Οι γυναίκες του 1821: Αφανείς ηρωίδες στον αγώνα για την Ελευθερία
Αν και λιγότερο προβεβλημένη, η συμμετοχή των γυναικών στους αγώνες της εθνικής παλιγγενεσίας υπήρξε ουσιαστική και καθοριστική.
Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης το 1821 έχει γραφτεί κυρίως μέσα από τα κατορθώματα των μεγάλων οπλαρχηγών και των στρατιωτικών ηγετών που κυριάρχησαν εκείνη την εποχή. Από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Αθανάσιο Διάκο μέχρι τον Κωνσταντίνο Κανάρη, οι ηρωικές αυτές φιγούρες έχουν γραφτεί στην ιστορία για το θάρρος και την αποφασιστικότητά τους να ξεσηκωθούν ενάντια στους Οθωμανούς.
Ωστόσο, πίσω από τις μάχες, τις πολιορκίες και τις ηρωικές θυσίες, υπήρξε μια λιγότερο προβεβλημένη αλλά εξίσου σημαντική παρουσία: οι γυναίκες του Αγώνα. Σε μια εποχή όπου ο ρόλος τους περιοριζόταν κυρίως στο σπίτι και την οικογένεια, πολλές βρέθηκαν να μεταφέρουν πολεμοφόδια μέσα από επικίνδυνα μονοπάτια, να περιθάλπουν τραυματίες, να στηρίζουν οικονομικά την επανάσταση ή ακόμη και να παίρνουν οι ίδιες τα όπλα.
Οι δυο εμβληματικότερες μορφές της Επανάστασης που ξεχωρίζουν έως και σήμερα είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους. Όμως ο αγώνας για εθνική παλιγγενεσία δεν στηρίχθηκε μόνο σε αυτές. Πλήθος γυναικών από κάθε γωνιά του ελληνικού χώρου, από τα νησιά έως τη Ρούμελη και την Πελοπόννησο, συνέβαλαν καθοριστικά στην έκβαση του Αγώνα.
Ορισμένες ήταν πιο ανεξάρτητες, όπως πολλές νησιώτισσες καθώς διέθεταν οικονομική δύναμη και κοινωνική αυτονομία, ενώ άλλες, παρά τις αυστηρές κοινωνικές δεσμεύσεις της εποχής, βρέθηκαν να συμμετέχουν ενεργά στην επαναστατική προσπάθεια.
Οι ιστορίες τους, συχνά λιγότερο προβεβλημένες, αποτελούν ένα σημαντικό και συχνά παραγκωνισμένο κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας.
Οι Σουλιώτισσες
Λένω Μπότσαρη
Πρόκειται για ακόμη μια θρυλική γυναικεία μορφή που ξεχωρίζει στην ιστορία. Η Λένω Μπότσαρη υπήρξε μία από τις πιο γνωστές Σουλιώτισσες της προεπαναστατικής περιόδου. Ήταν κόρη του Κίστου Μπότσαρη, ανιψιά του Νότη και αδελφή του Γιάννη και του Μάρκου Μπότσαρη. Μεγάλωσε στο Σούλι σε ένα περιβάλλον συνεχών συγκρούσεων με τις δυνάμεις του Αλή Πασά και από νεαρή ηλικία εξοικειώθηκε με τα όπλα και τη συμμετοχή στον αγώνα των Σουλιωτών για την ελευθερία τους.
Πολέμησε γενναία στη μάχη του Σέλτσου στο πλευρό του αδελφού της Γιάννη. Μετά τον θάνατό του κατάφερε να φτάσει κοντά στον θείο της Νίκζα, ο οποίος πολεμούσε κοντά στον Αχελώο. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων σκότωσε αρκετούς αντιπάλους, όμως τελικά περικυκλώθηκε από τους εχθρούς.
Για να μην πέσει στα χέρια τους, έπεσε στον ποταμό Αχελώο και πνίγηκε. Η θυσία της πέρασε στη λαϊκή παράδοση και απαθανατίστηκε στο γνωστό δημοτικό τραγούδι «Της Λένως του Μπότσαρη», το οποίο εξιστορεί τον ηρωικό της αγώνα απέναντι στα στρατεύματα του Αλή Πασά.
Δέσπω Μπότση
Η Δέσπω Μπότση αποτελεί επίσης μια από τις ηρωικότερες προσωπικότητες της Ελληνικής Επανάστασης Έμεινε γνωστή για την αντίστασή της απέναντι στα στρατεύματα του Αλή Πασά. Έζησε σε μια περίοδο έντονων συγκρούσεων και πολλές φορές βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της αιχμαλωσίας. Το όνομά της συνδέθηκε με τα γεγονότα της καταστροφής του Σουλίου.
Το 1803 βρισκόταν στον πύργο του Δημουλά στο χωριό Ρηνιάσα του Ζαλόγγου μαζί με τις κόρες και τα εγγόνια της. Όταν ο πύργος περικυκλώθηκε από τα στρατεύματα του Αλή Πασά, αρνήθηκε να παραδοθεί και πολέμησε μαζί με τις γυναίκες που βρίσκονταν μαζί της.
Όταν τα πυρομαχικά εξαντλήθηκαν, προτίμησε να βάλει φωτιά στον πύργο και να καεί μαζί με την οικογένειά της παρά να πέσει στα χέρια των εχθρών. Η πράξη της έγινε σύμβολο αντίστασης και απαθανατίστηκε στο γνωστό δημοτικό τραγούδι που αρχίζει με τους στίχους «Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν».
Μόσχω Τζαβέλλα (Τζαβέλαινα)
Η Μόσχω Τζαβέλλα (1760–1803) ήταν σύζυγος του Σουλιώτη οπλαρχηγού Λάμπρου Τζαβέλλα και μητέρα του Φώτου Τζαβέλλα. Ανήκε στη γνωστή φάρα των Τζαβελλαίων από το Σούλι της Θεσπρωτίας και έζησε σε μια περίοδο συνεχών συγκρούσεων των Σουλιωτών με τον Αλή Πασά.
Το 1792 διακρίθηκε στη μάχη της Κιάφας, όπου ηγήθηκε περίπου 400 Σουλιωτισσών. Όταν οι Τουρκαλβανοί προσπάθησαν να αιχμαλωτίσουν τις γυναίκες του Σουλίου, εκείνες αντεπιτέθηκαν υπό την καθοδήγησή της και κατάφεραν να τους τρέψουν σε φυγή.
Μετά την καταστροφή του Σουλίου το 1803 ακολούθησε τους συμπατριώτες της προς την Πάργα και αργότερα στα Επτάνησα. Η μορφή της έμεινε ζωντανή στη λαϊκή μνήμη και στα δημοτικά τραγούδια που εξυμνούν τον ηρωισμό της.
Χάιδω Σέχου
Η Χάιδω Σέχου υπήρξε μία από τις δυναμικές μορφές των Σουλιωτισσών που συμμετείχαν στους αγώνες εναντίον του Αλή Πασά. Ως ανιψιά της Δέσπως Μπότση, η δράση της ξεκίνησε το 1792 και διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη της Κιάφας, όπου πολέμησε δίπλα στους Σουλιώτες αγωνιστές.
Κατά τον τρίτο πόλεμο μεταξύ Σουλιωτών και Αλή Πασά (1800–1803) ανέλαβε ενεργό ρόλο ως καπετάνισσα με δικό της σώμα Σουλιωτισσών. Συμμετείχε στα συμβούλια των Σουλιωτών καπεταναίων και ηγούνταν γυναικείου στρατιωτικού σώματος σε μάχες.
Σημαντική ήταν και η συμβολή της στην άμυνα του Κουγκίου το 1803, όταν οι Σουλιώτισσες μετέφεραν εφόδια υπό τα πυρά των πολιορκητών. Μετά την πτώση του Σουλίου ακολούθησε τον Φώτο Τζαβέλα στην Κέρκυρα και αργότερα στην Ιταλία, όπου πολέμησε το 1805 στη μάχη της Νάπολης.
Οι Μανιάτισσες και οι Πελοποννήσιες
Ζαμπέτα Κωτσάκη Κολοκοτρώνη
Η Ζαμπία ή Ζαμπέτα Κωτσάκη Κολοκοτρώνη (1750–1832), γνωστή και ως Καπετάνισσα, ήταν η μητέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μετά τον θάνατο του συζύγου της Κωνσταντίνου ανέλαβε μόνη της την ανατροφή των πέντε παιδιών της, μέσα σε συνθήκες συνεχών διώξεων από τις οθωμανικές αρχές.
Κατά την επανάσταση των Ορλωφικών το 1770 γέννησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ενώ διέφευγε από τις συγκρούσεις στην Τρίπολη. Το 1780, κατά τη μάχη της Καστανίτσας, πολέμησε μαζί με τους Έλληνες και μετά τον θάνατο του συζύγου της αναγκάστηκε να ζήσει χρόνια κατατρεγμού.
Κατοίκησε για ένα διάστημα στη Μάνη και αργότερα στην Αλωνίσταινα, όπου μεγάλωσε τα παιδιά της δουλεύοντας σκληρά. Πέθανε το 1832, έχοντας προλάβει να δει τη δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους.
Σταυριάνα Σάββαινα
Η Σταυριάνα Σάββαινα (1772–1868) καταγόταν από το Παρόρι Λακωνίας και υπήρξε αγωνίστρια της Ελληνικής Επανάστασης. Μετά τον απαγχονισμό του συζύγου της Γεωργάκη Σάββα από τους Οθωμανούς το 1821, αποφάσισε να συμμετάσχει ενεργά στον Αγώνα.
Συγκρότησε δικό της σώμα γυναικών και εντάχθηκε στο στρατιωτικό σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Έδωσε πολλές σημαντικές μάχες στην Επανάσταση, μεταξύ των οποίων η μάχη του Βαλτετσίου,στην Άλωση της Τριπολιτσάς, στα Τρίκορφα, στον Αλμυρό και τη μάχη του Διρού.
Μετά το τέλος της Επανάστασης εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό της χωρίς ιδιαίτερη οικονομική υποστήριξη από το κράτος.
Κωνσταντία Ζαχαριά
Η Κωνσταντία Ζαχαριά ήταν κόρη του γνωστού κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη και πιθανότατα γεννήθηκε στη Μάνη. Από νεαρή ηλικία ακολούθησε τη ζωή των κλεφτών και ανέπτυξε πολεμική δράση.
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης υπήρξε καπετάνισσα και ηγείτο σώματος γυναικών που έφεραν δικό τους λάβαρο, λευκό με κυανό σταυρό. Συμμετείχε σε συγκρούσεις εναντίον των Οθωμανών που κατευθύνονταν προς την Τριπολιτσά.
Κατά την πορεία των συγκρούσεων κατέλαβε το Λεοντάρι, σκότωσε τον Οθωμανό διοικητή και κατέβασε την ημισέληνο από τα τζαμιά της περιοχής. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές συμμετείχε και στη μάχη του Διρού.
Ηρωίδες από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο
Δόμνα Βισβίζη
Η Δόμνα Βισβίζη καταγόταν από την Αίνο της Θράκης και συμμετείχε στον ναυτικό αγώνα της Επανάστασης μαζί με τον σύζυγό της Αντώνιο Βισβίζη. Το πλοίο τους «Καλομοίρα» εξοπλίστηκε με 16 κανόνια και πλήρωμα περίπου 140 ναυτών και πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις.
Με το πλοίο αυτό μεταφέρθηκαν όπλα και πολεμοφόδια στο Άγιο Όρος καθώς και ο Εμμανουήλ Παπάς, ο οποίος ξεκίνησε την επανάσταση στη Μακεδονία. Η «Καλομοίρα» συμμετείχε επίσης σε ναυμαχίες στο Αιγαίο και υποστήριξε επιχειρήσεις στη Σάμο, στη Λέσβο, στον Όλυμπο και στη Στερεά Ελλάδα.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της στη ναυμαχία του Ευρίπου το 1822, η Δόμνα ανέλαβε τη διοίκηση της «Καλομοίρας» και συνέχισε τη δράση της. Διέθεσε όλη της την περιουσία για τη συντήρηση του πλοίου και του πληρώματος, μέχρι που το 1824 το παρέδωσε στην ελληνική διοίκηση.
Ασημίνα Λιδωρίκη Γκούρα
Η Ασημίνα Λιδωρίκη, γνωστή και ως Ασήμω, ήταν σύζυγος του οπλαρχηγού Γιάννη Γκούρα. Μέχρι την πολιορκία της Ακρόπολης οι πληροφορίες για τη ζωή της είναι περιορισμένες, όμως φαίνεται ότι συμμετείχε σε εράνους και ενέργειες υποστήριξης του Αγώνα.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1826, κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, φόρεσε τα όπλα του και απευθύνθηκε στους στρατιώτες του Γκούρα που λιποτακτούσαν. Οι στρατιώτες της ορκίστηκαν πίστη και εκείνη ανέλαβε την αρχηγία των δυνάμεων που υπερασπίζονταν την πόλη.
Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας περιπολούσε τα τείχη της Ακρόπολης, ενίσχυε το ηθικό των πολεμιστών και φρόντιζε τους τραυματίες. Συμμετείχε επίσης στην επιτροπή που διαχειριζόταν την άμυνα του στρατεύματος της Ακρόπολης.
Χαρίκλεια Δασκάλακη
Η Χαρίκλεια Δασκαλάκη, γνωστή ως Δασκαλάκαινα, υπήρξε ηρωική μορφή της Κρητικής Επανάστασης του 1866. Καταγόταν από τα Χάρκια Ρεθύμνου, ήταν κόρη αγωνιστή του 1821 και σύζυγος του Μιχαήλ Δασκαλάκη από την Αμνάτο Ρεθύμνου. Απέκτησε 13 παιδιά, αλλά έχασε τρεις γιους της στην επανάσταση.
Ξεχώρισε στην Πολιορκία της Μονής Αρκαδίου, όπου πολεμούσε με θάρρος δίπλα στον γιο της Κωνσταντίνο, ενθαρρύνοντάς τον ακόμη και τραυματισμένο. Με κίνδυνο της ζωής της προμηθευόταν πυρομαχικά από νεκρούς εχθρούς και επανέφερε επανειλημμένα τη σημαία, σώζοντάς τη τελικά ως σύμβολο αγώνα και ελευθερίας.
Ήταν μια από τους λίγους επιζώντες της μάχης όπου και συνελήφθη αλλά κατόρθωσε να διαφύγει. Μετά την επανάσταση της Κρήτης βρέθηκε στη Σύρο και έπειτα στην Αθήνα, όπου έδωσε μαρτυρίες για τα γεγονότα και πέθανε αργότερα, αφήνοντας ισχυρή παρακαταθήκη ηρωισμού.
Ήταν και γυναικεία υπόθεση
Η ιστορία των γυναικών αυτών αποδεικνύει ότι η επιθυμία για ελευθερία ήταν κοινή για ολόκληρη την κοινωνία. Η αναγνώριση της προσφοράς τους αποτελεί σημαντικό μέρος της ιστορικής μνήμης και υπενθυμίζει ότι ο αγώνας για την ανεξαρτησία ήταν μια συλλογική προσπάθεια στην οποία συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες με το ίδιο πάθος και την ίδια αυτοθυσία.