Λίβανος, η χώρα των αντιθέσεων
O Λίβανος αποτελεί ένα κράτος, μια περιοχή ορόσημο για τη θρησκευτική ετερότητα. Από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα, πολλοί κατακτητές πέρασαν αφήνοντας το δικό τους στίγμα που αποτυπώνεται στη σύγχρονη μορφή του κράτους του Λιβάνου.
Για άλλη μια φορά τα τελευταία 50 χρόνια, ο Λίβανος αποτελεί μέρος της επικαιρότητάς με εκτενή ρεπορτάζ στα δελτία ειδήσεων και με πρώτες ειδήσεις στις πολεμικές στήλες των ιστοσελίδων. Ένα παράδειγμα πολυθρησκευτικού κράτους με τουλάχιστον 18 επίσημα αναγνωρισμένες θρησκευτικές ομάδες.
Ο Λίβανος λοιπόν με πρωτεύουσα τη Βηρυτό, το αποκαλούμενο «Παρίσι της Μέσης Ανατολής» απέχει μόλις 1.152 χιλιόμετρα από την Αθήνα και 206 χιλιόμετρα από την πόλη της Λάρνακας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού το 2020, η οποία έγινε αισθητή μέχρι και τις ακτές της Κύπρου.
Σε μια ιστορική αναδρομή πρώτοι ήταν οι Φοίνικες οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του σύγχρονου κράτους του Λιβάνου γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ.. Εκεί ίδρυσαν σημαντικούς εμπορικούς κόμβους όπως τις πόλεις της Σιδώνας, του Τύρου αλλά και της Βηρυτού ενισχύοντας την δυναμική της περιοχής ενώ ίδρυσαν και την πόλη της Βύβλου, η οποία πρωτοκατοικήθηκε από τον 8 αιώνα π.Χ.. Παράλληλα, οι Φοίνικες ιδρύουν ταυτόχρονα αποικίες σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, με κυριότερες την Καρχηδόνα της σημερινής Τυνησίας αλλά και τη Σικελία. Όμως η σημαντικότερη συμβολή των Φοινίκων στην ευρύτερη περιοχή είναι η πολιτιστική ανάπτυξη μέσω της καθιέρωσης αλφαβήτου, η οποία επηρέασε πολλές γειτονικές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και την ελληνική.
Μετά τους Φοίνικες, η περιοχή του Λιβάνου αποτέλεσε μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με αποτέλεσμα την ταχεία ανάπτυξη των τεχνών και των γραμμάτων αλλά και την ανάπτυξη υποδομών ενώ στη συνέχεια τον 7ο αιώνα οι Άραβες κατέλαβαν την περιοχή του Λιβάνου μεταλαμπαδεύοντας τις αξίες του Ισλάμ για πρώτη φορά στην περιοχή, δημιουργώντας τη μουσουλμανική θρησκευτική κοινότητα.
Τον 16ο αιώνα, ο Λίβανος κατακτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία χορήγησε αυτονομία στις θρησκευτικές κοινότητες. Οι Οθωμανοί καθιέρωσαν ένα σύστημα διοίκησης με τη συμμετοχή όλων των κοινοτήτων (Χριστιανοί Μαρωνίτες και Μουσουλμάνοι Σιίτες και Σουνίτες) όμως παρόλα αυτά υπήρξαν συχνές συγκρούσεις μεταξύ των κατοίκων οι οποίες αποτέλεσαν βάση για τις μετέπειτα θρησκευτικές ταραχές του 20ου αιώνα.
Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Γαλλική εντολή έρχεται να αναλάβει τη διακυβέρνηση του μικρού κρατιδίου. Όμως ο ερχομός των Γάλλων δεν έφερε την σταθερότητα καθώς τα εθνικιστικά κινήματα ενισχύθηκαν όπως και οι εντάσεις μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Μάλιστα, σε αυτό συνέβαλε και η μοναδική θρησκευτική απογραφή πληθυσμού στην ιστορία του Λιβανέζικου κράτους, η οποία διενεργήθηκε το 1932. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό καθώς εντοπίστηκαν συνολικά 18 επίσημα αναγνωρισμένες θρησκευτικές ομάδες.
Επικρατέστερη θρησκευτική ομάδα ήταν οι Χριστιανοί Μαρωνίτες, ακολουθούμενοι από τους Μουσουλμάνους Σουνίτες και Σιίτες ενώ διαπιστώθηκε ότι καμία θρησκευτική ομάδα δεν είχε ξεκάθαρη πλειοψηφία. Συνεπώς έγινε σαφές ότι η πολιτική και θρησκευτική ισορροπία ήταν εύθραυστη, με αποτέλεσμα τις μεγάλες συγκρούσεις και εντάσεις μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα.
Μετά από χρόνια συγκρούσεων και αντεγκλήσεων, η πολυπόθητη ανεξαρτησία του Λιβάνου κυρώθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1943. Τότε λοιπόν, Λιβανέζοι πολιτικοί με επικεφαλής τους Bechara El Khoury και Riad El Solh, υπέγραψαν το Εθνικό σύμφωνο, τη συμφωνία ουσιαστικά που επικύρωσε την ανεξαρτητοποίηση του κράτους.
Η συμφωνία καθόρισε ένα πολιτικό μοντέλο διακυβέρνησης του κράτους, με τη συμμετοχή όλων των αναγνωρισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων, καθορίζοντας ότι οι βασικές θέσεις διακυβέρνησης της χώρας συνδέονται αλληλένδετα με τη θρησκεία. Ο Πρόεδρος της χώρας θα είναι Χριστιανός Μαρωνίτης, ο Πρωθυπουργός θα είναι Σουνίτης Μουσουλμάνος και ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θα είναι Σιίτης Μουσουλμάνος.
Όμως αυτή η σύνδεση μεταξύ διακυβέρνησης και θρησκευτικών κοινοτήτων δημιούργησε πολλά προβλήματα επιτείνοντας τις εντάσεις μεταξύ των κοινοτήτων καθώς βασίζονταν κυρίως στην απογραφή των θρησκευτικών κοινοτήτων του 1932, η οποία διενεργήθηκε 11 χρόνια πριν με πολλές αλλαγές να έχουν επέλθει στη δημογραφία του πληθυσμού από τότε.
Η αδυναμία λειτουργίας του πολύπλοκου συστήματος διακυβέρνησης οδήγησε στον πολυετή εμφύλιο πόλεμο που διήρκησε από το 1975 έως και το 1990 με πολλούς νεκρούς και μεγάλες καταστροφές σε όλες τις υποδομές.
Ένα από τα κύρια αίτια του εμφυλίου επίσης αποτέλεσε η μεγάλη εισροή Μουσουλμάνων, κυρίως Παλαιστινίων προσφύγων μελών της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) λόγω της διαμάχης με το γειτονικό Ισραήλ, η οποία οδήγησε στη μεταβολή της δημογραφικής κατάστασης με την πλειοψηφία πλέον των κατοίκων να είναι Μουσουλμάνοι με το ισχύον πολιτικό σύστημα αντιθέτως να είναι βασισμένο στην απογραφή του 1932 και στην πλειοψηφία των Μαρωνιτών.
Το τέλος του εμφυλίου πολέμου ήρθε το 1990 με την υπογραφή της Συμφωνίας της Ταΐφ. Η συμφωνία επέφερε μεταβολές στο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης και στην αναλογία των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων αυξήθηκε σε 128 μέλη, τα οποία κατανέμονταν εξίσου μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων (η αναλογία Χριστιανών προς Μουσουλμάνους μειώθηκε από 6:5 σε 1:1).
Αμέσως μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, ο Λίβανος έλαβε εκτεταμένη οικονομική βοήθεια από διεθνείς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μέσω των οποίων ανασυγκροτήθηκαν οι βασικές υποδομές.
Επιπρόσθετα ο Λίβανος, ιδιαίτερα με την έλευση του 21ου αιώνα, εξελίχθηκε σε οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής με πολυάριθμους ουρανοξύστες να εντυπωσιάζουν στην πόλη της Βηρυτού ενώ ο τομέας του τουρισμού αναδείχθηκε σε βασικό πυλώνα ανάκαμψης καθώς ο Λίβανος αποτέλεσε ειδυλλιακό καλοκαιρινό προορισμό της Μεσογείου.
Η οικονομική κρίση του 2019, με την υποτίμηση της Λιβανέζικης Λίρας, αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για το λαό του Λιβάνου μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Απότοκο της κρίσης είναι η αύξηση της ανεργίας αλλά η φτωχοποίηση του πληθυσμού ενώ η καταστροφική έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού το 2020 προκάλεσε το ξέσπασμα μαζικών διαδηλώσεων με τους πολίτες να ζητούν αλλαγές στο πολιτικό σύστημα.
Άλλη μεγάλη πρόκληση αποτελεί η διακυβέρνηση και η συνύπαρξη με την πολιτική παράταξη της Σιιτικής Χεσμπολάχ που λειτουργεί ως «κράτος εν κράτει» διαθέτοντας στρατιωτική οργάνωση αντιμαχόμενη πολλές φορές το νόμιμο στρατό του Λιβάνου.
Ο πόλεμος Ισραήλ-Χαμάς αποτελεί σημαντικό πρόβλημα προς την πολιτική σταθερότητα καθώς οι εξωτερικές επιρροές έχουν αυξηθεί ιδίως προς τη Χεσμπολάχ, η οποία μέχρι πρότινος τροφοδοτούνταν οικονομικά αλλά και υλικά με τη βοήθεια του Ιράν ενώ είναι εμφανής η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που οδηγεί σε διαρκή ακυβερνησία.
Σημαντικό βήμα προς την σταθερότητα αποτέλεσε η εκλογή του Χριστιανού Μαρωνίτη προέδρου Joseph Aoun, μετά από 12 ανεπιτυχείς προσπάθειες, η οποία προσπαθεί να οδηγήσει σε ενδυνάμωση της κρατικής λειτουργίας σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της Χεσμπολάχ μετά από τα χτυπήματα των Ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.
Συνοψίζοντας, ο Λίβανος αποτελεί ένα κράτος, μια περιοχή ορόσημο για τη θρησκευτική ετερότητα. Από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα, πολλοί κατακτητές πέρασαν αφήνοντας το δικό τους στίγμα που αποτυπώνεται στη σύγχρονη μορφή του κράτους του Λιβάνου. Από το Αρχαίο κάστρο της Σιδώνας μέχρι και την σύσταση της Χεσμπολάχ βλέπουμε μια αντίφαση.
Αυτή η αντίφαση μας οδηγεί στην κατανόηση του λιβανέζικου ζητήματος, ένας Λίβανος χωρίς κοινωνική και θρησκευτική συνοχή που κατάφερε να επιβιώσει μέσα από πολυάριθμες προκλήσεις «ακροβατώντας» ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.