 επίλεκτους Γενουάτες και Χιώτες πολεμιστές. Η άφιξή τους γέννησε ελπίδα. Ο κόσμος τους αγκάλιαζε και έκλαιγε από χαρά. Στα πρόσωπά τους έβλεπαν κάτι που είχε χαθεί από καιρό: πειθαρχία, αποφασιστικότητα, στρατιωτική εμπειρία.
Ο αυτοκράτορας εντυπωσιάστηκε αμέσως από τον Ιουστινιάνη. Του παρέδωσε την ευθύνη της άμυνας των χερσαίων τειχών και τον διόρισε πρωτοστράτορα. Του εμπιστεύτηκε το πιο επικίνδυνο σημείο της άμυνας: την Πύλη του Αγίου Ρωμανού.
Εκεί όπου θα κρινόταν η μοίρα της Πόλης.
Δύο άνδρες απέναντι στη μοίρα
Ανάμεσα στον Κωνσταντίνο και τον Ιουστινιάνη γεννήθηκε ένας βαθύς αλληλοσεβασμός. Ο ένας ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας μιας αυτοκρατορίας που πέθαινε. Ο άλλος, ένας ξένος μισθοφόρος που επέλεξε να σταθεί δίπλα του.
Κάθε βράδυ δειπνούσαν μαζί και σχεδίαζαν την άμυνα των Θεοδοσιανών τειχών. Ο Ιουστινιάνης αναδιοργάνωσε τον στρατό, μοίρασε θέσεις, εκπαίδευσε άνδρες, επισκεύασε οχυρώσεις και τοποθέτησε τους δικούς του σιδερόφρακτους στα πιο επικίνδυνα σημεία.
Οι υπερασπιστές ήταν ελάχιστοι. Περίπου 5.000 Βυζαντινοί και 2.500 Λατίνοι — Γενουάτες, Ενετοί, Ισπανοί και λίγοι ακόμη μισθοφόροι — απέναντι σε έναν στρατό που οι πηγές υπολογίζουν πάνω από 100.000 άνδρες.
Κι όμως, ούτε ο αυτοκράτορας ούτε ο Γενουάτης φοβούνταν τόσο τη μάζα των Οθωμανών όσο τους Γενίτσαρους. Τα εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα που αποτελούσαν την επίλεκτη φρουρά του σουλτάνου ήταν εκείνοι που τους ανησυχούσαν πραγματικά.
Ο ίδιος ο Μωάμεθ προσπάθησε πολλές φορές να δελεάσει τον Ιουστινιάνη: «Έλα μαζί μου και θα έχεις ό,τι ζητήσεις. Μείνε με τον αυτοκράτορα και σε περιμένει ο θάνατος».
Ο Γενουάτης δεν απάντησε ποτέ. Έμεινε.
Η Πόλη της διχόνοιας
Όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν βρισκόταν μόνο έξω από τα τείχη. Η Κωνσταντινούπολη φέρεται να ήταν βαθιά διχασμένη.
Οι ανθενωτικοί θεωρούσαν την πολιορκία θεία τιμωρία. Πολλοί αρνούνταν να πολεμήσουν. Άλλοι κλείνονταν σε μοναστήρια περιμένοντας το τέλος. Ο μοναχός Γεννάδιος Σχολάριος μιλούσε για θεία οργή και για αμαρτωλή Πόλη που δεν άξιζε να σωθεί.
Ακόμη πιο επικίνδυνη ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στον Ιουστινιάνη και τον Λουκά Νοταρά. Ο Νοταράς δυσπιστούσε απέναντι στους Λατίνους. Ο Γενουάτης τον θεωρούσε ύποπτο και αναποφάσιστο. Η ένταση κορυφώθηκε όταν, σε μια μεγάλη οθωμανική επίθεση, ο Ιουστινιάνης ζήτησε ενισχύσεις και κανόνια από τα θαλάσσια τείχη. Ο Νοταράς αρνήθηκε.
Το ίδιο βράδυ, μέσα στο παλάτι των Βλαχερνών, ο εξαντλημένος Γενουάτης όρμησε πάνω του. Τράβηξε το σπαθί του και πίεσε τη λεπίδα στον λαιμό του Μεγάλου Δούκα.
«Προδότη… δεν ξέρω τι με κρατεί και δεν σε σφάζω μ’ αυτό το μαχαίρι». Λέγεται πως μόνο η παρέμβαση του αυτοκράτορα απέτρεψε το αίμα.
Ο άνθρωπος της πρώτης γραμμής
Οι χρονικογράφοι περιγράφουν τον Ιουστινιάνη να μάχεται συνεχώς στην πρώτη γραμμή. Να τρέχει όπου άνοιγε ρήγμα. Να πολεμά σώμα με σώμα πάνω στις επάλξεις.
Σε μία από τις πιο σκληρές επιθέσεις, τον Μάιο του 1453, βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν τεράστιο γενίτσαρο που οι αφηγήσεις ονομάζουν Αμουράτ. Ο Γενουάτης παραπάτησε και έπεσε. Ο θάνατος έμοιαζε βέβαιος.
Τότε, σύμφωνα με τον θρύλο, ένα νεαρό Ελληνόπουλο όρμησε στη μάχη και αποκεφάλισε τον γενίτσαρο πριν εκείνος σκοτώσει τον Πρωτοστράτορα.
Το παιδί πρόλαβε μόνο να πει: «Με λένε Ραγκαβή, Πρωτοστράτορά μου». Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, βέλη διαπέρασαν την πανοπλία του και το σκότωσαν.
Ο Ιουστινιάνης λέγεται πως ξέσπασε ουρλιάζοντας και πέταξε μόνος του τους εναπομείναντες γενίτσαρους από τα τείχη.
Είτε ιστορικά ακριβές είτε θρυλικό, το επεισόδιο αποτυπώνει το πώς τον έβλεπαν όσοι πολεμούσαν δίπλα του: σαν άνθρωπο που είχε γίνει ένα με την άμυνα της Πόλης.
Η νύχτα πριν από το τέλος
Το βράδυ της 28ης Μαΐου, η Κωνσταντινούπολη ήξερε. Στην Αγία Σοφία τελέστηκε η τελευταία λειτουργία. Άνθρωποι έκλαιγαν, προσεύχονταν και αγκαλιάζονταν σαν να αποχαιρετούσαν έναν κόσμο που χανόταν.
Απέναντι, το στρατόπεδο του Μωάμεθ έμοιαζε με φλεγόμενο ορίζοντα. Τύμπανα, φωτιές, δερβίσηδες που υπόσχονταν παράδεισο στους στρατιώτες. Ο ίδιος ο σουλτάνος μιλούσε για την αιωνιότητα και τη δόξα της κατάκτησης.
Στην Πόλη, ο Κωνσταντίνος συγκέντρωσε άρχοντες και στρατιώτες στην αίθουσα του θρόνου και τους μίλησε για τελευταία φορά. Τους κάλεσε να πολεμήσουν «για την πίστη, την πατρίδα και τη βασιλεύουσα όλων των πόλεων».
Λίγο αργότερα, ο Ιουστινιάνης ζήτησε κάτι συγκλονιστικό από τον αυτοκράτορα: Να κλειδώσουν τις πύλες πίσω τους. Να μην υπάρχει δρόμος επιστροφής. «Ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνουμε όλοι επάνω στον Άγιο Ρωμανό». Ο Κωνσταντίνος τον αγκάλιασε δακρυσμένος.
Το τραύμα που άλλαξε την Ιστορία
Τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου, η τελική επίθεση άρχισε. Πρώτα οι βασιβουζούκοι. Ύστερα ο τακτικός στρατός. Τέλος, οι γενίτσαροι. Για ώρες, η άμυνα άντεχε. Και τότε συνέβη το γεγονός που έκρινε τα πάντα. Ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε βαριά.
Οι πηγές διαφωνούν για το πώς. Άλλοι μιλούν για βέλος, άλλοι για βολίδα ή θραύσμα. Υπάρχουν ακόμη και μεταγενέστερες αφηγήσεις που υπαινίσσονται χτύπημα από μέσα, από χέρι ανθενωτικού.
Το βέβαιο είναι ότι κατέρρευσε αιμόφυρτος. Ο αυτοκράτορας τον ικέτευσε να μείνει. «Η πόλις εις χείρας σου κρέμεται». Όμως ο πόνος ήταν αβάσταχτος. Οι άνδρες του τον απομάκρυναν προς τα πλοία. Και τότε κατέρρευσε η άμυνα. Οι Γενουάτες υποχώρησαν. Οι γραμμές έσπασαν. Οι γενίτσαροι ανέβηκαν στα τείχη. Μέσα σε λίγα λεπτά, η Πόλη είχε χαθεί.
Στον τάφο του Ιουστινιάνη στη Χίο γράφτηκε αργότερα: «Ο τραυματισμός του επέφερε την άμεση πτώση της Κωνσταντινουπόλεως».
Ο θάνατος ενός κόσμου
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος πέθανε πολεμώντας. Το σώμα του δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ με βεβαιότητα. Ο θρύλος τον ήθελε μαρμαρωμένο, έτοιμο να επιστρέψει όταν έρθει η ώρα. Ο Ιουστινιάνης μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένος στη Χίο. Πέθανε λίγες ημέρες αργότερα.
Δεν πρόλαβε να μάθει ότι το όνομά του θα περνούσε στην Ιστορία δίπλα σε εκείνο του τελευταίου αυτοκράτορα.
Δεν ήταν Έλληνας. Δεν ήταν Ρωμαίος. Δεν ήταν παιδί της Κωνσταντινούπολης. Κι όμως, έμεινε μέχρι τέλους εκεί όπου πολλοί είχαν ήδη παραδοθεί.
Ανάμεσα στον θρύλο και την Ιστορία
Η μορφή του Ιωάννη Ιουστινιάνη έμεινε αμφιλεγόμενη στους αιώνες. Κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι εγκατέλειψε τη μάχη. Άλλοι τον ύμνησαν ως τον άνθρωπο που κράτησε όρθια την Πόλη επί εβδομάδες.
Η αλήθεια προφανώς βρίσκεται ίσως κάπου στη μέση. Ωστόσο η Ιστορία δεν θυμάται μόνο όσους νίκησαν. Θυμάται κι εκείνους που στάθηκαν όρθιοι όταν όλα είχαν ήδη χαθεί.